Εντός, εκτός και επί τα αυτά με «σταθερά» την αντιλαϊκή πολιτική

Πηγή: Eurokinissi

Φουντώνουν τα σενάρια για αλλαγή του εκλογικού νόμου, καθώς η κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα απεργάζονται σχέδια εναλλακτικών για την αστική διακυβέρνηση. Στόχος τους η «σταθερότητα» μπροστά στις «δυσκολίες» και η συνέχεια στην εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων, με ταυτόχρονη ενσωμάτωση λαϊκών στρωμάτων στην πολιτική του κεφαλαίου.

Χαρακτηριστικά, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γ. Οικονόμου στη χτεσινή ενημέρωση των δημοσιογράφων, προεξοφλώντας ακόμα χειρότερες μέρες για το λαό μας, τόνισε ότι «το επόμενο διάστημα θα δοκιμαστούν σκληρά οι αντοχές μας». «Όπως η πανδημία, έτσι και η ενεργειακή κρίση είναι εξωγενής», ισχυρίστηκε. Αποσιώπησε έτσι ότι το κεφάλαιο φορτώνει διαδοχικά τις κρίσεις του στον λαό, κλιμακώνοντας την επίθεσή του στα λαϊκά δικαιώματα και εισοδήματα πολύ πριν την πανδημία και εντείνοντάς την όσο φουντώνουν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και η αναζήτηση νέων πεδίων κερδοφορίας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Γ. Οικονόμου παραδέχτηκε ότι «η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια παρατεταμένη δοκιμασία, καθώς προηγήθηκε η επίμοχθη περίοδος των μνημονίων».

Σε αυτό το πλαίσιο, ψαλιδίζοντας και τις όποιες κάλπικες ελπίδες καλλιεργούσαν προηγουμένως οι ίδιοι μέσα από τα κάθε είδους «pass» της ελεημοσύνης, που τα πληρώνει ο λαός «από την άλλη τσέπη», ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε ότι «τα δημόσια οικονομικά, φυσικά, δεν μένουν ανεπηρέαστα, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολες μακροπρόθεσμα τις κρατικές παρεμβατικές πολιτικές».

Σε αυτό ακριβώς το φόντο επικαλέστηκε τον κίνδυνο «ακυβερνησίας ή δομικής αστάθειας», τονίζοντας ότι «η σημασία της σταθερής και ισχυρής διακυβέρνησης θα φανεί περισσότερο τους αμέσως επόμενους μήνες». Σε αυτήν τη βάση, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για αλλαγή του εκλογικού νόμου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η πάγια θέση της παράταξής μας είναι ότι ο εκλογικός νόμος πρέπει (…) να οδηγεί σε ισχυρές και σταθερές κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις να μπορούν να παίρνουν γρήγορα αποτελεσματικές, ουσιαστικές, θαρραλέες αποφάσεις, και αντίστροφα ο εκλογικός νόμος να είναι τέτοιος έτσι ώστε να αποτρέπει και την ακυβερνησία και τον σχηματισμό αδύναμων κυβερνήσεων, που δεν θα μπορούν να αντεπεξέλθουν στις πολύ αυξημένες ανάγκες ουσιαστικών αποφάσεων».

Κανένα τέτοιο ουσιαστικό «άγχος» δεν υπάρχει, βέβαια, με βάση και τη στρατηγική σύμπλευση όλων των αστικών κομμάτων. Ενδεικτικά είναι τα όσα γράφει ο βουλευτής της ΝΔ Θ. Ρουσόπουλος σε άρθρο του στα «Νέα»: «Σε περίπτωση κρίσης και δη εθνικής θεωρώ βέβαιον πως όλα τα κόμματα, πλην ίσως του ΚΚΕ, θα μπορούσαν να βρουν συναινέσεις ανά δυάδες, τριάδες και τετράδες».

Την ίδια ώρα, ενδεικτική των διεργασιών που «τρέχουν» στο παρασκήνιο, στο εσωτερικό (και) της ΝΔ, θεωρείται η χτεσινή Ερώτηση που κατέθεσε η βουλευτής της, Ολγα Κεφαλογιάννη, προς τον υπουργό Δικαιοσύνης σχετικά με την προαγωγή της δικαστικού Μαριάνθης Παγουτέλη (γνωστής για τις ακροδεξιές απόψεις της) σε αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου από το υπουργικό συμβούλιο, ρωτώντας: «Πώς διασφαλίζεται ότι η ελληνική Δικαιοσύνη θα συνεχίσει απρόσκοπτα να διαφυλάττει και να προστατεύει τις αξίες της Δημοκρατίας, απέναντι στη μισαλλοδοξία και τον αντισημιτισμό;».

ΣΥΡΙΖΑ: Εγγυητής της αντιλαϊκής σταθερότητας που έχει ανάγκη το κεφάλαιο

Ομοίως, και οι παρεμβάσεις κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ εκπέμπουν προς την εγχώρια αστική τάξη μήνυμα ετοιμότητας του κόμματός του να εξασφαλίσει εκείνος την αντιλαϊκή «σταθερότητα».

Ανάμεσά τους το άρθρο του Γ. Δραγασάκη στην «Εφημερίδα των Συντακτών», με το οποίο μέμφεται την κυβέρνηση της ΝΔ ότι «η Ελλάδα δεν επιστρέφει στην “ευρωπαϊκή κανονικότητα”, όπως ισχυρίζεται ο κ. Μητσοτάκης. Αντίθετα, με αποκλειστική ευθύνη δική του, η Ελλάδα γίνεται ξανά “ειδική περίπτωση”, όχι μόνο από τη σκοπιά της οικονομίας αλλά και από εκείνη της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου».

Αναφέρει ακόμα πως η κυβέρνηση είχε υποτιμήσει ότι «ο κόσμος του χρήματος, του κεφαλαίου, των επενδυτών ξαναφέρνει την Ελλάδα στο μικροσκόπιό του. Ανακαλύπτουν ότι το αγαπημένο τους, και πολλά υποσχόμενο αρχικά, καθεστώς Μητσοτάκη, απαξιώνεται και απονομιμοποιείται ραγδαία, απομονώνεται, μένει χωρίς συμμάχους και με αβέβαιες προοπτικές».

Κλείνοντας δε το μάτι σε τμήματα του κεφαλαίου και των «επενδυτών» που κονταροχτυπιούνται για τη «μοιρασιά της πίτας», π.χ. για τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, σημειώνει πως επαναξιολογούν τις προοπτικές και «διαπιστώνουν ότι ο κ. Μητσοτάκης είναι “μια από τα ίδια”. Εκπροσωπεί, δηλαδή, εκείνη την παράδοση που θέλει τις ελληνικές ελίτ να προτάσσουν τα δικά τους συμφέροντα και τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων».

«Όταν η οργή συσσωρεύεται και η Ελλάδα γίνεται, με αποκλειστική ευθύνη του κ. Μητσοτάκη, “ειδική περίπτωση”, η παράταση αυτής της “σταθερότητας” αυξάνει την αστάθεια και τους κινδύνους για τη χώρα», αναφέρει ο Γ. Δραγασάκης.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...