Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία – Γιάννης Βασιλειάδης

Κυριακή πρωί, το πρώτο του Απρίλη. Σιγοψιθυρίζω το γνωστό τραγούδι του Μίκη

«Απρίλη μου, Απρίλη μου ξανθέ

και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πως αντέ

Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πως αντέχεις

μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές»…

Και φτάνω στο Διοικητήριο. Ακόμη η πρωινή δροσιά κρατάει, αλλά ο ήλιος μόλις ξεπροβάλλει, όλα αλλάζουν. Στο Διοικητήριο αναστάτωση.

  • Καλημέρα κύριε Διοικητά
  • Καλημέρα σε όλους. Τι γίνεται;
  • Κύριε Διοικητά, χτες παρουσιάστηκε ένας στρατιώτης. Ετοιμάζω να σας φέρω τα έγγραφα για υπογραφή. Θέλετε να τον δείτε;
  • Φυσικά και θέλω.
  • Ωραία. Σας αφήνω το φάκελο και τον ειδοποιώ.

Ο φάκελος στο γραφείο και κλείνει γρήγορα η πόρτα. Ο νέος στρατιώτης έρχεται από τον Έβρο. Μέχρι να υπογράψω τα έγγραφα, χτυπά η πόρτα.

  • Εμπρός!
  • Στρατιώτης Βασιλειάδης Γιάννης. Διατάξτε κύριε Διοικητά!
  • Καλώς μας ήρθες! Πώς είσαι; Τακτοποιήθηκες; Βρήκες κάποιους συναδέλφους σου;
  • Καλώς σας βρήκα. Ναι, τακτοποιήθηκα. Δεν έχω προλάβει ακόμη να βρω συναδέλφους μου, αλλά ελπίζω σήμερα να τους βρω.
  • Πολύ καλά. Τη διαδικασία τη γνωρίζεις;
  • Τη γνωρίζω. Όποτε μου πείτε, μπορώ να ξεκινήσω.
  • Ας ξεκινήσουμε!

Οκτώβρης του 2019, έφτασε η σειρά μας να υπηρετήσουμε. Η μάνα σε χαιρετάει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης στις 6 το πρωί, δακρύζει λίγο για το μοναχογιό της αλλά το κρύβει, το τρένο φεύγει για να διασχίσει όλη την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με πολλές στάσεις σε όλες τις πόλεις, καρβουνιάρης, ταξίδι 12 ώρες. Τελικός προορισμός, Λαγός Έβρου.

Πρώτη μέρα φτάνουμε απόγευμα, Ριζοσπάστης στην τσάντα, «ψαρωμένοι» κάπως περνάμε την πύλη, δεν προλαβαίνουμε και πολλά να κάνουμε γιατί έχει πάει αργά, μόνο να φάμε βραδινό, να ανταλλάξουμε με τα άλλα παιδιά κάποιες κουβέντες.

Τη δεύτερη μέρα μετά από τα τυπικά και μια στιχομυθία με ένα στέλεχος για το τι γράφεται στο χαρτί «δεν ανήκω σε άλλες θρησκείες, είμαι άθεος», «μάλιστα στρατιώτη, δεν υπάρχει αυτή η επιλογή στο σύστημα», μαθαίνω ότι θα υπηρετήσω στα Ρύζια στο 508 Μ/Κ ΤΠ. Ρύζια; Πού είναι αυτό; «Στην πινέζα του χάρτη 4χλμ από την Τουρκία» μου απαντάει ένας Λοχίας που υπηρετεί εκεί «θα περάσεις καλά μεγάλε θα τα πούμε εκεί» μου λέει. Πολύ καλός άνθρωπος παρεμπιπτόντως, με χιούμορ και σωστές γενικά απόψεις, όπως αποδείχτηκε αργότερα που συναντηθήκαμε.

Ξεκινάει η θητεία στην Μονάδα, «προσοχή–ημιανάπαυση», ορκωμοσία, «νέοι-παλιοί», πολύς κόσμος γνωριμίες, καινούρια καθημερινότητα, καινούρια καθήκοντα. Σημαντικό να κρατάς επαφή με τους έξω τους συντρόφους σου, φίλους, συγγενείς, την κοπέλα σου, μάλλον σε αυτή τη φάση της ζωής κατάλαβα τι σημαίνει να επικοινωνείς ουσιαστικά με αγαπημένα πρόσωπα ακόμα και από το τηλέφωνο, να θες να μάθεις έστω ένα νέο, τι γίνεται έξω.

