Ανακοίνωση – παρέμβαση από μέλη του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για το θέμα των υποκλοπών

Πληκτρολόγιο υπολογιστή - Τεχνολογία

Τον έντονο προβληματισμό τους για το θέμα των υποκλοπών και τις πτυχές του εξέφρασαν με ανακοίνωση τα έξι μέλη της μειοψηφίας στο ΔΣ της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και συγκεκριμένα οι Χρ. Σεβαστίδης, ΔΝ εφέτης, Χαρ. Σεβαστίδης, εφέτης, Π. Μποροδήμος, πρωτοδίκης, Μ. Τσέφας, πρόεδρος Πρωτοδικών, Ι. Ασπρογέρακας, πρόεδρος Πρωτοδικών και Εφη Κώστα, ειρηνοδίκης.

Μεταξύ άλλων, κάνουν λόγο για το ασαφές περίβλημα της «εθνικής ασφάλειας», που μπορεί να χωρέσει κάθε συμφέρον και εντέλει να νομιμοποιήσει την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών.

Στην ανακοίνωσή τους επισημαίνουν ανάμεσα σε άλλα:

«Η ποιότητα της δημοκρατίας και των συνταγματικών ελευθεριών σε ένα κράτος δικαίου δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά ή κυρίως από τους θεσπισμένους κανόνες, αλλά και από τον τρόπο εφαρμογής τους. Οι θεσπισμένοι κανόνες, είτε αυτοί που περιβάλλονται το κύρος των συνταγματικών ρυθμίσεων, είτε του απλού νόμου, δεν αρκούν αφ’ εαυτού, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που η ύπαρξή τους έχει αξιοποιηθεί ως άλλοθι και ως βολική νομιμοποιητική βάση της καταπάτησης των στοιχειωδέστερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκ μέρους της εκάστοτε διοίκησης.

(…) Το εθνικό, διεθνές και ευρωπαϊκό Δίκαιο με σειρά διατάξεων (άρθρο 19 του ελληνικού Συντάγματος, άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 8 της ΕΣΔΑ) προστατεύουν καταρχήν το απόρρητο της επικοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα με ένα πλέγμα ρυθμίσεων αποδεσμεύουν τις κρατικές και διεθνείς υπηρεσίες από το καθήκον σεβασμού αυτών των διατάξεων, παραπέμποντας σε λόγους εθνικής ασφάλειας, που όμως δεν εξειδικεύονται σαφώς. Έτσι, κάθε συμφέρον μπορεί να λαμβάνει τον χαρακτηρισμό του “λόγου εθνικής ασφάλειας” και με τον τρόπο αυτό η νομιμοποίηση της παραβίασης του απορρήτου διέρχεται το πρώτο στάδιο, που γεννά την ανάγκη του επόμενου σταδίου “δικαστικής επικύρωσης”.

Για τον εισαγγελικό λειτουργό όμως στην Ελλάδα, που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο της ΕΥΠ και υπογράφει σύμφωνα με την έκθεση της ΑΔΑΕ πάνω από 15.000 διατάξεις άρσης του απορρήτου της επικοινωνίας κάθε χρόνο, στις οποίες, σε αντίθεση με εκείνες που αφορούν διακρίβωση εγκλημάτων, δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται το όνομα του παρακολουθούμενου (άρθρο 5 παρ. 1α ν. 2225/1994), η δυνατότητα άσκησης ουσιαστικού και όχι απλά νομιμοποιητικού ελέγχου συρρικνώνεται επικίνδυνα. Η δε τοποθέτηση δεύτερου εισαγγελικού λειτουργού για τον παραπάνω έλεγχο, που εξαγγέλθηκε πριν λίγες μέρες, ενόψει του αριθμητικού όγκου των υποθέσεων, δεν φαίνεται ικανή να προσφέρει στο πρόβλημα καθαυτό, ενώ κατ’ αποτέλεσμα τείνει να επαναλάβει την ίδια διαδρομή ενίσχυσης του κύρους της υπηρεσίας πληροφοριών και της διοίκησης, μέσα από την κατ’ ουσίαν αδύναμη παρουσία της δικαστικής αρχής, και τελικά να λειτουργήσει ως παρέμβαση επικοινωνιακού χαρακτήρα.

Αναμέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα την επίσημη τοποθέτηση της πλειοψηφίας του ΔΣ της Ενωσής μας σε ένα ζήτημα τόσο κομβικό για την προστασία των ατομικών ελευθεριών των πολιτών. Μάταια!

(…) Σημειωτέον δε ότι βάσει της τροπολογίας 826/145/31.3.2021, το άρθρο 87 ν. 4790/2021 τροποποίησε το άρθρο 5 ν. 2225/1994, και έτσι, πλέον, ειδικά η άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν είναι πλέον δυνατό να κοινοποιηθεί στον παρακολουθούμενο από την ΑΔΑΕ μετά τη λήξη της, ενώ αντίθετα είναι εφικτό αυτό για την άρση απορρήτου για τη διακρίβωση εγκλημάτων. Υπεύθυνα και χωρίς να αδιαφορούμε για τον θεσμικό ρόλο μιας εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών, θεωρούμε ότι η συμμετοχή της δικαστικής εξουσίας στον έλεγχό της πρέπει να είναι ουσιαστική και όχι τυπική».

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...