57 χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη

Συμπληρώνονται φέτος 57 χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. To alt.gr δημοσιεύει το σχετικό απόσπασμα, από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949 – 1968 Τόμος Β΄ σελ. 466 – 471.

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΛΑΜΠΡΑΚΗ. ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ. ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΙΣ 3.11.1963

Τον Οκτώβρη του 1962 ο Κ. Καραμανλής συνέταξε και επέδωσε στο βασιλιά αναλυτικό υπόμνημα στο οποίο αποτυπωνόταν η διάσταση απόψεων ανάμεσα στην κυβέρνηση και το Θρόνο, για πολιτικές πρωτοβουλίες των Ανακτόρων, αλλά και οικονομικά και διαχειριστικά θέματα. Η πράξη αυτή ήταν αποτέλεσμα των ακόμα πιο οξυμένων σχέσεων ανάμεσα στον Κ. Καραμανλή και το Παλάτι.

Ο Κ. Καραμανλής είχε προ πολλού αποφασίσει να προχωρήσει σε συνταγματική μεταρρύθμιση, με στόχο την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Στις 21.2.1963 η ΕΡΕ κατέθεσε στη Βουλή πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος. Έγραψε αργότερα ο Καραμανλής:

«… Εσημειώθησαν μεταπολεμικώς εξελίξεις αι οποίαι επέβαλλον την αναμόρφωσιν βασικών πολιτειακών θεσμών και την προσαρμογήν αυτών εις τας νέας πολιτικάς, κοινωνικάς και οικονομικάς συνθήκας. ».

Ταυτόχρονα, επιδίωκε την αντιμετώπιση του ΚΚΕ, της ΕΔΑ και του λαϊκού κινήματος, «…αντιδημοκρατικάς δυνάμεις, εις τας οποίας παρέχεται η ελευθερία να απεργάζωνται την κατάλυσιν των ελευθεριών του έθνους».

Η συνταγματική μεταρρύθμιση δεν προχώρησε λόγω της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή λίγους μήνες αργότερα.

Στις 22.5.1963, χτυπήθηκε θανάσιμα στη Θεσσαλονίκη ο συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης γεννήθηκε στις 3.4.1912 στην Κερασίτσα της Τεγέας. Ανακηρύχτηκε πολλές φορές Βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος. Το 1943 ίδρυσε την Ένωση Ελλήνων Αθλητών, η οποία διοργάνωνε αγώνες για ενίσχυση των λαϊκών συσσιτίων. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου ολοκλήρωσε και το διδακτορικό του. Εκλέχτηκε βουλευτής Πειραιά με το ΠΑΜΕ στις εκλογές του 1961, ενώ πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της ΕΕΔΥΕ.

Ο Γρ. Λαμπράκης χτυπήθηκε με λοστό στο κεφάλι από τον Μανόλη Εμμανουηλίδη που επέβαινε στο τρίκυκλο το οποίο οδηγούσε ο Σπύρος Γκοτζαμάνης, επίσης άνθρωπος του υποκόσμου, μέλη και οι δύο της οργάνωσης Καρφίτσα που καθοδηγούσε η χωροφυλακή και η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Η επίθεση με το τρίκυκλο έγινε αμέσως μετά από τη συγκέντρωση που είχε οργανώσει στη Θεσσαλονίκη η τοπική οργάνωση της ΕΕΔΥΕ, στα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος. Η επίθεση έγινε ενώ ο Λαμπράκης κατευθυνόταν με τα πόδια στο ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ» όπου είχε καταλύσει. Στη διάρκεια αντισυγκέντρωσης, λίγα μέτρα μακρύτερα, χτυπήθηκε από πολίτες τραμπούκους και αστυνομικούς και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ο βουλευτής Καβάλας της ΕΔΑ και μέλος του ΚΚΕ Γιώργης Τσαρουχάς, ο οποίος στη δικτατορία δολοφονήθηκε στην Ασφάλεια μετά από βασανιστήρια.

Η κηδεία του Γρ. Λαμπράκη έγινε στις 28 Μάη στην Αθήνα. Μια λαϊκή κοσμοπλημμύρα τον συνόδευσε μέχρι το Α’ Νεκροταφείο.

28 Μάη 1963. Η κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη

Καθοριστικό ρόλο στη σύλληψη των δολοφόνων έπαιξε ο Μανόλης Χατζηαποστόλου (γνωστός ως Τίγρης), ο οποίος σάλταρε στο τρίκυκλο των δολοφόνων, πάλεψε μαζί τους και τους ανάγκασε να σταματήσουν.