Πρόβα ορκωμοσίας, μήνα Οκτώβρη πολύ ομίχλη στο Βόρειο Έβρο, ανοιχτή πεδιάδα, πολύ υγρασία. Ένας ανθυπολοχαγός θα μας πει ένα πρωί κάποια πράγματα για τη Μάχη της Κρήτης, για το ότι «οι Έλληνες πάντα ήταν λιγότεροι αλλά είχαν ψυχή», ότι «στον όρκο θα φωνάζετε δυνατά για να σας ακούνε απέναντι», ρώτησε αν υπάρχει εδώ κάποιος άθεος, παρουσιάστηκα και δήλωσα άθεος, του κόπηκε λίγο η φόρα και είπε «μια χαρά εσύ απλά θα πεις υπόσχομαι», «μάλιστα» του απαντάω. «Αυτά που λέω δεν είναι εθνικιστικά» συνεχίζει αλλά «η ιστορία της χώρας μας». Κάπου εκεί καταλαβαίνω ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα, άμα είσαι αποφασισμένος κάποιοι μαζεύονται.

Μετά την πρόβα με ρωτάει ένας συνάδελφος, «εσύ γιατί άθεος; Για προσωπικούς λόγους;», «βασικά για ιδεολογικούς λόγους» του απαντάω. Ένα στάγιερ γεμάτο με φαντάρους γύρισε και με κοίταξε, ήταν μια πρώτη στιγμή που ένοιωσα πιο άνετα, «θέλω να μου το εξηγήσεις αυτό μετά» συνέχισε ο συνάδελφος. Κάπως αποκαλυφθήκαμε, δειλά-δειλά. Το ίδιο μεσημέρι, με πιάνει ένας στο θάλαμο που είμαστε οι δύο μας και μου δίνει το χέρι, μου λέει «συγχαρητήρια». Τι «συγχαρητήρια ρε σειρά;» του λέω, «που είσαι άθεος και το είπες, είμαι κι εγώ αλλά φοβήθηκα να το πω, μπράβο σου», το χαμόγελο μου έφτασε μέχρι τα αυτιά.

Μετά από δύο μέρες με έναν άλλον, «εσύ μου φαίνεται ότι κάτι είσαι πολιτικά, κάτι πιστεύεις, από τον τρόπο που μιλάς και κινείσαι». Δύσκολη συζήτηση με τον τρόπο που τέθηκε. Του λέω «νομίζω ότι θα καταλάβεις». Τελικά κατάλαβε σύντομα, γίναμε καλοί φίλοι μέχρι σήμερα, όσο ήμουν στον Έβρο από τους πιο κοντινούς μου. Πρόσφατα σε μια απεργία στην Αθήνα που συμμετείχε με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «ήρθα σε μια απεργία με το συνδικάτο μου και σε θυμήθηκα», ανεκτίμητη αξία αυτό για έναν κομμουνιστή, όπως και να μπορεί κάποιος να τον αναγνωρίσει από μόνος του χάρη στο κριτήριο που έχει αναπτύξει από την επαφή του με μέλη της ΚΝΕ.

Κάπως έτσι περνάει ο καιρός, φτάνει 17 Νοέμβρη. Το στρατόπεδο σε αναβρασμό όλο αυτό το διάστημα θα γίνει επιθεώρηση από Μέραρχο και Σωματάρχη τις επόμενες μέρες, καθαρίζουμε όλη μέρα, μαζί με εκπαίδευση και υπηρεσίες. Για τη γιορτή του Πολυτεχνείου ούτε κουβέντα, ξεκινάμε όμως οι φαντάροι να συζητάμε για αυτό και υπάρχει σεβασμός, αναγνώριση για τον ξεσηκωμό, τη συμβολή στον αγώνα για την ανατροπή της δικτατορίας. Εκεί πέφτει η ιδέα «αύριο που είναι 17 Νοέμβρη θα λέμε όλοι χρόνια πολλά». Όντως έτσι έγινε το άλλο πρωί, φαντάροι να εύχονται ο ένας στον άλλο «χρόνια πολλά» για την επέτειο του Πολυτεχνείου, κάποιοι είπαν να το πάνε και παραπέρα. Με βήμα πάμε για πρωινό και ένας βάζει Θεοδωράκη στο κινητό, αντιδικτατορικά τραγούδια, φωνάζει κιόλας «Βασιλειάδη έλα έβαλα τα δικά σου». Αξέχαστες στιγμές μέσα σε εκείνες τις συνθήκες, μικρές νίκες, που μου έδωσαν κουράγιο και για τη συνέχεια.

