Επανάσταση του 1821: Η συγκρότηση του αστικού κράτους στην Ελλάδα

Επανάσταση 1821

Η ιστοσελίδα ALT.GR ολοκληρώνει σήμερα τη δημοσίευση άρθρων για την επέτειο της επανάστασης του 1821 με το παρακάτω απόσπασμα από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ τόμος Α1 σελ. 121 – 153.

Η επανάσταση του 1821 : Η συγκρότηση του αστικού κράτους στην Ελλάδα

Οι φεουδαρχικές οθωμανικές δομές, εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων
Οι κοινωνικές δυνάμεις απέναντι στην Επανάσταση

Η ανάπτυξη της ελληνικής αστικής τάξης, σε σχέση με άλλες αστικές τάξεις δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, είχε την ιδιαιτερότητα ότι αναπτυσσόταν στο πλαίσιο μιας κρατικής οντότητας στην οποία κυριαρχούσε διαφορετικός γενοφυλετικός πληθυσμός, ο οθωμανικός. Το ίδιο, βέβαια, συνέβαινε και με την ανάπτυξη της σερβικής, βουλγαρικής, αλβανικής, μολδαβικής και άλλων αστικών τάξεων, έναντι της μετέπειτα τουρκικής, καθώς και ορισμένων που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της Τσαρικής ή Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως μορφή φεουδαρχικού κράτους, είχε περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με τη ρωσική Τσαρική Αυτοκρατορία, παρά με τη συγκεντρωτική Ναπολεόντεια Αυτοκρατορία ή την αντίστοιχη Γερμανική, που ως απολυταρχίες δρούσαν υποστηρικτικά – οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά – προς την εθνική αστική ομογενοποίηση στη βάση μιας κυριαρχούσας εθνότητας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, που αδυνατούσε να οδηγήσει στη γρήγορη συγκρότηση ενός βαλκανικού αστικού κράτους, αναπτύσσονταν και οι αντιθέσεις μεταξύ των συγκροτημένων πλέον ξεχωριστών βαλκανικών αστικών τάξεων.

Η ελληνική αστική τάξη, λοιπόν, αναπτυσσόταν μέσα στο εχθρικό γι’ αυτήν οθωμανικό κουκούλι, οξύνοντας όλο και περισσότερο την αντίθεσή της με αυτό. Η οικονομική ισχύς της ερχόταν σε όλο και μεγαλύτερη αντίθεση με την κοινωνική θέση του υποτελούς. Όσο περισσότερο αναπτυσσόταν η αστική τάξη τόσο μεγαλύτερη γινόταν η αντίθεσή της με τις οθωμανικές δομές, τόσο πιο επιτακτική γινόταν η ανάγκη ανατροπής τους. Ακόμα και οι σπασμωδικές και επιβεβλημένες από τις συνθήκες απόπειρες προσαρμογής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επιτάχυναν την ανάπτυξη της αστικής τάξης και έφερναν πιο κοντά τη διάλυσή της, αφού με τη σειρά τους συνέτειναν στην παραπέρα όξυνση των εσωτερικών της αντιθέσεων και των συγκρούσεων με τα διάφορα αστικά απελευθερωτικά κινήματα, ανάμεσα στα οποία ισχυρότερο ήταν το ελληνικό.

Όμως, στη συνέχεια, τα διάφορα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και τα αντίστοιχα λαϊκά στρώματα δεν κράτησαν ενιαία στάση στο ζήτημα της επαναστατικής πάλης για την εθνική ανεξαρτησία και τη συγκρότηση του έθνους – κράτους, γιατί είχαν αντικειμενικά σημαντικές διαφορές συμφερόντων.

Οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες των θαλάσσιων μεταφορών, πλοιοκτήτες και έμποροι, είχαν ως βασικό στόχο την ισχυροποίησή τους στις διεθνείς αγορές και είχαν διαμορφώσει φιλελεύθερη κοσμοπολίτικη σκέψη, λόγω της αντικειμενικής ταξικής θέσης τους, που δεν περιοριζόταν στις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς.

Άλλωστε, η συγκρότηση μιας ανεξάρτητης βαλκανικής ομοσπονδίας με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσα, όπως διακήρυσσε ο Ρήγας Φεραίος, θα μπορούσε να στηρίξει τη διεθνή κίνηση του ελληνικού στόλου και να στηριχτεί από ξένους συμμάχους σε μια ιστορική εποχή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε πλέον μπει σε φάση κρίσης, παρακμής, αποσύνθεσης.

Στην ταλάντευση των Ελλήνων πλοιοκτητών, ως προς τη συμμετοχή στην επαναστατική δράση, έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής δράσης τους δεν περιοριζόταν στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο. Οφειλόταν, επίσης, στη σχέση τους με το αγγλικό κεφάλαιο και τη σχετική σύμπλευσή τους με τη βρετανική εξωτερική πολιτική, η οποία αρχικά δεν επιθυμούσε το διαμελισμό της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αντιφατική διαμορφωνόταν, επίσης, η στάση των Ελλήνων κοτζαμπάσηδων, που στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πετύχαιναν σταδιακά την ιδιοποίηση της γης πολλών φτωχών αγροτικών οικογενειών.

Ωστόσο, δεν έπαυαν να βρίσκονται στα κατώτερα τμήματα του οθωμανικού κράτους, που διαφοροποιούσε τους υπηκόους τους σύμφωνα με το θρήσκευμα και τη γενοφυλετική προέλευση. Η περιουσία τους μπορούσε να δημευτεί όταν πέθαιναν και οι κληρονόμοι έπρεπε τυπικά να την εξαγοράσουν ξανά από το τουρκικό κράτος. Κινδύνευαν από ατιμώρητες δολοφονίες και αρπαγές περιουσίας από τους Τούρκους πασάδες και βελήδες. Επίσης, σταδιακά είχαν αναπτύξει και ορισμένη εμπορική δραστηριότητα και κοινά συμφέροντα με τα αστικά στρώματα και, από αυτήν την άποψη, τους συνέφερε η κατάργηση της οθωμανικής κυριαρχίας και της υψηλής κυριότητάς της στη γη.

Το γεγονός ότι από τη μια ήθελαν πλήρη δικαιώματα και είχαν οφέλη από την ανάπτυξη του εμπορίου, αλλά από την άλλη δεν ήθελαν να χάσουν τα προνόμιά τους (δομημένα στην τοπική οργάνωση της κοινωνίας), τους έσπρωχνε προς έναν περιορισμένο, τοπικιστικό τρόπο σκέψης και στην αντίθεση με οποιαδήποτε προσπάθεια συγκρότησης κεντρικής εξουσίας, που θα τους στερούσε από αυτά.

Παρόμοιες ταλαντεύσεις παρουσιάζονταν και σε άλλες δυνάμεις που σχετίζονταν με τον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό και που πέρασαν σε κάποιο βαθμό και για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα στο πλευρό της Επανάστασης (όπως οι αρματολοί).

Ο ανώτερος κλήρος – και ιδιαίτερα το Πατριαρχείο – είχε σαφή προνόμια στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αντιπαλότητα με το δυτικό καθολικό χριστιανισμό. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση του Μαρξ ότι κάτω από την τουρκική κυριαρχία επιτράπηκε στην καθολική δεσποτική κηδεμόνευση και επίβλεψη της Εκκλησίας να απορροφήσει όλη τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής των ορθόδοξων χριστιανών.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο, ο ανώτερος κλήρος ασκούσε δικαστική εξουσία, προωθούσε τις αποφάσεις της οθωμανικής διοίκησης και διέθετε μέσα θρησκευτικής καταπίεσης. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ο ρόλος της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας στη διάσωση της ελληνοβυζαντινής γλώσσας και επομένως και του πολιτιστικού φορτίου της στην πορεία διαμόρφωσης της ελληνικής εθνικής συνείδησης ως στοιχείο διαχωρισμού από την οθωμανική κατάκτηση. Γράφει χαρακτηριστικά ο Μαρξ:

«Το κύριο χαρακτηριστικό που διαχωρίζει την ελληνική ομολογία πίστης απ’ όλα τα παρακλάδια της χριστιανικής πίστης είναι ακριβώς η ταύτιση του κράτους και της Εκκλησίας, της πολιτικής και της εκκλησιαστικής ζωής. Τόσο στενά ήταν συνυφασμένα το κράτος και η Εκκλησία στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ώστε είναι αδύνατο να γράψεις την ιστορία του ενός χωρίς την ιστορία του άλλου».

Αποφασιστικός παράγοντας στη διατήρηση, εξέλιξη και εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας, ιδιαίτερα ως γλώσσας της εμπορικής διπλωματίας, ήταν το γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αναγνωρίσει στην ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία διοικητικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα για τους ορθόδοξους κατακτημένους πληθυσμούς. Το ίδιο συνέβαινε, εξάλλου, με τις υπόλοιπες φυλετικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αργότερα, αυτά τα προνόμια της Εκκλησίας έγιναν αιτία να σταθεί το Πατριαρχείο αντίθετο με τις αποσχιστικές εθνικιστικές τάσεις.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος του κατώτερου κλήρου, των παπάδων, συμπορεύτηκε με τους φτωχούς αγρότες ενορίτες τους. Στον ανώτερο κλήρο μόνο ένα μικρό μέρος μπολιάστηκε με τις ιδέες του αστικού Διαφωτισμού και γενικότερα συμπορεύτηκε ενεργά με την επαναστατική κατεύθυνση (π.χ., Παπαφλέσσας, Διονύσιος Εφέσου, Άνθιμος Γαζής κ.ά.).

Οι Φαναριώτες, με σπουδές κυρίως στη Δύση, από διερμηνείς σε υψηλές διοικητικές θέσεις του οθωμανικού κρατικού μηχανισμού (π.χ., δραγουμάνος του τουρκικού στόλου), στήριζαν την τουρκική εξουσία και έβλεπαν υπαρκτές δυνατότητες ακόμα μεγαλύτερης κοινωνικής ανόδου στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της αστικής τάξης, καθώς και όσων μετείχαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό εκφράστηκαν και στο βάθος των επιδιωκόμενων ανατροπών, με εμφύλιους πολέμους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αμέσως μετά από τη συγκρότηση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε πεδίο σύγκλισης των συμφερόντων και επιδιώξεών τους. Αυτοί που είχαν ελάχιστα να διακινδυνεύσουν ήταν οι μικροί έμποροι του χερσαίου εμπορίου, οι αγρότες, οι τεχνίτες και οι κλέφτες, που αποτέλεσαν υποδομή για τη στρατιωτική οργάνωση της Επανάστασης. Βασικές δυνάμεις της αγροτιάς και στρατιωτικοί-κλέφτες σήκωσαν το κύριο βάρος του ένοπλου αγώνα. Ωστόσο, οι δυνάμεις αυτές αντικειμενικά δεν μπορούσαν να διαμορφώσουν και δε διαμόρφωσαν αυτοτελές πρόγραμμα εξουσίας σε σχέση με την αναδιανομή της γης και τους συνταγματικούς θεσμούς του νέου κράτους. Αυτές οι δυνάμεις στήριξαν αποφασιστικά τη Φιλική Εταιρία.

Ο Ελληνικός Διαφωτισμός

Η οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση που επέφερε η ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα και την ιδεολογική διαφοροποίηση κάποιων στρωμάτων από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της θεοκρατικής και ανορθολογικής σκέψης, η οποία κυριαρχούσε για αιώνες, ιδιαίτερα στις πολυπληθείς δυνάμεις των χωρικών.