Για τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη κατηγορήθηκαν ως ηθικοί αυτουργοί 23 αξιωματικοί της χωροφυλακής. Άλλοι 10 θεωρήθηκε ότι ενέργησαν επιλήψιμα, όμως δεν κατηγορήθηκαν για ανάμιξη. Τελικά στις 30.12.1966 το δικαστήριο καταδίκασε τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη σε 11 και 8,5 χρόνια φυλάκιση αντίστοιχα και 9 ακόμα σε φυλάκιση από 3 έως 15 μήνες. Μετά από την εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1967 αποφυλακίστηκαν όλοι.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης πέθανε στις 27 Μάη στο νοσοκομείο «ΑΧΕΠΑ» όπου μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση.

Η ιστορική έρευνα δεν έχει πλήρως αποκαλύψει τα βαθύτερα αίτια και τη μεθόδευση της δολοφονικής επίθεσης κατά του Γρ. Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη. Αν και οι πολιτικές ευθύνες αναμφίβολα βαρύνουν την κυβέρνηση Καραμανλή, ταυτόχρονα είναι φανερό ότι η δολοφονία του Λαμπράκη αποτέλεσε πλήγμα κατά της κυβέρνησης Καραμανλή. Από αυτήν την άποψη φαίνεται πιθανότερη η εκδοχή κεφαλή της συνωμοσίας και εκτέλεσης του σχεδίου να ήταν τα Ανάκτορα. Ταυτόχρονα η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη αποτελούσε ηχηρό χτύπημα κατά του αντιιμπεριαλιστικού αντιπολεμικού κινήματος.

Στις 27.5.1963, η ΚΕ του ΚΚΕ υπογράμμιζε σε ανακοίνωσή της:

«Τιμώντας τον άξιο μαχητή της ειρήνης και της δημοκρατίας, η εργατική τάξη και όλος ο λαός, αψηφώντας τις κυβερνητικές απαγορεύσεις, θα δυναμώσει τις αγωνιστικές αυτές εκδηλώσεις, και την ημέρα της κηδείας του με απεργίες, συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις θα εκδηλώσει τη διαμαρτυρία του και θα διατρανώσει τη θέληση και την απόφασή του να παλέψει ενωμένος για την αποπομπή της κυβέρνησης του αίματος, την άμεση τιμωρία των δολοφόνων, τη διάλυση των νεοφασιστικών συμμοριών,».

Η παραπάνω Απόφαση της ΚΕ παραβιάστηκε από το Γραφείο του Κλιμακίου Εσωτερικού. Θεωρήθηκε τυχοδιωκτική και έτσι η κηδεία δεν πήρε το χαρακτήρα εκδήλωσης για την ανατροπή της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση Καραμανλή ήταν τότε ετοιμόρροπη. Λίγες μέρες αργότερα (11.6.1963) ο Καραμανλής παραιτήθηκε.

Ως αφορμή της παραίτησης προβλήθηκε ένας ελάχιστα πειστικός λόγος: Η διαφωνία του Καραμανλή με την επιμονή του βασιλικού ζεύγους να πραγματοποιήσει προγραμματισμένο ταξίδι στο Λονδίνο. Ως λόγο της αναβολής ο Καραμανλής επικαλέστηκε φόβους του για επανάληψη ακόμα μεγαλύτερης έκτασης αντιδράσεων από αυτές της 20.4.1963 εναντίον της βασίλισσας Φρειδερίκης στο Λονδίνο.

Προηγούμενη επίσκεψη της Φρειδερίκης επίσης είχε πραγματοποιηθεί παρά τις αντίθετες συστάσεις του Καραμανλή.

Όταν η Φρειδερίκη και η κόρη της Ειρήνη έφτασαν στο ξενοδοχείο «Κλάριτζ» του Λονδίνου, βρέθηκαν μπροστά σε Κύπριους και Εγγλέζους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για την ύπαρξη πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους και η Αγγλίδα κομμουνίστρια Μπέτυ Αμπατιέλου-Μπάρτλετ, σύζυγος του πολιτικού κρατούμενου Αντώνη Αμπατιέλου, στελέχους του ΚΚΕ. Η Μπέττυ Αμπατιέλου επιχείρησε να συναντήσει τη Φρειδερίκη, για να της επιδώσει υπόμνημα με το οποίο ζητούνταν η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων. Το αίτημα απορρίφθηκε. Την ίδια μέρα η Φρειδερίκη και η κόρη της βρέθηκαν πάλι μπροστά στους διαδηλωτές, καθώς έβγαιναν από την πίσω πόρτα του ξενοδοχείου. Η Φρειδερίκη επιχείρησε να φύγει, αλλά η Αμπατιέλου την έπιασε από τους ώμους. Ακολούθησε καβγάς μεταξύ διαδηλωτών και του σωματοφύλακα της Φρειδερίκης, η οποία τελικά ξέφυγε τρέχοντας, ενώ οι διαδηλωτές την ακολουθούσαν.