Η συνέχεια ήταν λίγο περίεργη. Ο Υπουργός δηλώνει σε εκδήλωση «είμαστε έτοιμοι να χύσουμε το αίμα μας δίπλα στους Αμερικανούς στρατιώτες όπως κάναμε και στο παρελθόν». Πολύ χοντρό. Ανοίγει συζήτηση. Γράφω άρθρο στο Ριζοσπάστη, επώνυμο. «Εμείς που υπηρετούμε τη θητεία μας, τα παιδιά του λαού, θέλουμε να προστατέψουμε την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας, τα κυριαρχικά της δικαιώματα, όχι να χύσουμε το αίμα μας για τους Αμερικάνους», είναι το γενικό νόημα. Περνάνε τρεις μέρες. Ενώ κάνω ειδικότητα δέχομαι τηλεφώνημα από το Γραφείο Κινήσεως της Μονάδας. «Βασιλειάδη πρέπει να έρθεις στη Μονάδα να ετοιμάσεις τα πράγματα σου, πας απόσπαση στο Διδυμότειχο». Ήταν ένα μικρό σοκ, ενόχλησε φαίνεται. Ένας μήνας Διδυμότειχο στη Μεραρχία, νέα κατάσταση, πάλι προσαρμογή από την αρχή, νέα πρόσωπα και πάλι κάναμε παρέα, πάλι κάποιοι ξεχώρισαν.

Φτάνει Γενάρης πολύ κρύο, βγαίνουμε στην αναφορά για τη θέρμανση, πολύ κρύο στο θάλαμο. Το θέμα λύνεται την ίδια μέρα, άλλη μία μικρή νίκη που μέσα στο καταχείμωνο στον Έβρο, την σκοπιά στο -8 το βράδυ ήταν σημαντική. Μετράμε αντίστροφα για την μετάθεση κοντεύουμε τους 5 μήνες πάνω, περιμένουμε αρκετοί από τη σειρά μας να πάμε κοντά στα σπίτια μας. Οι εξελίξεις όμως και τα συμφέροντα που συγκρούονται στην περιοχή, είχαν άλλη άποψη.

Άδεια κάποιες μέρες, Θεσσαλονίκη. Ένα Σάββατο πρωί ανοίγω την τηλεόραση και βλέπω τις ειδήσεις. Απευθείας μετάδοση από τις Καστανιές του Έβρου, «χιλιάδες μετανάστες επιχειρούν να περάσουν τα σύνορα» , πρόκειται για «ασύμμετρο πόλεμο» λέει η κυβέρνηση. Οι εικόνες που δείχνει η τηλεόραση είναι γνωστές, έχω πάει εκεί πολλές φορές, μάλλον θα ζήσουμε και τις συνέπειες των ανταγωνισμών που λέγαμε τόσα χρόνια σκέφτομαι, τι γίνεται πρέπει να μάθω, να μιλήσω με τα παιδιά. Μιλάω με κάποιους, το κλίμα είναι περίεργο, κάπως πολεμικό. Δύσκολα τα πράγματα. Μαθαίνω μόνο από το Ριζοσπάστη και τις ειδήσεις. Τελειώνει η άδεια.

