Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε

Απρίλης το «δύο το καλό» της άνοιξης (μετά το Μάρτη-γδάρτη…)
Κάποιοι λένε πως το όνομα πηγάζει από τους Ετρούσκους – Apro, οι δικοί μας από την Αφροδίτη, Θεά της Αγάπης, στην οποία μάλιστα ήταν αφιερωμένος, άλλοι από το λατινικό aperire (ανοίγω) σαν μήνας που «ανθίζει η φύση όλη»

Ανοίγει ο καιρός, ανοίγει η καρδιά μας, ανοίγουν οι πόρτες της άνοιξης, ανοίγει το χορτάρι και κάνει χώρο στις μαργαρίτες και τις παπαρούνες να ανθίσουν.
Ανοίγει η διάθεσή μας –για φέτος εν μέσω πανδημίας και τρελλοκομείου από πλευράς κυβέρνησης, οψόμεθα…
Κάποτε, πριν ακόμη από μερικά χρόνια, στα χωριά άσπριζαν τους τοίχους των σπιτιών, σήκωναν τις πολύχρωμες κουρελούδες, μπογιάτιζαν τους τενεκέδες που φιλοξενούσαν φλογερά γεράνια και πελαργόνια.

Απρίλη μου,
Απρίλη μου ξανθέ
Και Μάη μυρωδάτε καρδιά μου πώς αντέ
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
Μέσα στην τόσο αγάπη και στις τόσος ομορφιές

Γιομίζ’ η γειτονιά
Τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Μα το ‘χω μυστικό

Αστέρι μου
Αστέρι μου χλωμό
Του φεγγαριού αχτίδα
στο γαϊτανόφρυδο
Στο γάϊτανο,
στο γαϊτανοφρυδό σου
Κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξόβεργο

Λουλούδι μου
Λουλούδι μου μυριστό
Και ρόδο μυρωδάτο
Στη μάνα σου θα ‘ρθώ
στη μάνα σου,
στη μάνα σου θα ‘ρθώ
Να πάρω την ευχή της και το ταίρι που αγαπώ

Οι γυναίκες ετοίμαζαν κουλουράκια, τσουρέκια, και έβαφαν τα αβγά. Έπλεναν το μοναδικό καλό φόρεμα, που διέθεταν, για να το φορέσουν στην Ανάσταση. Το σπίτι έλαμπε. Γιατί Λαμπρή ερχόταν.

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.

Από την Κυριακή των Βαΐων άρχιζε το πανηγύρι με τις νέες γυναίκες να πρωτοστατούν. Να πρωταγωνιστούν στη μέρα της δόξας αλλά και στη μέρα – σύμβολο της νέας ζωής. Στη μέρα της γονιμότητας. Κουβαλούσαν τα βάγια στην εκκλησία ανύπαντρες ή νιόπαντρες και έπειτα μετά τη λειτουργία έπαιρναν τα βάγια από τον παπά και μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού και χόρευαν. Χορεύοντας και τραγουδώντας έφταναν μέχρι το ρέμα και έριχναν τα κλαδιά. Και όποιας γυναίκας το κλαδί πήγαινε πρώτο γινόταν συντέκνισσα των άλλων. Αυτή έμπαινε επικεφαλής της ομάδας και οδηγούσε τις φίλες στο σπίτι, όπου η μάνα της ετοίμαζε φαγητό για όλες. Και πάλι, χορός και πάλι τραγούδι και πάλι προσμονή. Για ένα παλικάρι ή για ένα παιδί.

Ξημέρωνε Μεγάλη Δευτέρα και ερχόταν ο Νυμφίος. Και ερχόταν η Μεγάλη Τρίτη των “Δέκα Παρθένων”, με το τροπάριο της Κασσιανής για να κάνει τα μάτια να υγρανθούν. Και να η αργοκίνητη, η σκυθρωπή και συννεφιασμένη Μεγάλη Πέμπτη με τον Εσταυρωμένο ράγιζε και ραγίζει τις καρδιές, πιστών και μη.

Όλοι θα θυμόμαστε από τη μεγαλοβδομάδα (εβδομάδα των Παθών κατά του πιστεύοντες) το επιγραμματικό στιχούργημα, με τις διάφορες κατά τόπους παραλλαγές του (σε παρένθεση η πλέον συνηθισμένη –όπως το απαγγέλουν τα παιδιά της χορωδίας Δόμνας Σαμίου):

Μεγάλη Δευτέραμεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – μεγάλη λύπη (εκρύφτη)
Μεγάλη Τετάρτη – ο Χριστός εχάθη (επιάστη)
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη (παιδεύτη)
Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σάββατο – ο Χριστός στον τάφο
Μεγάλη Κυριακή – μπαμ απο δω, μπαμ απο κει,
τρων’ αρχόντοι και φτωχοί
(ο Χριστός θ’ αναστηθεί)

Crocifisso ligneo στη Βασιλική του Βατικανού

H «μεγάλη μαχαίρα» έχει να κάνει με παράδοση αιώνων να μην τρέξει αίμα εκείνη τη μέρα (…τις άλλες δεν πειράζει), με νηστεία από κόκκινο κρέας, με τις «εκεχειρίες» -σαν αυτή που δεν εφαρμόζουν οι Ισραηλινοί στα κατεχόμενα και οι απανταχού ιμπεριαλιστές.
Τα τοπικά ήθη και έθιμα «στέρησης» ποικίλουν, δεν ακούγονται μουσικές, δε φωνάζουμε, δε βλαστημάμε …κάποιοι σταματούν να χαρτοπαίζουν, ενώ στην εκκλησία ψάλλεται το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός»…

«Ο Χριστός του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού» του Σαλβαντόρ Νταλί (1951)

Κάθε άνθρωπος βλέπει –δυνητικά, πάνω στο σταυρό κάποιον δικό του, που μαρτύρησε χωρίς να “μαρτυρήσει” ή να αλλαξοπιστήσει. Το αίμα στάζει από τις πληγές, αίμα δίκαιο που χύνεται άδικα. Έχουμε δει πολλούς εσταυρωμένους, ξεχωρίζουμε εκείνον τον εξαιρετικό του Σαλβαδόρ Νταλί.
Όμως, λίγοι από μας είχανε την τύχη να θαυμάσουν στο Βέλγιο τον Εσταυρωμένο του Σταύρου Πυλαρινού, που όμοιός του δεν υπάρχει. Πουθενά.
Είναι ένας εσταυρωμένος, μαχητής, αγωνιστής, κομμουνιστής με τη γροθιά σφιγμένη.
Και το αίμα του κόκκινο βαθύ, αλλά και φωτεινό.
Κόκκινο, όχι της παράδοσης, αλλά το κόκκινο της ανθρωπιάς, της ελπίδας, της μάχης.

Sagrada Familia του Antoni Gaudí “Fachada de la Pasión” (λεπτομέρεια)

(συνεχίζεται)

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαγιάννης

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...