Η αγραμματοσύνη και ο περιορισμένος τρόπος ζωής δεν μπορούσαν να ξε- περάσουν τα πολύ στενά όρια της ατομικής ή συλλογικής εμπειρίας, η οποία μεταβιβαζόταν προφορικά από γενιά σε γενιά, αναπτύσσοντας έναν τρόπο σκέψης σχεδόν ολοκληρωτικά επικαθοριζόμενο από τους οθωμανικούς και εκκλησιαστικούς θεσμούς.

Όμως, με την ανάπτυξη της αστικής τάξης αυξήθηκε ο αριθμός των ανθρώπων λαϊκής καταγωγής που απέκτησε μία στοιχειώδη πρόσβαση στα νεοϊδρυόμενα – και χρηματοδοτούμενα από τους εμπόρους – σχολεία, ενώ την ίδια στιγμή η ανάπτυξη του εμπορίου και η επαφή με άλλους τόπους δημιουργούσε εύφορο έδαφος για τη διεύρυνση της αντίληψής τους, του διανοητικού τους ορίζοντα. Στην παραπάνω πορεία συντελούσε σε σημαντικό βαθμό το πέρασμα από την ασφυκτική – για την ορθολογική κριτική σκέψη – κυριαρχία του προφορικού λόγου στην ενίσχυση του γραπτού και η αντίστοιχη τάση ομογενοποίησης των διαφόρων διαλέκτων ή γλωσσικών ιδιωμάτων των τοπικών κοινωνιών σε μία σχετικά ενιαία ελληνική γλώσσα.

Παράλληλα, εκπρόσωποι και γόνοι των αστικών οικογενειών αναζήτησαν κατά το 18ο αιώνα στην Ευρώπη αυτό που δεν μπορούσαν να βρουν στους τόπους καταγωγής τους: Πανεπιστήμια για να μορφωθούν και τυπογραφεία για να διαδώσουν την πρωτοποριακή -για τα οθωμανικά δεδομένα- σκέψη τους. Εκεί ήρθαν σε επαφή με τις ιδέες του Διαφωτισμού, τις οποίες και προσπάθησαν να εξειδικεύσουν στην ελληνική πραγματικότητα και να τις μετατρέψουν σε υλική δύναμη ανατροπής.

Παράλληλα, ωρίμαζε και η συναντίληψη πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού ότι ανήκουν στην ίδια εθνοτική ομάδα. Πολλοί άρχισαν να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως Έλληνες. Τα πρώτα θολά σκιρτήματα εθνοτικής συνείδησης καταγράφονται ήδη από το 13ο αιώνα, από την περίοδο της Φραγκοκρατίας, για την οποία ο Μαρξ αναφέρει ότι η αυτοκρατορία της Νίκαιας στη Μικρά Ασία ήταν «κέντρο του ελληνικού πατριωτισμού». Η μετεξέλιξη της ελληνικής λαότητας – εθνότητας στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απαιτεί ιδιαίτερη ιστορική επιστημονική διερεύνηση. Στο 13ο και 14ο αιώνα εμφανίστηκαν το «Ελληνικό Βασίλειο της Νίκαιας» και το «Δεσποτάτο της Ηπείρου και όλης της Ελλάδας». Ωστόσο, η ανάδειξη του ζητήματος του ελληνικού έθνους θα έρθει ουσιαστικά στο προσκήνιο μόλις το 18ο αιώνα, με τη διάδοση ριζοσπαστικών αστικών ιδεών. Οι νέοι αστοί διανοητές με τα έργα τους και ο λαός με τα τραγούδια του άρχισαν να εγκωμιάζουν τις ιδέες της ελευθερίας και της απελευθέρωσης του γένους των Ελλήνων. Κινητήρια δύναμη της εθνικής ζύμωσης αποτέλεσε η εμφάνιση στο ιστορικό προσκήνιο των Ελλήνων αστών, καθώς και η λαϊκή αγανάκτηση που εκφραζόταν κυρίως με τον «κλεφτοπόλεμο» τμημάτων της αγροτιάς, κυρίως κτηνοτρόφων, απέναντι στην οθωμανική διοίκηση. Την ίδια περίοδο, η Γαλλική Επανάσταση έφερε στο προσκήνιο την ιδέα της «πατρίδας» και του «πατριωτισμού» (patrie-patriote), που αγκάλιασε τόσο τον παροικιακό όσο και τον υπόδουλο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ελληνισμό.

Προϊόν της παραπάνω πορείας ήταν ο Ελληνικός Διαφωτισμός, ο οποίος είχε αναπτυχθεί σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα και επιταχύνθηκε στο τελευταίο τέταρτο, ιδιαίτερα μετά από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Το περιεχόμενο των έργων του Ελληνικού Διαφωτισμού εξυμνούσε την ατομική ελευθερία ως οικουμενική αξία, την αρχή του Νόμου (τη Νομαρχία) και την ισότητα όλων απέναντί του ως προϋπόθεση μιας ευνομούμενης κοινωνίας, την ανθρώπινη ευτυχία ως επιβεβλημένη επιδίωξη.

Η παραπάνω διαδικασία δεν άργησε να «γεννήσει» και τους πρώτους μεγάλους εκφραστές των πόθων και επιδιώξεων της μελλούμενης κοινωνίας, οι οποίοι, εκτός από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήρθαν σε ανοιχτή αντιπαράθεση και με το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Παράλληλα, με την κατάκτηση οικονομικής δύναμης, η ελληνική αστική τάξη οπλιζόταν και με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα.

Η πρώτη ίσως συγκροτημένη προσπάθεια αυτού του είδους έγινε από τον Ρήγα Βελεστινλή (ή Φεραίο). Στα τυπογραφεία της Βιέννης ο Ρήγας εξέδωσε μια σειρά έργα με πιο γνωστό το Θούριο, που αποτελούσε μέρος της Νέας Πολιτικής Διοίκησης (1797), όπου προπαγάνδιζε την αναγκαιότητα εξέγερσης και ενοποίησης όλων των βαλκανικών λαών στο πλαίσιο μιας βαλκανικής κοινοπολιτείας, που θα οικοδομούνταν στα συντρίμμια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στη συνέχεια, ο Αδαμάντιος Κοραής απευθύνθηκε με το έργο του όχι γενικά στους βαλκανικούς λαούς, αλλά πιο συγκεκριμένα στους Έλληνες, συνδέοντας την τύχη τους με τη νίκη του Ναπολέοντα στους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Η πιο συστηματική, όμως, έκφραση των νέων ιδεών ήταν η Ελληνική Νομαρχία (1806), αγνώστου συγγραφέα. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο το βασικό ντοκουμέντο του ελληνικού ιακωβινισμού, της ριζοσπαστικής αστικής σκέψης.

Η παραπάνω κίνηση των ιδεών έδωσε διέξοδο στην καταπίεση των λαϊκών μαζών και τροφοδότησε την επαναστατική δράση.

Η Ελληνική Επανάσταση, σε αντιστοιχία με ανάλογα κινήματα της εποχής, στηρίχτηκε στη σύσταση συνωμοτικών οργανώσεων για την οργάνωση της πάλης. Καταρχήν, ο ίδιος ο Ρήγας Φεραίος ήρθε σε επαφή με το Διευθυντήριο της Γαλλικής Επανάστασης και ίδρυσε μυστική Εταιρία, που έδρασε στα εμποροβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων, τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και ευρύτερα στα Βαλκάνια. Για τη δράση του συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία, παραδόθηκε στους Οθωμανούς και εκτελέστηκε το 1798. Τα επόμενα χρόνια συγκροτήθηκαν μια σειρά οργανώσεις, όπως το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι 1809), η Φιλόμουσος Εταιρία (Αθήνα 1813) και βεβαίως η Φιλική Εταιρία στην Οδησσό το 1814.

Την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου είχε ο φιλόλογος Ζαλύκογλου ή Ζαλύκης, που φαίνεται ότι ήταν μασόνος. Ο πρώτος πυρήνας του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου αποτελούνταν από τον Ζαλύκη, το Γάλλο διπλωμάτη Σουαζέλ Γκουφιέ, τον Αγγελόπουλο, επιτετραμμένο της Τουρκίας στο Παρίσι, τον Στέφανο Χατζή-Μόσχο, τον Σακελλαρόπουλο, τον Ομ. Σκυλίτση, τον Αμηρά, τον Πρασακάκη και τους Γάλλους Ντε Σεγγιέ και Κλερμόν Τονέρ (ανιψιό του Ταλεϋράνδου).

Το 1814 ιδρύθηκε η Φιλόμουσος Εταιρία της Βιέννης από τον Καποδίστρια και τον Ιγνάτιο της Ουγγροβλαχίας, με στόχο την εκπαίδευση και τη μορφωτική ανύψωση των Ελλήνων. Η Φιλόμουσος Εταιρία της Βιέννης αποτελούσε τη ρωσική απάντηση στη Φιλόμουσο των Αθηνών, που είχε τεθεί υπό την αιγίδα των Βρετανών, με πρόεδρο το λόρδο Γκίλφορντ.

Όπως εξάλλου μαρτυρά ο Ιωάννης Καποδίστριας σε μια συνομιλία του με τον τσάρο, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις, ήταν γνωστή η ανάμιξη των λεγόμενων Μεγάλων Δυνάμεων στις ελληνικές αστικές εταιρίες:

«Δυνάμεθα παρά ταύτα, Μεγαλειότατε, χωρίς να εξέλθωμεν της γραμμής ην χαράξατε, να πράξωμεν κάτι τι δι’ αυτούς. Οι Άγγλοι ίδρυσαν ήδη εν Αθήναις εταιρείαν (εννοεί τη Φιλόμουσο Εταιρία της Αθήνας) με σκοπό την περισυλλογήν και προστασίαν των αρχαιοτήτων, εφαρμόζοντες αυτό ουχί περί του παρελθόντος αλλά περί του παρόντος και του μέλλοντος, και παρέχοντες βοήθειαν τίνα εις τους πτωχούς Έλληνας νέους διψώντας παιδείας. Υπέβαλον τότε προς την Αυτού Μεγαλειότητα την ιδέαν της συλλογής συνδρομών εν Βιέννη προς τον σκοπόν τούτον. Ο Αυτοκράτωρ μοι επέτρεψε να συντάξω το πρόγραμμα διά την εγγραφήν των συνδρομητών και να υποβάλλω τούτο προς την έγκρισίν Του. Αφού το ενέκρινεν, ο Αυτοκράτωρ ενεγράφη διά το ετήσιον ποσόν των 200 ολλανδικών δουκάτων».

Οι δύο Εταιρίες των Φιλόμουσων αποτελούσαν εκφράσεις της στρατηγικής των ανώτερων ελληνικών αστικών στρωμάτων για μια εκπαιδευτική – πολιτισμική αναβάθμιση του ελληνικού ζητήματος, σε συνδυασμό με την προώθησή του στις αυλές των μεγάλων δυνάμεων της Ιεράς Συμμαχίας.

Είναι χαρακτηριστική η σαφής άρνηση του Καποδίστρια να ηγηθεί της Φιλικής Εταιρίας, καθώς και στη συνέχεια η προσπάθειά του να αποτρέψει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να ηγηθεί.