Όταν τελικά το δεύτερο ταξίδι στο Λονδίνο πραγματοποιήθηκε, ο Καραμανλής είχε παραιτηθεί. Τον Παύλο και τη Φρειδερίκη συνόδευσε στο Λονδίνο ο νέος πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών Παν. Πιπινέλης.

Ανάλογες εκδηλώσεις είχαν πραγματοποιηθεί και τα προηγούμενα χρόνια, όπως κατά την επίσκεψη του Κ. Καραμανλή στο Λονδίνο (1961). Διοργανώθηκαν από την Ένωση για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, στην ίδρυση της οποίας είχαν πρωτοστατήσει η Μπέττυ Αμπατιέλου, η Μάριον Σαράφη και η Νταϊάνα Πιμ. Η Ένωση ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1945, είχε έδρα το Λονδίνο και σκοπός της ήταν η κινητοποίηση του εγγλέζικου λαού για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Ο Κ. Καραμανλής έγραψε αργότερα σχετικά με το αποτέλεσμα της διαμάχης:

«Η διάσταση με το βασιλέα αποτέλεσε την τελευταία πράξη σε μια αλληλουχία γεγονότων. (…) Η προσπάθεια για την εξασφάλιση συναινετικής διαδικασίας με σκοπό την αναθεώρηση του Συντάγματος, προϋπόθεση για την εξυγίανση του δημόσιου βίου, τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό και την ανανέωση των μεθόδων ασκήσεως της πολιτικής εξουσίας, θα κατέληγε να ανασταλεί για μία τουλάχιστον δεκαετία.»

Ο Κ. Καραμανλής

Υποβάλλοντας την παραίτησή του, ο Καραμανλής εισηγήθηκε την άμεση διενέργεια εκλογών με πλειοψηφικό σύστημα για την ανάδειξη νέας Βουλής που θα είχε αναθεωρητικό χαρακτήρα. Καθώς όμως η πρότασή του δεν έγινε δεκτή, αναχώρησε για τη Ζυρίχη (18.6.1963), αναθέτοντας τη διοίκηση της ΕΡΕ σε 3μελή επιτροπή που αποτελούσαν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Κωνσταντίνος Ροδόπουλος και ο Παναγής Παπαληγούρας. Τον Κ. Καραμανλή διαδέχτηκε την προηγούμενη ημέρα στην πρωθυπουργία ο Παναγιώτης Πιπινέλης (17.6.1963). Η κυβέρνηση Πιπινέλη ορκίστηκε στις 19.6.1963 και στη συνέχεια κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο που τροποποιούσε τον εκλογικό νόμο της «ενισχυμένης αναλογικής» σε δύο δευτερεύοντα σημεία. Ο νέος εκλογικός νόμος ψηφίστηκε μόνο από την ΕΡΕ. Η Ένωση Κέντρου απείλησε με αποχή αν οι εκλογές διενεργούνταν από την κυβέρνηση Πιπινέλη και όχι από υπηρεσιακή. Με την αποχή διαφώνησε η ΕΔΑ, ενώ η Ένωση Κέντρου επέμενε σε αυτήν. Η ΕΡΕ ήταν ανένδοτη στη θέση να διενεργήσει τις εκλογές η κυβέρνηση Πιπινέλη, ο οποίος υποστήριζε ότι έπρεπε να διευκολυνθεί ο Παπανδρέου «στην αποχήν του».

Στις 25 Σεπτέμβρη ο βασιλιάς Παύλος συγκάλεσε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, από την οποία απέκλεισε την ΕΔΑ. Την άλλη μέρα διαλύθηκε η Βουλή και προκηρύχτηκαν οι εκλογές για τις 3.11.1963, ενώ στις 28 Σεπτέμβρη σχηματίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανό Μαυρομιχάλη.

Η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη προχώρησε στον τμηματικό αφοπλισμό των Ταγμάτων Εθνικής Ασφαλείας (ΤΕΑ), στην αντικατάσταση των νομαρχών από εισαγγελείς και στην προσωρινή αντικατάσταση των αρχηγών της χωροφυλακής και της αστυνομίας.

Μετά από αυτές τις εξελίξεις ο Καραμανλής ήρθε στην Ελλάδα (28.9.1963) για να ηγηθεί της ΕΡΕ στην εκλογική αναμέτρηση.