Γυρνάω στη Μονάδα, με ένα σφίξιμο στο στομάχι. « Τι κάνουμε κύριε Ανθυπολοχαγέ;» ρωτάω με το που μπαίνω μέσα, «ότι διαταχθείτε» είναι η απάντηση. Γενική και ίσως και επικίνδυνη. Πάμε μπροστά, εκεί που γίνονται τα γεγονότα. Εκρηκτική κατάσταση, «πολεμικό κλίμα», παροξυσμός, «δεχόμαστε επίθεση λένε κάποιοι». Βρίσκουν χώρο ρατσιστικές απόψεις, το κλίμα βαρύ, στοχοποιούνται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες ως υπεύθυνοι. Δύσκολες οι πρώτες 10 μέρες ειδικά, συνεχόμενες υπηρεσίες πολύωρες, συναγερμοί συνεχώς, ετοιμότητα, πέτρες, χημικά, άσχημο κλίμα που παρασύρει τους φαντάρους, «σε αυτό είμαστε όλοι μαζί για να διώξουμε τους εισβολείς» λένε πολλοί. Κι άλλα όμως όπως «εσύ τι προτείνεις να ανοίξουμε τα σύνορα;», «το πράγμα θα πάει αλλού» κλπ. Δύσκολο να μιλήσεις, να βρεις σημείο συμφωνίας. Οι εξελίξεις όμως έχουν πάντα μια δυναμική μέσα τους όσο κι αν φαίνονται δύσκολα τα πράγματα στην αρχή. Η κούραση, οι δυσκολίες της καθημερινότητας, η κατανόηση ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ήρθαν μόνοι τους εκεί, ότι το κάδρο είναι μεγαλύτερο από την εικόνα και είναι γεωπολιτικά συμφέροντα στη μέση, αστικές τάξεις και ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, έφεραν σταδιακά μια αλλαγή του κλίματος. Τόσο οι φαντάροι όσο και το μόνιμο προσωπικό, με κάποιους από αυτό να ξεχωρίζουν, άρχισαν να καταλαβαίνουν καλύτερα «ποιος είναι ο εχθρός». Το ρόλο της ΕΕ, των δυνάμεων της Frontex που ήρθαν στην περιοχή, του ΝΑΤΟ, απομονώθηκαν αυτοί που έλεγαν «πάμε να τους φάμε», «ας έρθουν οι Τούρκοι και θα δούνε» από την ίδια τη ζωή. Μεγάλο σχολείο αυτές οι μέρες, δεν θα τις ξεχάσω ποτέ από πολλές απόψεις.

Φτάνουμε στο τέλος της θητείας, 2 μήνες Θεσσαλονίκη, Σίνδος, πάλι με καλούς συναδέλφους και παλιούς γνώριμους, νέες φιλίες. Κακά τα ψέματα οι περισσότεροι επειδή είχαμε κάνει 6μηνο παραμεθόριο λέγαμε «εδώ αυτό δεν είναι στρατός». Δεν είναι έτσι ακριβώς βέβαια. Φτιάξαμε και κείμενο με υπογραφές για την Ελληνο-Αμερικάνικη Συμφωνία για τις Βάσεις, υπέγραψαν πολλοί από στρατόπεδα της Θεσσαλονίκης. Ήταν και η πρώτη φορά που στείλαμε στο alt.gr. Με τα πολλά απολυθήκαμε.

Αν κάτι κρατάω από τη θητεία μου είναι ότι εκεί τελικά μπορείς να γίνεις πιο σίγουρος για τις επιλογές σου στη ζωή. Έχεις το χρόνο και τη διάθεση να κάνεις ένα «ταμείο», να πάρεις αποφάσεις για το μέλλον σου. Επίσης, ότι όταν συζητάμε για τα αδιέξοδα αυτού του συστήματος, τους ανταγωνισμούς και τις στρατιωτικές αντιπαραθέσεις αυτά δεν είναι «τόσο μακρινά» ή απλά κάποια επικίνδυνα σχέδια για το μέλλον αλλά κάτι που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη και έχει άμεσο αντίκτυπο ζωή των στρατευμένων νέων και του λαού μας. Ότι οι εξελίξεις αυτές έχουν τεράστια δυναμική μέσα τους και πραγματικά ταρακουνάνε συνειδήσεις, ακόμα κι αν στην αρχή μπορεί να δημιουργείται «παροξυσμός», «εθνική ομοψυχία» κοκ. Επίσης, κρατάω τα μέρη που γνώρισα στο Βόρειο Έβρο, τη συνοριογραμμή, το ποτάμι και τον γνωστό φράχτη, την Ορεστιάδα και ανθρώπους που γνώρισα εκεί, την Ανδριανούπολη που βλέπαμε φωτισμένη τα βράδια στο περίπολο και τα πρωινά που έφτανε το μάτι σου για να την δεις, τους συναδέλφους μου που ήταν σχεδόν όλοι εξαιρετικά παιδιά σε όλες τις μονάδες, ορισμένους υπαξιωματικούς και αξιωματικούς που ήταν τίμιοι λαϊκοί άνθρωποι με σεβασμό στο φαντάρο και τη δουλειά που κάνουν.

Το κεφάλι ψηλά, καλή δύναμη σε όλους τους νέους, που πειθαρχούν συνειδητά, που δεν χαμηλώνουν το βλέμμα! Καλή αγωνιστική θητεία!