Η στάση του Καποδίστρια αντανακλούσε τόσο τη συντηρητική ιδεολογική του τοποθέτηση ενάντια στις ιδέες της Γαλλικής αστικής Επανάστασης, όσο και την πεποίθησή του ότι κάθε ελληνική πολιτική προσέγγιση με τις αστικές ανατρεπτικές κινήσεις στην Ευρώπη και στην Αμερική θα έβλαπτε την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης, αφού θα προκαλούσε την εναντίωση του τσάρου.

Η Φιλική Εταιρία : Οργάνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας

Η Φιλική Εταιρία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας. Ιδρυτές της ήταν ο Νικόλαος Σκουφάς από το Κομπότι της Άρτας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο, που επίσης ανήκε σε μασονική στοά. Στον ηγετικό πυρήνα της και στη σύνθεσή της δέσποσαν αρχικά κατώτερα αστικά και μικροαστικά στρώματα Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια η ισχυρή αστική τάξη των παροικιών της Ρωσίας.

Η Φιλική Εταιρία προχώρησε στη συγκρότηση επαναστατικών οργανώσεων, προφανώς μη συμφωνώντας με την άποψη (Κοραή κ.ά.) ότι το Γένος πρέπει πρώτα να μορφωθεί και μόνο τότε θα ελευθερωθεί. Συγκέντρωσε χρηματικούς πόρους, προπαγάνδισε την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης, προετοίμασε υλικά και ιδεολογικά τον ένοπλο αγώνα, αντιμετώπισε σ’ ένα βαθμό τις αντιδράσεις των προεστών – κοτζαμπάσηδων και μέρους του ανώτερου κλήρου, καθώς και τη μεταρρυθμιστική λογική των αστικών εταιριών που προαναφέρθηκαν. Προσανατόλισε τα λαϊκά στρώματα ότι θα έπρεπε να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις, στη δική τους δράση για να προχωρήσει το έργο της εθνικής απελευθέρωσης.

Η Φιλική Εταιρία προσπάθησε να διασφαλίσει ιδιαίτερα την ενεργό στήριξη των στόχων της από την τσαρική Ρωσία. Στην πραγματικότητα, διασφάλισε την ανοχή στη δράση της και στη στρατολόγηση των μελών της στις ρωσικές παροικίες. Ωστόσο, αυτή η επιδίωξή της είχε σημαντική επίδραση στην προγραμματική της επεξεργασία, η οποία απείχε αρκετά από τις ριζοσπαστικές αστικοδημοκρατικές διακηρύξεις του Ρήγα Φεραίου και της «Ελληνικής Νομαρχίας». Η τσαρική Ρωσία ήταν αντικειμενικά εχθρική σε κάθε αστικοδημοκρατικό επαναστατικό κίνημα.

Στα κείμενά της η Φιλική Εταιρία εστίαζε στην εθνικοαπελευθερωτική διάσταση της προετοιμαζόμενης επανάστασης, ενώ οι αναφορές της στα κοινωνικά προβλήματα ήταν υποτυπώδεις. Όπως προκύπτει από τη μέχρι σήμερα μελέτη των ντοκουμέντων της Εταιρίας, για το πρόβλημα της γης η ηγεσία της δεν είχε επεξεργαστεί κανένα πρόγραμμα.

Η κυριαρχία του γενικού εθνικοαπελευθερωτικού προσανατολισμού της Φιλικής Εταιρίας εκφραζόταν και στην πρώτη προκήρυξη του Υψηλάντη ως γενικού αρχηγού το 1821, όπου, διακηρύσσοντας τους σκοπούς της επανάστασης, ξεκινούσε με τη θέση: «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος. Ώρα ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες».

Γεγονός πάντως είναι ότι η Φιλική Εταιρία δεν είχε καθαρό αστικοδημοκρατικό πολιτικό πρόγραμμα, ούτε ολοκληρωμένο σχέδιο στρατιωτικής οργάνωσης και συγκεκριμένο σχέδιο κρατικής συγκρότησης της Ελλάδας μετά από την απελευθέρωση. Το γεγονός αυτό επισημαίνουν στην εποχή τους τόσο ο Ρώσος δεκεμβριστής συνταγματάρχης Πέστελ όσο και ο Βρετανός ιστορικός Φίνλεϊ.

Η Φιλική Εταιρία δεν υιοθέτησε διακηρύξεις των επαναστατών αρχηγών των κολίγων αυτών των περιοχών, όπως του Βλαδιμηρέσκου της Μολδοβλαχίας, που καλούσαν σε αποτίναξη του φεουδαρχικού ζυγού της περιοχής. Ιδιαίτερα ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας Αλ. Υψηλάντης, ανώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, ήταν εχθρικός σε αυτές τις απόψεις και τελικά συνέλαβε και εκτέλεσε τον Βλαδιμηρέσκου στη διάρκεια της εξέγερσης στη Μολδοβλαχία το 1821.

Σαφής ήταν ο προσανατολισμός της στην προβολή της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας ως γραμμής διαχωρισμού από τον Οθωμανό κατακτητή, καθώς και ως μηχανισμού πρόσκλησης της ρωσικής επέμβασης στην ελληνική υπόθεση. Η προσδοκία αυτή δεν ήταν αυθαίρετη, αφού η τσαρική Ρωσία ήταν ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με συχνές πολεμικές συγκρούσεις και εμφανιζόταν ως προστάτης των «ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών», ιδιαίτερα μετά από τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή.

Φυσικά, ο προσανατολισμός της Φιλικής Εταιρίας δεν καθορίστηκε μονοδιάστατα από την επιδίωξη της ρωσικής παρέμβασης. Οι ιδρυτές της ήταν οι ίδιοι χριστιανοί ορθόδοξοι και δεν απέκλεισαν τον προσηλυτισμό του λαϊκού κλήρου. Όμως, τα πρώτα χρόνια απέφευγαν σε μεγάλο βαθμό τη μύηση ανώτερων κληρικών, κοτζαμπάσηδων και Φαναριωτών.

Η οργανωτική σύσταση της Φιλικής Εταιρίας αντέγραφε τα ευρωπαϊκά πρότυπα του αστικού εταιριστικού συνωμοτισμού (ελευθεροτέκτονες, καρμπονάροι), στα οποία είχε μυηθεί τουλάχιστον ο Ξάνθος και πιθανόν ο Τσακάλωφ. Ωστόσο, ο όρκος του Φιλικού ήταν θρησκευτικός και απαιτούσε παρουσία ορθόδοξου ιερέα. Αντίστοιχα, το έμβλημα της Φιλικής στα συστατικά και εφοδιαστικά έγγραφα των μελών της, που στη συνέχεια έγινε σημαία της επανάστασης, είχε στην κορυφή το σταυρό και κάτω πρηνή την ημισέληνο, προαναγγέλλοντας την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μετά από το 1817 η Φιλική Εταιρία κατέβαλε προσπάθειες για συντονισμό του αγώνα όλων των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής κατά του κοινού εχθρού. Στρατολόγησε Βούλγαρους, Βλαχομπογδάνους, Σέρβους και Αλβανούς. Υιοθέτησε την αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων των διαφορετικών λαών, σύμφωνα με το πνεύμα της Γαλλικής αστικής Επανάστασης.

Σύμφωνα με μελέτη του Γ. Φράγκου, μυήσεις πραγματοποιήθηκαν στη Ρωσία και στη Μολδοβλαχία, καθώς και στις εμπορικές κοινότητες του Λονδίνου, του Παρισιού, της Μασσαλίας και του Άμστερνταμ. Σημαντική ώθηση έδωσε η στρατολογία μεγάλων εμπόρων της παροικίας της Οδησσού, της Κωνσταντινούπολης και της Μόσχας. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, επί συνόλου 911 Φιλικών γνωστού επαγγέλματος, 445 ήταν έμποροι, 10 εμποροϋπάλληλοι, 117 επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, φοιτητές), 78 στρατιωτικοί, 24 πλοιοκτήτες, 85 κληρικοί (από τους οποίους οι 17 ήταν μητροπολίτες – επίσκοποι), 6 αγρότες, 7 βιοτέχνες κλπ.

Ένα στοιχείο που έχει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι πλοιοκτήτες –  παρόλο που ανήκαν στα πρωτοπόρα τμήματα της αστικής τάξης και έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός κράτους αστικού τύπου – είχαν μικρή συμμετοχή στις επαναστατικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της Φιλικής Εταιρίας, λόγω των ταλαντεύσεών τους απέναντι στην Επανάσταση, όπως προαναφέρθηκε. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της μεγάλης εφοπλιστικής οικογένειας Χατζηπαναγιώτη, που, μετά από την εκδήλωση της Επανάστασης του 1821, από το Λεωνίδιο Αρκαδίας μετακόμισε στα Κύθηρα, τα οποία ήταν αγγλική κτήση, για να αποφύγει τις πιέσεις της ελληνικής επαναστατικής κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει τον αγώνα.

Παράγοντες διαμόρφωσης επαναστατικής κατάστασης

Την προεπαναστατική περίοδο εμφανίστηκαν οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες των σουλτάνων Σελίμ Γ (1789-1807) και Μαχμούτ Β’ (1808-1839), που είχαν ως κεντρικό άξονα τη στρατιωτική αναδιοργάνωση με τη δημιουργία τακτικού στρατού (ευρωπαϊκού τύπου) και την αποκατάσταση του κρατικού συγκεντρωτισμού πάνω σε νέα οικονομική βάση.

Οι μεταρρυθμίσεις στηρίχτηκαν εξωτερικά από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία, καθώς και εσωτερικά από τους νέους Οθωμανούς γαιοκτήμονες τσιφλικάδες που ενδιαφέρονταν για το ξεπέρασμα του διοικητικού κατακερματισμού, την απαλλαγή της γαιοκτησίας από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την εδραίωση της ατομικής κληρονομικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη.

Στηρίχτηκαν ως ένα βαθμό και από Έλληνες Φαναριώτες, γιατί άνοιγαν δρόμο για μείωση της φορολογικής ανισότητας μουσουλμάνων-χριστιανών και για την ένταξη χριστιανών στον τακτικό στρατό, ενώ τροφοδοτούσαν τις φαντασιοπληξίες τους για ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, η προσπάθεια προώθησης των μεταρρυθμίσεων όξυνε τις αντιθέσεις και αύξησε τη δυσαρέσκεια διαφορετικών κοινωνικών τμημάτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πατροπαράδοτα τμήματα της οθωμανικής στρατιωτικής οργάνωσης (πεζικό των γενίτσαρων, ιππικό των σπαχήδων) αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της διάλυσης και της απώλειας. Αγροτικοί μουσουλμανικοί πληθυσμοί επιβαρύνθηκαν με αυξημένους φόρους και αισθάνθηκαν την απειλή υποβολής σε τακτική στρατιωτική υπηρεσία.

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ προχώρησε στην εξόντωση πολλών τοπικών τοπαρχών (ντερεμπέηδων) και στην πολιορκία του Αλή Πασά στα Γιάννενα, τον οποίο στήριζαν ήδη οι γενίτσαροι.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, αυξήθηκαν οι φόροι της Εκκλησίας και οι οικονομικές υποχρεώσεις των Φαναριωτών. Το Πατριαρχείο έβλεπε, επίσης, ως κίνδυνο την εκσυγχρονιστική πορεία των νέων σουλτάνων προς ένα πιο πολυεθνικό κράτος, που απειλούσε τη φυλογενετική συγκρότηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως τα προνόμια του Πατριαρχείου.

