Ανοίγουν επικίνδυνους δρόμους οι ΝΑΤΟικές διευθετήσεις και τα σχέδια συνδιαχείρισης

Φώτο αρχείου

Νερό στον μύλο επικίνδυνων εξελίξεων, με αναθέρμανση της «συζήτησης» για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λοζάνης αποτέλεσαν δηλώσεις του βουλευτή της ΝΔ Αγγελου Συρίγου. Θυμίζουμε ότι το ζήτημα της αναθεώρησης βάζει συνεχώς η τουρκική αστική τάξη, συνδεόμενο όπως είναι άμεσα με τις συνολικότερες εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, όπου τον τόνο δίνουν τα σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ.

Σε αυτό το φόντο, το στέλεχος της ΝΔ έκανε δηλώσεις όπως ότι «σήμερα πρέπει να περάσουμε στην επόμενη φάση και να πούμε την πραγματικότητα. Η Συνθήκη της Λοζάνης είναι μια συνθήκη παρωχημένη σε σχέση με την αποστρατικοποίηση». Επίσης, ότι «η Συνθήκη της Λοζάνης είναι ένα τεράστιο πράγμα. Είναι μια βασική συμφωνία, έχει άλλες 14 συμφωνίες, παραρτήματα κ.λπ. Το 97% όλων αυτών στο σήμερα δεν έχει καμία αξία». «Τα μόνα που έχουν αξία στο σήμερα είναι αυτά που ορίζουν σύνορα της Τουρκίας έναντι των γειτονικών χωρών», πρόσθεσε.

Αργότερα επιχείρησε να ανασκευάσει, κάνοντάς τα χειρότερα, με επιχειρήματα του τύπου «εάν κάτι είναι παρωχημένο δεν σημαίνει ότι αναθεωρείται», ενώ αναφορικά με τις διατάξεις περί αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου σημείωσε ότι «αναφέρονται σε μέσα που αφορούσαν το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου».

Να μαζέψει την κατάσταση επιχείρησε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Π. Μαρινάκης, ο οποίος, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, είπε μεταξύ άλλων πως «η Συνθήκη της Λοζάνης αποτελεί το στέρεο διεθνές νομικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο βασίζεται η ρύθμιση όλων των σχέσεων της ευρύτερης περιοχής» και πως ο Συρίγος είπε ό,τι είπε «με την επιστημονική του ιδιότητα, για κάποια επιμέρους σημεία του κειμένου», κάνοντας «μία επιστημονική ανάλυση», αν και άφησε μια αιχμή ότι στις δηλώσεις Συρίγου «ενδεχομένως να υπήρχε μια προβληματική διατύπωση».

Στην πράξη, βέβαια, η κυβέρνηση της ΝΔ ανοίγει μια δημόσια συζήτηση και, με δεδομένες τις αξιώσεις που θέτει και η τουρκική πλευρά, έχει ως αποτέλεσμα να «στρώνεται έδαφος» για την αναθεώρηση ενός νομικού κειμένου που καθορίζει όχι μόνο τα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας αλλά και κυριαρχικά δικαιώματα και μειονότητες, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου.

Αλλωστε, η συζήτηση γίνεται πάνω στον «Οδικό Χάρτη» διευθέτησης των «διαφορών», ο οποίος χαράχτηκε από μια σειρά ΝΑΤΟικών αποφάσεων και παρεμβάσεων για τη θωράκιση της ευρωατλαντικής συνοχής στην Ανατολική Μεσόγειο και με τα σχέδια συνεκμετάλλευσης «ανά χείρας», σε βάρος της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Σε αυτή την ευρωατλαντικής κοπής πορεία, μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλη στη Λιθουανία και το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας τον Δεκέμβρη στην Αθήνα, όπου έκλεισαν μια σειρά από συμφωνίες για μπίζνες, τη σκυτάλη παίρνουν τον Φλεβάρη οι επόμενες συναντήσεις στο πλαίσιο του λεγόμενου Πολιτικού Διαλόγου, της «Θετικής Ατζέντας» και των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Ολα «τρέχουν» υπό την επίβλεψη των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών, ενώ ό,τι αποφασιστεί το πρώτο εξάμηνο του 2024 θα επικυρωθεί από τους Μητσοτάκη – Ερντογάν σε δύο φάσεις: Την προσεχή άνοιξη στη συνάντησή τους στην Αγκυρα και το καλοκαίρι στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ουάσιγκτον.

Στην πράξη, δηλαδή, προωθείται εφ’ όλης της ύλης παζάρι, όπου η τουρκική ηγεσία θέτει όλες τις απαράδεκτες διεκδικήσεις της για την αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών και την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων τους, χαρακτηρίζει τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη τουρκική, ενώ αποβλέπει στην παραπομπή του συνολικού πακέτου των τουρκικών απαιτήσεων στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο εκπληρώνει σημαντικό ρόλο στα γεωπολιτικά παιχνίδια.

Στο ενδιάμεσο, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαφορά με την Τουρκία αφορά μόνο την υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Ωστόσο και προηγούμενες κυβερνήσεις «ορκίζονταν» στη «μία διαφορά», αλλά κατά τη διάρκεια των «διερευνητικών συνομιλιών» Ελλάδας – Τουρκίας, π.χ. το 2003 και το 2010, συζητήθηκε θέμα κυριαρχίας, το εύρος των χωρικών υδάτων. Επίσης, ο Κυρ. Μητσοτάκης στις κοινές δηλώσεις με τον Ερντογάν, μετά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, ανέφερε ότι υπάρχει «μια διαφορά που μπορεί να υπαχθεί σε διεθνή δικαιοδοσία» (Δικαστήριο της Χάγης), από όπου προκύπτει το εύλογο ερώτημα: Ποιες άλλες διαφορές αναγνωρίζει η κυβέρνηση ότι υφίστανται και πώς βλέπει ότι θα επιλυθούν;

Δείτε ακόμα...