Εκλογές ΗΠΑ: Οι δημοσκόποι δίνουν προβάδισμα στον Μπάιντεν

Ο λευκός Οίκος- ΗΠΑ

Οικονομική κρίση και πανδημία ρίχνουν τη βαριά σκιά τους στις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ που διεξάγονται αύριο Τρίτη 3 Νοεμβρίου, με Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς να επιχειρούν να παρουσιάσουν ως λύση παραλλαγές της φιλομονοπωλιακής πολιτικής τους, ενώ επιδεινώνεται συνεχώς η ζωή του λαού.

Οι Αμερικανοί καλούνται να εκλέξουν Πρόεδρο, αντιπρόεδρο, το σύνολο των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων, 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας και νέους κυβερνήτες σε 13 Πολιτείες. Επίσης συμμετέχουν σε εκατοντάδες δημοψηφίσματα με διάφορα ερωτήματα, όπως το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση κ.ά.

Ήδη περισσότεροι από 95 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ψηφίσει έως σήμερα, σύμφωνα με την καταμέτρηση του U.S. Elections Project στο πανεπιστήμιο της Φλόριντας, με τους αριθμούς αυτούς να προαναγγέλλουν ότι θα καταγραφεί η υψηλότερη συμμετοχή στη σύγχρονη ιστορία. Μόλις μια ημέρα πριν την εκλογική αναμέτρηση για τον προεδρικό θώκο, το ποσοστό ρεκόρ συμμετοχής ανέρχεται σε 69%, ήτοι το συνολικό ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές του 2016. Την κατακόρυφη αύξηση της επιστολικής ψήφου και την πρώιμη προσέλευση στις κάλπες προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό η πανδημία του νέου κορονοϊού, που έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 230.000 ανθρώπους στις ΗΠΑ και συνεχίζει να σαρώνει ανεξέλεγκτη πολλές αμερικανικές πολιτείες.

Εδώ και μήνες, οι δημοσκοπήσεις φέρνουν στη θέση του φαβορί για τις αυριανές προεδρικές εκλογές τον υποψήφιο του Δημοκρατικού Κόμματος Τζο Μπάιντεν, ωστόσο ο απερχόμενος πρόεδρος, ο Ρεπουμπλικανός Ντόναλντ Τραμπ, διαβεβαιώνει ότι θα τις διαψεύσει, όπως έκανε και το 2016.

Σε πανεθνική κλίμακα, με βάση τον ιστότοπο RealClearPolitics που αναλύει τις διάφορες δημοσκοπήσεις, ο Μπάιντεν προηγείται κατά 6,7 μονάδες του Τραμπ: συγκεντρώνει ποσοστό 51% στην πρόθεση ψήφου, έναντι 44,3% για τον Τραμπ. Αυτό το προβάδισμα παραμένει σταθερό εδώ και μήνες, αν και σε κάποιες περιόδους έφτασε ακόμη και σε διψήφιο ποσοστό.

Το προβάδισμα του Μπάιντεν είναι υπερδιπλάσιο εκείνου που είχε η Χίλαρι Κλίντον την παραμονή των εκλογών του 2016. Τότε, οι δημοσκοπήσεις έπεσαν μέσα σε ό,τι αφορά τη λαϊκή ψήφο, την οποία κέρδισε η υποψήφια των Δημοκρατικών και πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Για να φτάσει ένας υποψήφιος στον Λευκό Οίκο ωστόσο δεν αρκεί να κερδίσει την πλειοψηφία των ψήφων, αλλά την πλειοψηφία των εκλεκτόρων που αναδεικνύονται σε κάθε Πολιτεία ξεχωριστά. Για τον λόγο αυτό όλη η προσοχή είναι στραμμένη σε μια χούφτα Πολιτείες, οι οποίες μπορεί αυτή τη φορά να αλλάξουν «χρώμα» και να περάσουν από το ένα κόμμα στο άλλο.

Μάχη στις αμφίρροπες πολιτείες

Ο Μπάιντεν προηγείται άνετα στο Μίσιγκαν (+5,1 μονάδες από τον Τραμπ) και το Ουισκόνσιν (+6,6), δύο Πολιτείες των βόρειων ΗΠΑ τις οποίες είχαν κερδίσει οι Ρεπουμπλικάνοι πριν από τέσσερα χρόνια και συνέβαλαν στη νίκη του Τραμπ. Στην Πενσιλβάνια, άλλη μια Πολιτεία την οποία παρακολουθούν στενά τα εκλογικά επιτελεία, το προβάδισμά του είναι μικρότερο, στις 4,3 μονάδες, πολύ κοντά δηλαδή στο στατιστικό περιθώριο λάθους των δημοσκοπήσεων.

Στις νότιες Πολιτείες, οι δύο υποψήφιοι θα δώσουν μάχη στήθος με στήθος. Στη Φλόριντα, την οποία θα πρέπει να κρατήσει με κάθε τρόπο ο Τραμπ αν θέλει να διατηρήσει τις ελπίδες του για μια δεύτερη θητεία, κανείς δεν έχει σαφές προβάδισμα: σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της New York Times/Siena, ο Μπάιντεν προηγείται με 3 μονάδες, όμως εκείνη της Washington Post/ABC News φέρνει μπροστά τον Τραμπ, με 2 μονάδες.

Το ίδιο ισχύει και στην Αριζόνα, όπου φέρεται να προηγείται ο Μπάιντεν, αλλά μόλις με 1 μονάδα διαφορά (κατά μέσο όρο). Στη Βόρεια Καρολίνα ο Τραμπ δείχνει να ανατρέπει την κατάσταση και προηγείται οριακά, με 0,6 της μονάδας.

’Αλλοι εξειδικευμένοι ιστότοποι, όπως ο FiveThirtyEight, υπολογίζουν διαφορετικά τους μέσους όρους των δημοσκοπήσεων και δίνουν διαφορετικά στοιχεία, συνήθως πιο ευνοϊκά για τους Δημοκρατικούς. Στις Πολιτείες-κλειδιά όμως, ινστιτούτα δημοσκοπήσεων που πρόσκεινται στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα δίνουν το πλεονέκτημα στον απερχόμενο πρόεδρο. Κάποια από αυτά, όπως το Trafalgar, κατηγορούνται ότι είναι κομματικά όργανα και χρησιμοποιούν μια μεθοδολογία που αμφισβητείται από πολλούς άλλους παρατηρητές και δημοσκόπους, ωστόσο τα ίδια σημειώνουν ότι είχαν προβλέψει τη νίκη του Τραμπ το 2016.

(Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Δείτε ακόμα...