Η αύξηση των φόρων, των διοδίων, των επιβαρύνσεων για δικαιώματα βοσκής έπληξε τους Έλληνες φτωχούς γεωργούς και κτηνοτρόφους. Παράλληλα, το νέο στρατιωτικό και διοικητικό σύστημα υποβάθμιζε και εκμηδένιζε τα αρματολίκια, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν οι κλέφτες που προέρχονταν από ορεινούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς.

Οι κοτζαμπάσηδες, που είχαν ισχυροποιηθεί από την ιδιοποίηση του αγροτικού υπερπροϊόντος των χωρικών, άρχισαν να εποφθαλμιούν τα απέραντα τουρκικά κτήματα.

Η κρίση της εμπορικής ναυτιλίας και η υποχώρηση του εμπορίου συνέβαλαν επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην όξυνση της αντίθεσης με τις συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας.

Την ίδια περίοδο, ο τερματισμός των Ναπολεόντειων Πολέμων και των σχετικών ναυτικών αποκλεισμών και η ανάκτηση από τη γαλλική ναυτιλία των θέσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο συρρίκνωσε τη δραστηριότητα και τα κέρδη των Ελλήνων πλοιοκτητών, ενώ εμφανίστηκαν άνεργοι ναυτικοί στα νησιά. Η κρίση της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας το 1815 και η υποχώρηση του εμπορίου συνέβαλαν στην αύξηση των επαναστατικών διαθέσεων. Στην ελληνική αστική τάξη κυριαρχούσε πλέον ο στόχος για τη δημιουργία ανεξάρτητου αστικού κράτους.

Στην επιλογή του επαναστατικού δρόμου συνέβαλαν, επίσης, οι εξελίξεις στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Η συντριβή του Ναπολέοντα και η επικράτηση της Ιεράς Συμμαχίας και του Μέτερνιχ καθιστούσε έωλο κάθε σχεδιασμό ειρηνικής επίλυσης του ελληνικού εθνικού ζητήματος από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία).

Στα Βαλκάνια, μετά από τη Σερβική Εξέγερση του 1804, οι Σέρβοι απαιτούσαν να αναγνωριστεί επίσημα ο Μίλος Οβρένοβιτς που είχε εκλεγεί από τη σερβική εθνοσυνέλευση και να ρυθμιστεί σε σταθερή βάση η ετήσια απόδοση φόρων στην Τουρκία, ώστε να εδραιώσουν τη σχετική αυτονομία τους.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου

Πριν τη σύγκληση της Α’ Εθνοσυνέλευσης προηγήθηκε η Συνέλευση των Καλτεζών και η σύσταση της Γερουσίας της Πελοποννήσου. Σε αυτές, οι πρόκριτοι και γενικότερα οι εκπρόσωποι των διαφορετικών τμημάτων της άρχου- σας τάξης, μεγαλοαστών και γαιοκτημόνων, εδραίωσαν τις θέσεις τους αξιοποιώντας και τη διοικητική απειρία των λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων. Η Α’ Εθνοσυνέλευση συγκλήθηκε ανάμεσα στις 20 Δεκέμβρη 1821 (1 Γενάρη 1822) και στις 16 (28) Γενάρη 1822, εννέα μήνες μετά από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων και με την Επανάσταση να έχει επικρατήσει σε σημαντικά εδάφη. Την Εθνοσυνέλευση συγκρότησαν αντιπρόσωποι από την Πελοπόννησο, την Ανατολική και Δυτική Χέρσο Ελλάδα και ορισμένα νησιά.

Οι πρόκριτοι, οι οποίοι υπερεκπροσωπούνταν (άνω του 35%), και ο κλήρος επιζητούσαν την εγκαθίδρυση ενός ολιγαρχικού συστήματος διακυβέρνησης που διατηρούσε στοιχεία του οθωμανικού μηχανισμού διοίκησης, προκειμένου να μη χάσουν τα προνόμιά τους. Οι Φιλικοί αστοί διανοούμενοι και οι οπλαρχηγοί που αναδείχτηκαν στα πεδία των μαχών επιζητούσαν ριζοσπαστικές τομές. Ο διαχωρισμός αυτός είχε πάρει και γεωγραφικές διαστάσεις. Στην Πελοπόννησο και σε ορισμένα νησιά επικρατούσαν οι παλιοί άρχοντες, ενώ στην Ανατολική και στη Στερεά Χέρσο Ελλάδα οι Φιλικοί (χαρακτηριστικά, το σύνολο των αστών διανοουμένων προερχόταν από τους οργανισμούς της Χέρσου Ελλάδας). Βέβαια, σε αυτήν τη διαμάχη υπεισέρχονταν οι πόθοι και τα αιτήματα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και ειδικότερα το αίτημα της αναδιανομής της γης.

Το πρώτο Εκτελεστικό, δηλαδή την πρώτη προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, στελέχωσαν τρεις γαιοκτήμονες (Δεληγιάννης, Κανακάρης, Λογοθέτης), ένας πλοιοκτήτης (Ορλάνδος) και ένας αστός πολιτικός (Μαυροκορδάτος). Ήταν φανερή και επιτυχής η προσπάθεια παραμερισμού όλων των εκπροσώπων των λαϊκών στρωμάτων από τους πυρήνες συγκρότησης της πρώτης επαναστατικής διακυβέρνησης.

Ως αποτέλεσμα συμβιβασμού των διαφορετικών πολιτικών τάσεων, το πρώτο Σύνταγμα δεν κατάργησε τις προηγούμενες τοπικές διοικήσεις (Πελοποννησιακή Γερουσία, Γερουσία Δυτικής Χέρσου Ελλάδας), πίσω από τις οποίες κρύβονταν αντίπαλα κοινωνικά συμφέροντα και επιδιώξεις, αλλά τις ενέταξε στο κεντρικό σύστημα διοίκησης. Επίσης, στη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης δεν έγινε καμία αναφορά στο έργο της Φιλικής Εταιρίας, ώστε να μη δημιουργηθεί δυσμενές κλίμα στις συντηρητικές, αντεπαναστατικές κυβερνήσεις των ισχυρών κρατών της Ευρώπης.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου υιοθετήθηκε ως καταστατικός χάρτης του νέου κράτους, συμπεριλαμβάνοντας ορισμένες από τις πιο πρωτοπόρες διακηρύξεις των αστικών επαναστάσεων. Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», που υιοθέτησε η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, καθιέρωσε θεσμούς σύμφωνους με τις αρχές του Διαφωτισμού. Στη Νέα Πολιτεία τις τρεις βασικές λειτουργίες του αστικού κράτους διασφάλιζαν τρία ανεξάρτητα διοικητικά σώματα, το Εκτελεστικό, το Βουλευτικό και το Δικαστικό.

Το Σύνταγμα αναγνώριζε την ισονομία, καταργούσε τα φεουδαρχικά προνόμια και απαγόρευε τη δουλεία και τα βασανιστήρια και την εκποίηση των «εθνικών κτημάτων» χωρίς συγκατάθεση του κοινοβουλίου, εισήγαγε το δικαίωμα των ξένων πολιτών να πολιτογραφούνται Έλληνες, ενώ προέβλεπε βουλευτική θητεία ενός μόνο έτους. Φυσικά, πάνω απ’ όλα θεωρούσε απαραίτητη την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας. Επίσης, δεν προέβλεπε το θεσμό του αρχηγού του κράτους. Στο Σύνταγμα της Επιδαύρου είναι φανερή η επίδραση του γαλλικού Συντάγματος του 1795.

Στο ζήτημα της θρησκείας διακήρυξε ότι η «επικρατούσα θρησκεία εις την Ελληνικήν Επικράτεια είναι της Ανατολικής Ορθοδόξου Χριστού Εκκλησίας», συμπλήρωνε, όμως, την ανοχή της διοίκησης της Ελλάδας σε «πάσα άλλην θρησκείαν». Ωστόσο, για τον προσδιορισμό των Ελλήνων, ανέφερε: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικράτειας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων».

Η αρχική εισαγωγική παράγραφος του Συντάγματος προσδιόριζε την ελληνική ταυτότητα του νεοσύστατου κράτους:

«Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διά των νομίμων Παραστατών του, εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, “την Πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν”».

Η Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους

Δύο χρόνια μετά από την κήρυξη της Επανάστασης συγκλήθηκε στο Άστρος η Β’ Εθνοσυνέλευση [29 Μάρτη (10 Απρίλη)-18 (30) Απρίλη 1823], η οποία επιχείρησε τη συγκέντρωση της εξουσίας, σε συνθήκες ακόμα διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων της Επανάστασης.

Οι 230 περίπου «παραστάτες» είχαν εκλεγεί με βάση τον πρώτο εκλογικό νόμο της χώρας [9 (21) Νοέμβρη 1822] από εκλέκτορες, τους «ευυπόληπτους γέροντας» των κατ’ ιδίαν κοινοτήτων, οι οποίοι αναδείκνυαν ένα βουλευτή σε κάθε επαρχία.

Η Ελληνική Επανάσταση μετρούσε ακόμα νίκες στα μέτωπα, αλλά είχε να αντιμετωπίσει την έλλειψη συντονισμού και την καταδίκη της Ιεράς Συμμαχίας. Έτσι, η Εθνοσυνέλευση προσπάθησε να επιλύσει το ζήτημα της μορφής της νέας αστικής εξουσίας, πατώντας στο σαθρό έδαφος των ποικίλων ανταγωνισμών συμφερόντων και των ευμετάβλητων συμμαχιών:

«Η Εθνική Συνέλευσις θεωρήσασα την ύπαρξιν των μερικών υπαλλήλων διοικήσεων, οίον Γερουσιών, Αρείου Πάγου κλπ., επιβλαβή διά το μέγα προερχόμενον εμπόδιον εις την πρόοδον της δημόσιας οικονομίας και θεωρήσασα πρόσφορον την περίστασιν εις την κατάλυσιν αυτών εψηφίσατο τάδε: Όλαι αι μερικαί Διοικήσεις των τμημάτων της Επικρατείας να καταλυθώσιν εις το εξής και αμέσως από την Γενικήν Διοίκησιν να εξαρτώνται οι διάφοροι λαοί της Ελλάδος».

Ωστόσο, η αντίθεση για τη σημασία της συγκεντρωτικής διοίκησης πήρε νέα μορφή γύρω από τον προσδιορισμό της σχέσης κυβέρνησης – κοινοβουλίου. Υπέρ της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, ως απαραίτητου οργάνου για το γκρέμισμα των φεουδαρχικών καταλοίπων, τάχτηκαν τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία (ανάμεσα τους οι Φιλικοί Παπαφλέσσας, Νέγρης και Πετιμεζάς). Υπέρ της ενίσχυσης, όμως, τάχτηκαν και όσοι θεωρούσαν μια τέτοια εξέλιξη απαραίτητη ώστε να επικρατήσει η Επανάσταση ή να επιβάλλουν τα ιδιοτελή συμφέροντά τους. Κατά συνέπεια, η διαμάχη ολιγαρχικών και δημοκρατικών – όπως συχνά σχηματικά καταγράφηκε στην ελληνική ιστοριογραφία – αφορούσε βαθύτερες κοινωνικές αντιθέσεις. Ανάμεσα στους ηγέτες της Επανάστασης εμφανίστηκαν τρεις διαφορετικές ομάδες. Η πρώτη εκπροσωπούσε τους κοτζαμπάσηδες, τη δεύτερη συγκροτούσαν οι οπλαρχηγοί και η τρίτη εξέφραζε τα εφοπλιστικά – εμπορικά συμφέροντα έχοντας στις τάξεις της και ορισμένους Φιλικούς, με ηγέτη τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Όμως, οι συμμαχίες μεταξύ τους εναλλάσσονταν, με μόνο κριτήριο τις τροποποιημένες ανάγκες που επέβαλε η εκπλήρωση των συμφερόντων τους.