Στο μεταξύ οι περισσότεροι συνεργαζόμενοι με την ΕΔΑ είχαν προσχωρήσει στην Ένωση Κέντρου, ενώ αποχώρησαν από την ΕΔΑ και εντάχτηκαν στην ΕΚ ακόμα και πρώην βουλευτές της (Κώστας Κωνσταντάρας και Γιάννης Αθητάκης).

Στις εκλογές της 3.11.1963 πήραν μέρος η ΕΡΕ, η Ένωση Κέντρου, η ΕΔΑ, το Κόμμα Προοδευτικών, το Κίνημα Δημοκρατίας και Σοσιαλισμού (Στρατής Σωμερίτης, Ηλίας Μπρεδήμας) με υποψηφίους σε 3 περιφέρειες, η Χριστιανική Δημοκρατία με αρχηγό και μοναδικό υποψήφιο στα Χανιά τον Νίκο Ψαρουδάκη και διάφοροι ανεξάρτητοι και μεμονωμένοι υποψήφιοι. Από τις κάλπες αναδείχτηκε νικητής η Ένωση Κέντρου.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου χαιρέτισε τη νίκη του κόμματός του ως νίκη του «ανένδοτου αγώνα» και ζήτησε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ο Κ. Καραμανλής πίεσε τον Παύλο να δώσει στον Γ. Παπανδρέου διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και όχι εντολή σχηματισμού, εφόσον δε διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία. Τελικά ο Παύλος έδωσε στον Γεώργιο Παπανδρέου την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης (6.11.1963). Μετά από δύο ημέρες σχηματίστηκε η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου.

Σε μεταγενέστερο υπαγορευμένο σημείωμά του από το Παρίσι ο Κ. Καραμανλής αναφέρει:

«Ο βασιλεύς όχι μόνον έδωσεν εις τον Παπανδρέου την εντολήν, αλλ’ απέφυγε να δώση και οιανδήποτε απάντησιν εις το τελευταίον μου διάβημα.»

Διαπιστώνεται και από τα προηγούμενα ότι η φιλοβασιλική μερίδα της ΕΡΕ ήταν ισχυρότατη, με αποτέλεσμα να ήταν δύσκολες ακόμα και τακτικές κινήσεις, έστω ως αντίδραση στην επιλογή του βασιλιά.

Η ΕΡΕ πρότεινε στην Ένωση Κέντρου κυβερνητική συνεργασία που απορρίφτηκε, ενώ η ΕΔΑ υπερψήφισε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, ισχυριζόμενη:

«(…) Η ΕΔΑ αποδεικνύει έμπρακτα ότι υπάρχει εις την παρούσαν Βουλήν η επαρκής πλειοψηφία διά την εκτέλεσιν του κυβερνητικού έργου.»

Υπερψήφισε επίσης τον Ηλία Τσιριμώκο ως πρόεδρο της Βουλής.

Η διακυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη Δεκέμβρη. Πάρθηκαν ορισμένα μέτρα, όπως καθιέρωση της δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες, ρύθμιση αγροτικών χρεών (διαγραφή τόκων υπερημερίας κ.ά.), αύξηση μισθών και συντάξεων κ.ά.

Το Γενάρη του 1964 απελευθερώθηκαν ορισμένοι πολιτικοί κρατούμενοι έπειτα από κράτηση 19 χρόνων, ενώ τον Απρίλη κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο για τους πολιτικούς κρατουμένους και τα έκτακτα μέτρα. Αν και οι διατάξεις του νομοσχεδίου περιείχαν ημίμετρα (διατήρηση των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων» για τους δημόσιους υπαλλήλους και ορισμένες άλλες κατηγορίες, μη κατάργηση του θεσμού της εκτόπισης και του ΑΝ 509/47 κ.ά.), απελευθερώθηκαν 421 πολιτικοί κρατούμενοι. Παρέμειναν στις φυλακές της Αίγινας 79 καταδικασμένοι με το Νόμο 375/36 «περί κατασκοπίας».

Ως προς τα εξωτερικά ζητήματα, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου επαναβεβαίωσε την πίστη της στο ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας ότι θα κινούνταν σε πλαίσια που θα καθιστούσαν «πιο διακριτή την αυτοτέλεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, σύμφωνα με όσα είχε ήδη διακηρύξει, δε δέχτηκε την κοινοβουλευτική στήριξη της ΕΔΑ και ζήτησε τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη νέων εκλογών. Ακολούθησε ο σχηματισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης (31.12.1963) με πρωθυπουργό τον υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννη Παρασκευόπουλο και η προκήρυξη εκλογών για τις 16.2.1964.

Ετικέτες: ,

Δείτε ακόμα...