Οι κοτζαμπάσηδες ενδιαφέρονταν για τις εθνικές γαίες και διεκδικούσαν όχι την αναδιανομή τους, αλλά την πώλησή τους, αφού οι ίδιοι είχαν την οικονομική δυνατότητα για την αγορά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη Β’ Εθνοσυνέλευση οι στρατιώτες έγραψαν σ’ ένα χαρτί «εκποίηση γης» και το ντουφεκούσαν.

Στους σχεδιασμούς των κοτζαμπάσηδων αντιτάσσονταν ορισμένοι οπλαρχηγοί, αλλά και οι Φιλικοί, καθώς και οι έμποροι και οι πλοιοκτήτες. Με τους τελευταίους συντάχτηκε και τμήμα των φτωχών αγροτών, που πίστευε ότι οι εκμισθώσεις της γης από τους μεγαλογαιοκτήμονες ήταν πιο βαριές και από το οθωμανικό χαράτσι:

«Οι Καρυώτες παραπονιούνταν ότι οι ενοικιαστές της επαρχίας τους έπαιρναν “τοπιάτικα” για τις βοσκές σαν να ήταν ιδιωτικά χτήματα. Οι Μερκασιώτες επίσης, ότι τους ζητούσαν “παρανόμως” αντί των 100 παράδων κατά στρέμμα που έδιναν στους Τούρκους, το μισό καρπό και 20 οκάδες για κάθε ζευγάρι! Ακόμα, οι εκμισθώσεις έγιναν αφορμή για άγρια μαλώματα και φόνους επάνω στις δημοπρασίες, όπως του καλόγερου Δανιήλ στην Κόρινθο από τους Νοταραίους, και εμφυλίους πολέμους…».

Φυσικά, η συμπαράταξη του εφοπλιστικού και του εμπορικού κεφαλαίου με τους αγροτικούς πόθους στο πλαίσιο των αστικών διαγκωνισμών δε σήμαινε και ταύτιση μαζί τους. Σημείωνε χαρακτηριστικά ο Κουντουριώτης:

«Η Εθνική Συνέλευσις βλέπουσα το ανοικονόμητο των χρημάτων προς εκπλήρωσιν των αναγκών της Πατρίδος, επρόσθεσεν εις τον οργανικόν νόμον να έχει την εξουσίαν η Διοίκησις να πωλή από τα εθνικά κτήματα, σπίτια, αμπέλια, χωράφια και λοιπά. Τούτο ιδόντες οι υπεναντίοι και κατ’ εξαίρεσιν αυτοί οι δημεγέρται και ταραξίαι ήρχισαν να ταράττωσιν τον λαόν, λέγοντες προς αυτόν ότι οι προύχοντες ενομοθέτησαν να πωληθώσι τα εθνικά κτήματα διά να τ’ αγοράσωσι αυτοί και ούτως ήρχισεν ο λαός να καταβοά κατά των Αρχόντων. Εις καθησύχασιν λοιπόν του λαού η σχετική συνέλευσις αφαίρεσε αυτό το κεφάλαιο».

Έτσι, παρά την πλειοψηφία των λεγόμενων «ολιγαρχικών», δεν έγινε δυνατή η εκποίηση των εθνικών γαιών, ενώ οι αντιθέσεις συμφερόντων και οι αντιφάσεις των ανομοιογενών συμμαχιών εκφράστηκαν συνολικά στο νέο Σύνταγμα. Και αυτό το Σύνταγμα απαγόρευε ρητώς τη δουλεία, αναγνώριζε την ελευθερία του Τύπου, επέκτεινε τα ανθρώπινα δικαιώματα και στους ξένους υπηκόους που διαβιούσαν στη χώρα και αναγνώριζε το δικαίωμα της δίκης. Επίσης, ενίσχυσε τη θέση του Βουλευτικού έναντι του Εκτελεστικού και διεύρυνε το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι και κατέβασε την ηλικία της εκλογιμότητας από το 30ό στο 25ο έτος.

Οι εμφύλιοι πόλεμοι

Στο επίπεδο της εκτελεστικής εξουσίας επιβλήθηκαν οι κοτζαμπάσηδες από την Πελοπόννησο, με αποτέλεσμα οι ενδοαστικές προστριβές να γίνονται όλο και πιο έντονες. Έτσι, το φθινόπωρο του 1823 συγκεντρώθηκαν στο χωριό Συλήμνα, έξω από την Τρίπολη, οι «Υψηλάντης, Οδυσσεύς, Κολοκοτρώνης, Νικήτας, Πλαπούτας, Τσιώκρης, Πετμεζαίοι, Κεφάλας, Καλαμαριώτης, Περρούκας, Ζαριφαίοι, μαζί με τον Θ. Νέγρη». Οι παραπάνω αποτελούσαν την έκφραση της συμμαχίας ανάμεσα στους Φιλικούς και στους οπλαρχηγούς και αποφάσισαν να αντισταθούν στο Εκτελεστικό. Στο επίκεντρο της συμμαχίας βρισκόταν και πάλι το ζήτημα των εθνικών γαιών, το οποίο είχε προσλάβει καινούργια διάσταση, αφού, δεδομένης και της αναγνώρισης της εμπόλεμης κατάστασης στην Ελλάδα από τις δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας, αυτές αποτελούσαν το μοναδικό εχέγγυο μιας πιθανής δανειοδότησης. Η διαφωνία με την εκποίηση των εθνικών γαιών, σε συνδυασμό με τη λαοφιλία των ηγετών της συμμαχίας, έμοιαζε να αποτελεί εγγύηση της επιτυχίας της. Όμως, γρήγορα ο Θ. Κολοκοτρώνης πέρασε με το στρατόπεδο των κοτζαμπάσηδων, παίρνοντας ως αντίτιμο τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού.

Ο πρόεδρος του Βουλευτικού και Φιλικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήρθε σε σύγκρουση με τον Θ. Κολοκοτρώνη και μετά από απειλές του αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ύδρα, υπό την προστασία του πλοιοκτήτη Κουντουριώτη. Ο Μαυροκορδάτος, διατηρώντας στενή επαφή με τη βρετανική κυβέρνηση, είχε ήδη συνεννοηθεί για την έκδοση δανείου. Όμως, οι κοτζαμπάσηδες, έχοντας εξασφαλίσει τη συνεργασία του Κολοκοτρώνη, επιδίωκαν να καταλάβουν πλήρως την εξουσία, διαλύοντας την Εθνοσυνέλευση. Η αστική τάξη των νησιών και της Χέρσου Ελλάδας, καθώς και οι Φιλικοί και ορισμένοι οπλαρχηγοί στράφηκαν εναντίον τους και επικράτησαν. Τελικά, ο Κολοκοτρώνης αναγνώρισε ως πρόεδρο του Εκτελεστικού τον Κουντουριώτη.

Ένα μεγάλο τμήμα του πρώτου δανείου δεν έφτασε ποτέ στην Ελλάδα, ενώ όσα χρήματα έφτασαν δεν κατευθύνθηκαν στην Πελοπόννησο. Έτσι, μετά από τις νέες εκλογές του βουλευτικού -εκτελεστικού που διεξήχθησαν τον Οκτώβρη του 1824, όπου κατοχυρώθηκε η πλειοψηφία Στερεοελλαδιτών – νησιωτών, ξεκίνησε η δεύτερη φάση του εμφυλίου, όταν οι Πελοποννήσιοι κοτζαμπάσηδες αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρους και δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την κυβέρνηση.

Η υποθήκευση της εθνικής γης για τα εξωτερικά δάνεια απέκλειε τη δωρεάν διανομή της στους στρατιωτικούς και στους αγρότες. Αλλά η αστική ενότητα του έθνους ήταν τελείως αδύνατο να επιτευχτεί χωρίς οικονομικά μέσα – και αυτά μόνο από το εξωτερικό μπορούσαν να έρθουν. Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, στον οποίο ο Μακρυγιάννης αναγνωρίζει ότι «το δίκαιον και η πατρίδα ήταν με το βουλευτικόν», κατέληξε με ήττα του Κολοκοτρώνη και των συμμάχων του προεστών, ενώ νίκησε η αστική κυβέρνηση με τις λίρες και τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς. Από τότε άρχισαν και οι σοβαρές προσπάθειες για τη δημιουργία τακτικού στρατού, κάτι που, με τη βοήθεια του χρήματος, αποτελούσε ρήγμα στο στρατό των ατάκτων και ένα ακόμα βήμα προς τον αστικό συγκεντρωτισμό.

Η δεύτερη φάση του εμφύλιου πολέμου (Οκτώβρης 1824-Γενάρης 1825) ήταν και η πλέον αιματηρή. Στρατεύματα της Ρούμελης υπό τους Καραϊσκάκη, Μακρυγιάννη, Γκούρα και άλλους έσπευσαν σε ενίσχυση του Παπαφλέσσα και κατέλαβαν την Αρκαδία, έχοντας αντιμέτωπους τους Κολοκοτρώνη, Λόντο, Νικηταρά.

Ωστόσο, η σύγκρουση είχε χάσει το χαρακτήρα της αναμέτρησης ανάμεσα στη ριζοσπαστική και στη συντηρητική πτέρυγα της αστικής τάξης. Χαρακτηριστικό του ευμετάβλητου των συμμαχιών ήταν το παράδειγμα της μετατόπισης προς το στρατόπεδο των προεστών και των στρατιωτικών της Πελοποννήσου των οικογενειών του Ανδρέα Ζαΐμη και του Ανδρέα Λόντου, οι οποίοι αρχικά είχαν συνταχτεί με το μέρος των νησιωτών πλοιοκτητών και του Μαυροκορδάτου.

Εξάλλου, αρκετοί κοτζαμπάσηδες είχαν οικονομικά αστικοποιηθεί και είχαν διεισδύσει στα επαναστατικά όργανα, γεγονός που αποδεικνύεται στην πολιτική μορφή που έδωσαν στην οργάνωσή τους:

«Στην Τριπολιτζά», γράφει ο Σπ. Τρικούπης, «συστήθηκε μυστική Εταιρεία που απέβλεπε να υπερασπίσει τα μέλη της από τις καταπιέσεις και τις αυθαιρεσίες των στρατιωτικών. Στην πραγματικότητα όμως η Εταιρεία αυτή στρεφόταν κατά της κυβέρνησης. Η Εταιρεία που τιτλοφορούτανε “Αδελφότης” είχε κάμποσους κατηχήσει και οργάνωσε κίνημα…».

Από την άλλη πλευρά, αρκετοί από τους λαϊκούς ηγέτες της Επανάστασης πέρασαν στο περιθώριο ή δολοφονήθηκαν και οι Φιλικοί άρχισαν να συντηρητικοποιούνται, όπως κάθε αστική επαναστατική οργάνωση μετά από την κατάληψη της εξουσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μαυροκορδάτος. Έτσι και αλλιώς, ο μετεπαναστατικός συντηρητισμός δεν εκφραζόταν μόνο και κυρίως από τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, αλλά και στα νησιά και στη Ρούμελη. Ως συνέπεια, οι διαμάχες των εμφύλιων πολέμων δεν αποτελούσαν μόνο μια σύγκρουση του παλιού με το καινούργιο, αλλά αποκρυσταλλώσεις των αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, στις οποίες, όπως ήταν φυσικό, υπερίσχυσαν τα πιο δυναμικά τμήματα της αστικής τάξης που είχαν αναπτύξει και δεσμούς με την ευρωπαϊκή κεφαλαιοκρατία:

«Οι πολιτικοί κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους για κλέφτες και αντάρτες και οι στρατιωτικοί τους έλεγαν καλαμαράδες και φαναριώτικο σκυλολόι. Αλλά η πλάστιγγα έγερνε ισχυρότατα υπέρ της νέας κυβερνήσεως που την υποστήριζα ν οι νησιώτες κοτζαμπάσηδες και οι οπλαρχηγοί της Στερεάς, υποτακτικοί του Κωλέττη. Επίσης υπέρ της νέας κυβερνήσεως τάχτηκαν οι διανοούμενοι, ο τύπος και το φιλελληνικό ρεύμα του εξωτερικού».

Ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων και η Επανάσταση

Στην εξέλιξη της Επανάστασης σημαντικό ρόλο έπαιξε ο ανταγωνισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων της εποχής για τη διανομή και αναδιανομή των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Μ. Βρετανία, η οποία δεν επιθυμούσε το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσανατολιζόταν σε μια εκτεταμένη ελληνική αυτονομία υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Ο αρχηγός του κόμματος των συντηρητικών (Τories) Ου. Πιτ προειδοποιούσε από τα τέλη του 18ου αιώνα:

«Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στη Ρωσία να μεγαλώσει και παράλληλα να αφήσουμε την Τουρκία να αδυνατίσει. Η αρκούδα του βορρά δεν πρέπει να κατέβει στο Αιγαίο. Αν η Ρωσία απωθήσει την Τουρκία από τη Βαλκανική, η Μεσόγειος θα γίνει ρωσική θάλασσα και ο δρόμος προς τις Ινδίες θα κοπεί. Η Ρωσία στην Πόλη θα είναι η νεκρώσιμη καμπάνα για τις αγγλικές αποικίες της Ανατολής».

Από την άλλη, πάγιο στόχο της τσαρικής Ρωσίας αποτελούσε η κυριαρχία στον εμπορικό δρόμο από τη Βαλτική ως το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Γι’ αυτό και αντικειμενικά ευνόησε εξεγέρσεις που συνέβαλαν στο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και θα της επέτρεπαν να παίξει το ρόλο της προστάτιδας δύναμης των ορθόδοξων πληθυσμών. Ταυτόχρονα, λόγω του αντιδραστικού χαρακτήρα της, εναντιωνόταν σε κάθε κίνηση που είχε επαναστατικό αστικοδημοκρατικό περιεχόμενο. Έτσι, ακολούθησε μια αντιφατική σχέση ανταγωνισμού και συνεργασίας με τη Μ. Βρετανία στο ζήτημα της ίδρυσης ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Μετά από την εκδήλωση της Επανάστασης, επί υπουργίας Τζ. Κάνινγκ, η Μ. Βρετανία συνηγόρησε στην ίδρυση ανεξάρτητου εθνικού κράτους και στην αξιοποίηση του δανεισμού, προκειμένου να εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία της ως προστάτιδας δύναμης. Την ίδια περίοδο, η Ρωσία υπέβαλε υπόμνημα για τη δημιουργία τριών αυτοδιοικούμενων ελληνικών περιοχών, που θα πλήρωναν φόρο υποτέλειας στο σουλτάνο.

Η αλλαγή πλεύσης στην πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων σχετιζόταν με τις εκτιμήσεις τους γι’ αναπόφευκτη αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και με τη διάψευση των προβλέψεών τους για γρήγορη καταστολή της ελληνικής Επανάστασης από τις έκδηλα υπέρτερες οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Στη μεταβολή της αρχικής αρνητικής επίσημης στάσης της, η Ρωσία αξιοποίησε τις θηριωδίες των Τούρκων σε βάρος των χριστιανών ραγιάδων, που αύξαναν αντικειμενικά τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως σωτήρια προστάτιδα δύναμη όλων των υπόδουλων βαλκανικών λαών. Η πιθανότητα μεταβολής της στάσης της Ρωσίας ενεργοποίησε αντίστοιχα τη βρετανική εξωτερική πολιτική.

Όπως επισήμαναν οι γαλλικές κρατικές υπηρεσίες, «τίποτε δεν θα ήταν περισσότερο επαχθές για την Αγγλία απ’ την υποταγή της ευρωπαϊκής Τουρκίας στην κυριαρχία της Ρωσίας».

Έτσι, στις 25 Μάρτη 1823 ο Βρετανός υπουργός Τζορτζ Κάνινγκ κήρυξε επίσημα τον αποκλεισμό των τουρκικών παράλιων και συναίνεσε στη δανειοδότηση των ελληνικών δυνάμεων από τους Βρετανούς τραπεζίτες. Αντίστοιχα, το ανακτοβούλιο της Πετρούπολης αναγνώρισε το ελληνικό ζήτημα, υποβάλλοντας στις 9 Γενάρη 1824 υπόμνημα «περί της ειρηνεύσεως της Ελλάδος» για τη σύσταση 3 αυτόνομων περιοχών υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου.

Το «Αγγλικό», το «Γαλλικό» και το «Ρωσικό» κόμμα

Οι εμφύλιες αντιπαραθέσεις έδωσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δυνατότητα της αντεπίθεσης. Έτσι, τα τρία επόμενα χρόνια η Επανάσταση περιόρισε τα απελευθερωμένα εδάφη της στην Πελοπόννησο και σε κάποια νησιά. Ο κίνδυνος ανακατάληψης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία οδήγησε σε προσωρινή σύγκλιση των αντιμαχόμενων δυνάμεων της Επανάστασης. Ωστόσο, συνέχιζαν να υφίστανται οι αντιγνωμίες αναφορικά με τη μορφή της υπό σύσταση αστικής εξουσίας, αλλά και τους διεθνείς συμμάχους της. Ο Μαυροκορδάτος και άλλοι, που εκπροσωπούσαν ένα τμήμα της αστικής τάξης, προέβησαν σε μια δήλωση που καλούσε τη Μ. Βρετανία να προστατεύσει την Ελλάδα από τις επιθέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο για την ουσιαστική πράξη ίδρυσης του «Αγγλικού Κόμματος». Από την άλλη, αστοί αντιπρόσωποι των φιλελληνικών εταιριών της Γαλλίας και των ΗΠΑ διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτήν την κίνηση.

Με την προοπτική της στενότερης συνεργασίας με τη Μ. Βρετανία φαίνεται ότι τάσσονταν οι πρόκριτοι των νησιών και μια μερίδα των Φιλικών. Αντίθετα, το μεγαλύτερο τμήμα των στελεχών της Φιλικής Εταιρίας και οι προεστοί της Πελοποννήσου προέκριναν τη σύμπλευση με την τσαρική Ρωσία, στηριζόμενοι προπαγανδιστικά και στο ομόδοξο του θρησκεύματος. Τέλος, η πλειοψηφία των Ρουμελιωτών υπό τον Ιωάννη Κωλέττη προέκριναν τη συμμαχία με τη Γαλλία, αν και η τελευταία στο μεγαλύτερο διάστημα δεν επιθυμούσε την ανάμιξη στις ελληνικές πολεμικές επιχειρήσεις.

Από την Εθνοσυνέλευση του Άστρους ως και την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία των πρώτων ελληνικών κομμάτων. Ήταν μια αντικειμενική διαδικασία, η οποία σχετιζόταν με μια σειρά παράγοντες. Το πολιτικό υποκείμενο που σήκωσε το βάρος της έναρξης της Επανάστασης, η Φιλική Εταιρία, αδυνατούσε να εξελιχτεί σε κέντρο της νέας αστικής εξουσίας και σύντομα σταμάτησε να λειτουργεί ως αυτοτελής πολιτική οργάνωση.

Επιπρόσθετα, η πορεία των πολεμικών συγκρούσεων κατέστησε εξ αντικειμένου αδύνατη την αυτόνομη στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης. Κατά συνέπεια, οι διαφορετικοί σχεδιασμοί των λεγόμενων Μεγάλων Δυνάμεων αναφορικά με το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναρμονίζονταν με τα συμφέροντα των διαφορετικών μερίδων της αστικής τάξης, ακόμα και σε σχέση με το μέγεθος του μελλοντικού αστικού κράτους. Ενδεικτικά, η στήριξη των οπλαρχηγών της Στερεάς στη Γαλλία συνδεόταν και με το φόβο τους ότι η Μ. Βρετανία και η Ρωσία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός μικρού κράτους που θα άφηνε απ’ έξω τα εδάφη τους. Παράλληλα, η στάση μιας άλλης μερίδας της αστικής τάξης προσδιοριζόταν από τους οικονομικούς δεσμούς που είχε διαμορφώσει πριν την Επανάσταση με κεφάλαια του εξωτερικού (βρετανικά).

Φυσικά, το σύνολο των αντιμαχόμενων μερίδων της αστικής τάξης προσπαθούσε να διαμορφώσει κοινωνικές – ταξικές συμμαχίες και με κοινωνικές δυνάμεις, όπως φτωχών αγροτών, ενώ οι συγκρούσεις τους αφορούσαν λειτουργίες στη συγκρότηση του αστικού κράτους και επιδρούσαν στη διασφάλιση των συμφερόντων τους. Τέτοιες ήταν η φορολογική και δασμολογική πολιτική, η μορφή του πολιτεύματος και οι αρμοδιότητες του βασιλιά, ο ρόλος της Εκκλησίας κλπ.

Στη σύνθεση των κομμάτων πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισαν τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας. Ηγέτης του «Αγγλικού» κόμματος ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, του «Γαλλικού» κόμματος, του επονομαζόμενου και «Κόμματος της φουστανέλας» ο Ιωάννης Κωλέττης και του «Ρωσικού» αρχικά ο Ανδρέας Μεταξάς και αργότερα ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ενώ από τους θερμούς υποστηρικτές του ηγετικό ρόλο είχε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Βέβαια, στα κόμματα αντιπροσωπεύονταν οι προεστοί που προσχώρησαν στην Επανάσταση, αλλά και οι οπλαρχηγοί που αναδείχτηκαν στα πεδία των μαχών.

Το κριτήριο της προσχώρησης στο ένα ή στο άλλο κόμμα περιέγραψε χαρακτηριστικά προπαγανδιστής του «Ρωσικού» κόμματος:

«Κατ’ ουδένα τρόπον δεν μετεμορφώθην από Έλληνα εις Ρώσσον, αλλά ετέθην υπό την Ρωσσικήν προστασίαν διά να υπηρετήσω καλήτερα την Ελλάδα κατά τας προσωπικάς μου δοξασίας».

Οι οπαδοί του «Αγγλικού» κόμματος ονομάζονταν Μπαρλαίοι, του «Γαλλικού» Μοσχομάγκες και του «Ρωσικού» κόμματος Ναπαίοι.

Την κοινωνική βάση του «Αγγλικού» κόμματος αποτελούσαν το εφοπλιστικό κεφάλαιο, καθώς και τμήματα γαιοκτημόνων του Μοριά, ορισμένοι στρατιωτικοί, αλλά και η πλειοψηφία των «Δυτικών», δηλαδή αυτών που είχαν σπουδάσει ή είχαν ζήσει στο παρελθόν στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και είχαν πλέον διαμορφωθεί ως έμποροι ή διανοούμενοι που διαπνέονταν από εθνικιστικές ή δημοκρατικές ιδέες.

Το «Αγγλικό» κόμμα υποστήριζε τον περιορισμό των βασιλικών αρμοδιοτήτων, ενώ τασσόταν και υπέρ του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας, γι’ αυτό βρισκόταν και σε αντίθεση με το Πατριαρχείο.

Το «Ρωσικό» κόμμα είχε ως κοινωνική βάση ιδιοκτήτες και ενοικιαστές μικρών εκτάσεων γης, τους προεστούς της Πελοποννήσου, δημόσιους υπαλλήλους που διώχτηκαν μετά από τον Καποδίστρια, αλλά και χαμηλόβαθμους αξιωματικούς που βρίσκονταν σε οξεία σύγκρουση με το «Γαλλικό» κόμμα εξαιτίας της αντίθεσής τους με τους Ρουμελιώτες. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζε ο Κολοκοτρώνης, αλλά και μέλη της Φιλικής Εταιρίας που προέρχονταν από παροικίες στο έδαφος της Τσαρικής Αυτοκρατορίας.

Το «Ρωσικό» κόμμα τασσόταν υπέρ της μη διάκρισης των εξουσιών, υποστήριζε ότι η θρησκεία ήταν το θεμέλιο της κοινωνικής τάξης, τη σύνδεση με το Πατριαρχείο και τη διατήρηση της παράδοσης.

Τέλος, το «Γαλλικό» κόμμα συγκροτήθηκε με κύρια βάση τους στρατιωτικούς και γαιοκτήμονες της Ρούμελης, ενώ υποστηριζόταν και από φτωχά στρώματα των πόλεων και διανοούμενους. Κατόπιν απέκτησε επιρροή και στους άρχοντες της Πελοποννήσου.

Το «Γαλλικό» κόμμα πρόβαλε ορισμένα ριζοσπαστικά αιτήματα εμπνευσμένα από τη Γαλλική Επανάσταση.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας

Στις 23 Μάρτη (4 Απρίλη) 1826 συνομολογήθηκε μεταξύ Μ. Βρετανίας και Ρωσίας το πρωτόκολλο της Πετρούπολης, που ήταν η πρώτη επίσημη συμβατική πράξη η οποία προέβλεπε τη σύσταση και λειτουργία νέου κράτους υπό το όνομα «Ελλάς».

Παράλληλα, στο εσωτερικό η προσπάθεια συμβιβασμού των αντιμαχόμενων φατριών της Επανάστασης έλαβε χώρα στην Γ’ Εθνοσυνέλευση. Είχε ιδιαίτερα αναβαθμιστεί πλέον ο ρόλος των Μοραϊτών, αφού, άλλωστε, η Πελοπόννησος ήταν η κατεξοχήν απελευθερωμένη περιοχή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Εθνοσυνέλευση είχε ξεκινήσει τις εργασίες της στην Επίδαυρο στις 6 (18) Απρίλη 1826, αλλά δέκα μέρες αργότερα τις διέκοψε, έπειτα από την πτώση του Μεσολογγίου [10 (22) προς 11 (23) Απρίλη 1826]. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος αντιπαράθεσης και παράλληλης διεξαγωγής δύο Εθνοσυνελεύσεων. Τελικά, η Γ’ Εθνοσυνέλευση επανέλαβε τις εργασίες της στην Τροιζήνα, όπου και ολοκληρώθηκε στις 5 (17) Μάη 1827.

Στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ο συμβιβασμός ανάμεσα στις δυνάμεις της Επανάστασης του 1821 αποτυπώθηκε, από τη μια, στην επιλογή Βρετα νών ως αρχηγών του ελληνικού στρατού και ναυτικού (R. Church και Th. Cochrane αντίστοιχα) και, από την άλλη, στην επιλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας με πολλές υπερεξουσίες, παρότι ο τελευταίος αποτελούσε πρόταση της ρωσόφιλης παράταξης. Ο Ι. Καποδίστριας ανέλαβε χρέη κυβερνήτη με την έλευσή του στην Ελλάδα το 1828.

Η συγκεντροποίηση της αστικής εξουσίας αποτέλεσε αναγκαία επιλογή και κάθε άλλο παρά ελληνική ιδιαιτερότητα ήταν, με δεδομένες και τις προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει η Ελληνική Επανάσταση. Έτσι και αλλιώς, οι Βρετανοί φαίνεται ότι συνηγόρησαν σε αυτήν την προοπτική, διότι η αποπληρωμή των δανείων που είχαν συναφθεί προϋπέθετε τη συγκρότηση ελληνικού κράτους και, επιπλέον, επειδή στην περίπτωση διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επιθυμούσαν να διατηρήσουν το στρατηγικό τους πλεονέκτημα στην περιοχή.

Οι εσωτερικοί και οι εξωτερικοί συμβιβασμοί με προσανατολισμό τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους αποτυπώθηκαν και στην τριμερή Συνθήκη του Λονδίνου, που υπογράφτηκε από τη Ρωσία, τη Γαλλία και τη Μ. Βρετανία στις 6 (18) Ιούλη 1827. Οι όροι του αποτελούσαν επανάληψη των παλιότερων διατυπώσεων του Πρωτοκόλλου της Πετρούπολης και συμπεριλάμβαναν την αναγνώριση ανεξάρτητου κράτους, την παροχή αποζημιώσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εμπλοκή των συνυπογραφόντων στην εξασφάλιση της ανακωχής. Άμεση συνέπεια του Τριμερούς Συμφώνου ήταν η Ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 8 (20) Οκτώβρη 1827, που επέφερε την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου και την αποχώρηση των αιγυπτιακών στρατευμάτων. Στη συνέχεια, αν και αποχώρησαν τα αιγυπτιακά στρατεύματα, γαλλικά στρατεύματα μεταφέρθηκαν στη Στερεά και στην Πελοπόννησο.

Επισκόπηση των οργάνων διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας

Οι κοινωνικά-ταξικά διαφοροποιημένες δυνάμεις της Επανάστασης που συγκρότησαν το επαναστατικό στρατόπεδο συνέτειναν μεν στη συγκρότηση έθνους – κράτους, αλλά συνέχιζαν να προασπίζουν και τα ιδιαίτερα κατοχυρωμένα οικονομικά και διοικητικά συμφέροντά τους. Έτσι, πριν ακόμα φτάσουν στην Ελλάδα οι αντιπρόσωποι της Φιλικής Εταιρίας, τοπικές εξουσίες είχαν αναδειχτεί στην Πελοπόννησο. Η Μεσσηνιακή Γερουσία στην Καλαμάτα και το Αχαϊκό Διευθυντήριο στην Πάτρα αποτέλεσαν τα σημαντικότερα όργανα διοίκησης, αν και όχι τα μόνα. Στην ηγεσία της Μεσσηνιακής Γερουσίας βρισκόταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (τότε μπέης της Μάνης) και στα μέλη του Αχαϊκού Διευθυντηρίου συγκαταλέγονταν οι πρόκριτοι Ανδρέας Λόντος, Ανδρέας Ζαΐμης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Σύντομα συγκρότησαν Πελοποννησιακή Γερουσία, που λειτουργούσε ως κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, η Πελοποννησιακή Γερουσία αποτέλεσε μια προέκταση των παλιών οθωμανικών οργάνων διοίκησης, που επιχείρησε να διατηρήσει τα προνόμιά της στις καινούργιες συνθήκες. Η ανάδειξή της συνέχιζε να αποτελεί έργο των παλιών κυρίαρχων τάξεων, οι οποίες ωστόσο είχαν αστικοποιηθεί, είχαν γίνει φορείς των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, αλλά αρνούνταν τις πιο ριζοσπαστικές αστικές επιδιώξεις, καθώς και τη συγκέντρωση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτή η ίδια οικονομική τους λειτουργία και οι αρμοδιότητες που κατείχαν στο πλαίσιο της οθωμανικής διοίκησης, τους καθιστούσαν απέναντι στο φτωχό λαό περισσότερο μισητούς ακόμα και από τους Τούρκους.

Ανάλογα όργανα διαμορφώθηκαν στη Στερεά Ελλάδα, Ανατολική και Δυτική. Εκεί, όμως, είχαν προστρέξει ορισμένα στελέχη της Φιλικής Εταιρίας όταν αντιλήφτηκαν τον πολιτικό προσανατολισμό των προκρίτων στην Πελοπόννησο:

«Εις την επιστολήν την οποίαν ο Μαυροκορδάτος απηύθυνε την 6 Σεπτ. 1821 εκ Σαλώνων προς τον Γ Κουντουριώτη (Αρχ. Λ. και Γ Κουντ, τ. Α’ σ.27) δικαιολογεί εκτενώς την εκ Πελοποννήσου αναχώρησιν και την ληφθείσαν μετά του Καρατζά, Καντακουζηνού και Νέγρη απόφασιν να συγκαλέσουν συνέλευσιν εις Στερεάν Ελλάδα. Μη ελπίζοντες πλέον μεγάλα πράγματα από την συνέλευσιν της Ζαράκοβας, απεφάσισαν να υπηρετήσουν την πατρίδα εις την Ρούμελην και να περιμένουν εκεί αν μεν οι Πελοποννήσιοι αποφασίσουν να συγκροτηθή Εθνική Βουλή να μεταβούν και αυτοί μετά των αντιπροσώπων της Ρούμελης, άλλως “να μείνωμεν εις την Ρούμελην και να οργανίσωμεν ό,τι δεν ημπόρεσε να συστηθή εις την Πελοπόννησον”».

Στην Ανατολική Στερεά, όπου επίσης είχαν επικρατήσει τα επαναστατικά στρατεύματα μετά από τη μάχη των Βασιλικών (Αύγουστος 1821), αναδείχτηκε από τη Συνέλευση των Σαλώνων ο Άρειος Πάγος, από αντιπροσώπους που προέρχονταν από την Ανατολική Στερεά, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, με βαρύνοντα το ρόλο των Φιλικών. Επίσης, ψηφίστηκε ως συνταγματικό κείμενο η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας». Τη Διάταξη είχε συντάξει ο Φιλικός Θεόδωρος Νέγρης, πρώην γραμματέας του Ηγεμόνα της Μολδαβίας και επιτετραμμένος της οθωμανικής Πύλης στο Παρίσι και εμπνεόταν από τα ιδεώδη των αστικών επαναστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης συγκρότησης κεντρικής εξουσίας.

Και στον «Οργανισμό» της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας, που συγκροτήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το ξέσπασμα της Επανάστασης και περιλάμβανε πέρα από τη σημερινή Δυτική Στερεά και τμήμα της Ηπείρου, τον πρώτο λόγο είχαν οι Φιλικοί, όπως οι Γ. Πραΐδης, Ι. Τρικούπης και Α. Μαυροκορδάτος. Διόλου τυχαία, λοιπόν, ο «Οργανισμός» τάχτηκε υπέρ της συγκρότησης ενός Εθνικού Κοινοβουλίου και ενός εθνικού κέντρου διαχείρισης των πολεμικών επιχειρήσεων της Επανάστασης.

Από εκεί και πέρα, τα επαναστατικά όργανα που θέλησαν να πάρουν τη θέση των οθωμανικών δομών διοίκησης καταλάμβαναν συγκριτικά μικρότερη γεωγραφική έκταση και εντοπίζονταν στα νησιά, όπου ήταν σαφέστερη και η ηγεμονία της αστικής τάξης. Χαρακτηριστικά, στην Ύδρα και στις Σπέτσες επικρατούσαν οι πλοιοκτήτες, οι οποίοι είχαν κατορθώσει με την οικονομική τους δύναμη να επιβάλλουν τη θέλησή τους στην οθωμανική διοίκηση και πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης. Στα Ψαρά, δίπλα στους εφοπλιστές, συμμετείχαν μικρότεροι πλοιοκτήτες και άλλοι κεφαλαιούχοι, η δε επικράτηση των επαναστατικών οργάνων ήταν αναίμακτη, αφού στα νησιά δεν έδρευαν αξιόλογες σε δύναμη οθωμανικές φρουρές. Επίσης, με πρόσχημα την προστασία από τους πειρατές, οι πλοιοκτήτες είχαν εξοπλίσει τα καράβια τους.

Διαφορετική ήταν η κατάσταση στην Κρήτη, όπου δεν κυριαρχούσε το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Εκεί, σε συνεννόηση με τον Υψηλάντη, κατέφτασε ο Μιχάλης Αφεντούλης ή Αφεντούλιεφ, πρώην αξιωματικός και διπλωμάτης στην τσαρική Ρωσία, ο οποίος αυτοχειροτονήθηκε αρχιστράτηγος και διοικητής της Κρήτης. Ο Αφεντούλιεφ δεν προχώρησε στη σύγκληση τοπικής συνέλευσης, παρά τα αιτήματα των κατοίκων, πιθανόν εξαιτίας και των προστριβών του με τους ντόπιους άρχοντες.

Ηγετικό ρόλο διαδραμάτισε στη Σάμο ο Λυκούργος Λογοθέτης (ψευδώνυμο του Γιώργου Παπλωματά), ο οποίος ορίστηκε επικεφαλής από τη Φιλική Εταιρία. Ο Λογοθέτης, αν και είχε διατελέσει και προεστός, αποτελούσε ηγετική μορφή των καρμανιόλων και είχε πάρει μέρος στις ταξικές συγκρούσεις του προηγούμενου διαστήματος. Ο Λογοθέτης κατέφτασε μετά από την Επανάσταση και οργάνωσε τη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση, με αποτέλεσμα να αποκρούσει τις τρεις επιθέσεις του τουρκικού στόλου την περίοδο 1821-1826.

Η Επανάσταση δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει μια συγκεντρωτική δύναμη διοίκησης, ιδιαίτερα χρήσιμη για τη συνέχιση και τη νίκη της Επανάστασης, αφού δεν κατόρθωσε γρήγορα να ενοποιήσει τα συμφέροντα και τους πολιτικούς σχεδιασμούς των διαφορετικών δυνάμεών της. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε αναμφίβολα και η αρχική επιφυλακτική στάση τμημάτων της ελληνόφωνης αστικής τάξης.

Η συγκρότηση και οι επιδιώξεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους

Στις 22 Γενάρη (3 Φλεβάρη) 1830 υπογράφτηκε στο Λονδίνο από τις Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία το νέο Πρωτόκολλο με το οποίο αναγνωρίστηκε επίσημα η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους. Με το Πρωτόκολλο αυτό αναγνωρίζονταν ως γεωγραφικά όρια του νεοσύστατου κράτους η γραμμή που ενώνει τον Αμβρακικό και τον Παγασητικό κόλπο. Από τα νησιά ανήκαν στην ελληνική επικράτεια μόνο οι Βόρειες Σποράδες και οι Κυκλάδες. Λίγο αργότερα, στις 12 (24) Απρίλη 1830, το Πρωτόκολλο αυτό αναγνωρίστηκε και από την Υψηλή Πύλη.

Το γεγονός της σύστασης της ελληνικής επικράτειας είχε σημαντικές διεθνείς επιπτώσεις. Η Ελλάδα υπήρξε το πρώτο ανεξάρτητο αστικό κράτος στον ευρύτερο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπου εκτεινόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ίδρυσή του αποτέλεσε το πρώτο επίσημο ρήγμα στο συμβιβασμό για το μοίρασμα αγορών και εδαφών της Πενταπλής Συμμαχίας του 1815 στη Βιέννη.

Η έκταση του κράτους ήταν 47.516 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός του 500.000-600.000 άτομα. Το 79% των κατοίκων ζούσε στην ύπαιθρο και το 21% στις κωμοπόλεις και τις μικρές πολιτείες. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για τα γεγονότα και μετά από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους είναι το γεγονός ότι εκτός της γεωγραφικής του επικράτειας βρίσκονταν ακόμα 2 έως 3 εκατομμύρια ελληνικοί πληθυσμοί.

Η κατεύθυνση και η ταχύτητα συγκρότησης του νέου κράτους προσέκρουε σε ένα πλέγμα αντιθέσεων μεταξύ τάξεων και στρωμάτων που είχαν συμμαχήσει εναντίον της οθωμανικής εξουσίας. Το νεοσύστατο κράτος έπρεπε να αντιμετωπίσει τις διάφορες τοπικές εξουσίες, αλλά και περιστασιακές αντιδράσεις και από το πιο προωθημένο τμήμα της αστικής τάξης, οι επιδιώξεις του οποίου δεν ικανοποιούνταν εξαιτίας των περιορισμένων δημοσιονομικών πόρων του νεοσύστατου αστικού κράτους. Για παράδειγμα, όπως έχει αναφερθεί, οι πλοιοκτήτες αντέδρασαν έντονα τόσο στη μη καταβολή των αποζημιώσεων για καταστροφές που υπέστησαν τα πλοία τους κατά την Επανάσταση όσο και στη σύνθεση των νέων οργάνων αστικής εξουσίας.

Χαρακτηριστική της οξύτητας των παραπάνω αντιπαραθέσεων ήταν η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στις 27 Σεπτέμβρη (9 Οκτώβρη) 1831. Στα σχέδια του Καποδίστρια αντέδρασαν τόσο οι τοπικοί αξιωματούχοι που έβλεπαν να απειλούνται τα προνόμιά τους όσο και σημαντικό τμήμα των πλοιοκτητών. Φυσικά, τα διάφορα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης αξιοποιούσαν και αξιοποιούνταν από τα πιο ισχυρά κράτη. Η Μ. Βρετανία και η Γαλλία στήριζαν ανοιχτά τη σύγκρουση με το φιλορώσο Καποδίστρια.

Η στάση κάθε τμήματος της αστικής τάξης απέναντι στη νέα κυβέρνηση – αλλά και απέναντι στις διάφορες διεθνείς συμμαχίες της – καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό και από τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούσαν τα κέρδη τους. Άλλη στάση είχε το τμήμα που συνέχιζε να απολαμβάνει οθωμανικά προνόμια στα εδάφη που ανήκαν ακόμα στην οθωμανική επικράτεια και άλλη στάση το τμήμα που αύξανε το κεφάλαιό του μέσα από δραστηριότητες οι οποίες έρχονταν σε σύγκρουση με αυτά τα προνόμια.

Η συγκρότηση πάντως του νέου αστικού κράτους δεν ήταν παθητικός καθρέφτης αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά την επηρέαζε ενεργητικά επιταχύνοντας τη στερέωση και εμβάθυνση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Στο βαθμό που προχωρούσε, αντικειμενικά ευνοούνταν τα τμήματα εκείνα της αστικής τάξης τα οποία είχαν συμφέρον από την κατάργηση όλων των φεουδαρχικών υπολειμμάτων και προνομίων, ενώ στα υπόλοιπα τμήματα έθετε επιτακτικά το ζήτημα είτε της προσαρμογής μέσω της επιτάχυνσης της αστικοποίησής τους είτε της εξαφάνισης.

Μετά από τη συγκρότηση του κράτους της, η ελληνική αστική τάξη φανέρωσε με καθαρό τρόπο τις διεθνείς της επιδιώξεις. Βασική πρόθεσή της ήταν να πάρει ενεργό μέρος στο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είτε με ειρηνικά είτε με μη ειρηνικά μέσα και γενικότερα να επωφεληθεί από την πορεία κατακερματισμού της στα Βαλκάνια. Την ίδια στιγμή επιδίωκε να επεκταθεί σε νέα εδάφη πέραν των μη απελευθερωμένων – ακόμα – εδαφών με ελληνικούς πληθυσμούς, αξιοποιώντας προπαγανδιστικά τον εθνικισμό και τη «συνέχεια» της Ελλάδας από την Αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή διαμέσου του Βυζαντίου. Μετά από ένα σημείο, η επιδίωξη της ελληνικής αστικής τάξης να αναδειχτεί σε κυρίαρχη δύναμη σε όλα τα Βαλκάνια αξιοποίησε και τον αντισλαβισμό, παρά το γεγονός ότι αρχικά η ελληνική αστική τάξη επιδίωξε την ενσωμάτωση και σλαβόφωνων πληθυσμών. Η διαμόρφωση μιας ισχυρής αστικής τάξης, που επωφελούνταν από τη δράση της στους κόλπους και στο έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, δημιουργούσε άλλωστε την αντικειμενική βάση για την ανάπτυξη του μεγαλοϊδεατισμού που υπερέβαινε το ζήτημα της προσάρτησης των Επτανήσων, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, ενώ είχε αρχίσει να γίνεται ορατή η αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η εδαφική επέκταση και η προβολή του ουτοπικού στόχου αναστήλωσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε, άλλωστε, την απάντηση σε πολλές προκλήσεις που έθετε η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Πρώτον, αυτή η επέκταση διεύρυνε την εσωτερική αγορά του νεοσύστατου κράτους. Δεύτερον, διασφάλιζε και αύξανε τη γεωπολιτική σημασία του ελληνικού κράτους. Τρίτον, η επέκταση συνέβαλε στη διασφάλιση του ελέγχου της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, γεγονός απαραίτητο για τα συμφέροντα των Ελλήνων πλοιοκτητών στην περιοχή. Φυσικά, ο επεκτατικός ρόλος του νεοσύστατου κράτους δεν περιοριζόταν στην κατάκτηση νέων χερσαίων και νησιωτικών εδαφών, αλλά έπαιρνε και άλλες μορφές με πιο χαρακτηριστική ίσως την έγκαιρη ανάπτυξη ναυτικής δύναμης και την αντίστοιχη δημιουργία ισχυρού εφοπλιστικού κεφαλαίου, το οποίο στην πορεία επωφελήθηκε τα μέγιστα και από την εκμετάλλευση άλλων λαών (διακίνηση πετρελαίου και όπλων σε απαγορευμένες περιοχές, συμμετοχή στο εμπόριο με την αποικιοκρατία κ.ά.).

Όσον αφορά τα μέσα επιδίωξης των παραπάνω σκοπών, η ελληνική αστική τάξη διέθετε εκ των πραγμάτων και τον αναγκαίο ρεαλισμό που είχε άλλωστε επιδείξει και προεπαναστατικά, στηριζόμενη με διαφοροποιήσεις στα ισχυρά κράτη της Μ. Βρετανίας, της Ρωσίας, της Γαλλίας.

Δείτε ακόμα...