Εξαμηνιαία Έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας: Προβλέψεις για «χαμένη δεκαετία»

Οικονομία-Χρηματιστήριο-Στατιστική

Τις «αβεβαιότητες» που κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία και τις ανησυχίες των αστικών επιτελείων για την παρατεταμένη αδυναμία της να ανακάμψει με ορμητικούς ρυθμούς σημειώνει άλλη μια έκθεση, αυτήν τη φορά της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Στην εξαμηνιαία έκθεσή της για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, κάνει λόγο για δεκαετία με υποτονική ανάπτυξη μετά την πανδημία του κορονοϊού, που, όπως λέει, προκάλεσε τη μεγαλύτερη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Αν δεν υπάρξουν ουσιαστικές και αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις, η παγκόσμια οικονομία κινείται προς μία δεκαετία απογοητευτικών ρυθμών ανάπτυξης», αναφέρεται χαρακτηριστικά, με την επισήμανση ότι οι οικονομικές προοπτικές είχαν εξασθενίσει ήδη πριν από την πανδημία, εξέλιξη που αποδίδει στη γήρανση του πληθυσμού και τη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ η παγκόσμια έξαρση του κορονοϊού θα επιδεινώσει αυτήν την τάση.

Μάλιστα, ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία αναμένεται να περιοριστεί στο 1,9% κατά μέσο όρο ετησίως από το 2020 έως το 2029. Για το 2021, η πρόβλεψη του ρυθμού ανάκαμψης στην παγκόσμια οικονομία διαμορφώνεται σε 4% έναντι πτώσης 4,3% το 2020. Με βάση το δυσμενές σενάριο (συνεχιζόμενη αύξηση των κρουσμάτων και καθυστέρηση στους εμβολιασμούς), η ανάκαμψη για το 2021 στην παγκόσμια οικονομία θα περιοριστεί στο 1,6%.

Παράλληλα, η ΕΚΤ στο οικονομικό δελτίο της τονίζει ότι ο αυξημένος κίνδυνος καθυστερημένης ανάκαμψης (…) καθιστά αναγκαία τη συνεχή στήριξη από τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές, δηλαδή μέσω των κρατικών προϋπολογισμών. Παράλληλα, το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ, «το οποίο συμπληρώνει τα δημοσιονομικά μέτρα που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο, θα συμβάλει στην ταχύτερη, ισχυρότερη και πιο ομοιογενή ανάκαμψη (…), ιδίως εάν τα κονδύλια χρησιμοποιηθούν για παραγωγικές δημόσιες δαπάνες και συνοδευθούν από διαρθρωτικές πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγικότητα».

Πέρα από τα άμεσα πακέτα δημοσιονομικής στήριξης του κεφαλαίου, οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης προχώρησαν και στην παροχή μεγάλου ύψους κρατικών εγγυήσεων σε τραπεζικά δάνεια επιχειρήσεων, προκειμένου να ενισχύσουν τη ρευστότητά τους.

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, συνολικά οι εγγυήσεις ανέρχονται σε περίπου 17% του ΑΕΠ για την Ευρωζώνη, επισημαίνοντας ότι οι εγγυήσεις δανείων συνιστούν ενδεχόμενες υποχρεώσεις για τις κυβερνήσεις και ως εκ τούτου τα ποσά τυχόν καταπτώσεων εγγυήσεων θα αποτελέσουν πρόσθετες δημόσιες δαπάνες που θα αυξήσουν το κρατικό χρέος.

Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις σχετικά με την εξέλιξη του ΑΕΠ σε επίπεδο Ευρωζώνης, η ΕΚΤ εκτιμά για το 2020 ρυθμό πτώσης 7,3%, για το 2021 μερική ανάκαμψη, 3,9%, για το 2022 ανάκαμψη 4,2%, με απότομη επιβράδυνση στο 2,1% το 2023.

«Νέα κανονικότητα» με μεγαλύτερη εκμετάλλευση και «ευελιξία»

Στο μεταξύ, στη διαπίστωση ότι «η πανδημία θα έχει θετικές μακροπρόθεσμες συνέπειες στην παραγωγικότητα αλλά αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση» προχωρούν οι μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι σε επίπεδο Ευρωζώνης, με φόντο την αξιοποίηση της κρίσης και τη μονιμοποίηση των αντεργατικών παρεμβάσεων που δρομολογούνται για την ανάκαμψη του κεφαλαίου.

Το συμπέρασμα αυτό καταγράφεται μεταξύ άλλων σε έρευνα που διενήργησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε 72 κορυφαίες επιχειρήσεις της Ευρωζώνης, προερχόμενες κατά 60% και 40% από τους τομείς της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, αντίστοιχα, με στόχο να διαπιστωθεί το πώς αντιλαμβάνονται τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας του κορονοϊού στη δραστηριότητά τους.

Για τους σκοπούς της έρευνας, όπως αναφέρει η ΕΚΤ, με τον όρο μακροπρόθεσμες προοπτικές νοείται «η νέα κανονικότητα κατά την οποία, χάρη π.χ. στην ανάπτυξη εμβολίου ή και πιο αποτελεσματικής θεραπείας, η οικονομία δεν θα υφίσταται πλέον σημαντικές διαταράξεις ή και αιφνίδιες μεταβολές λόγω του ιού και των αναγκαίων μέτρων περιορισμού του».

Η έρευνα δημοσιοποιήθηκε στο πρόσφατο οικονομικό δελτίο της ΕΚΤ, ενώ αποκαλυπτικές είναι οι απαντήσεις και οι διαπιστώσεις από τους επιτελείς των 72 μεγαλύτερων επιχειρηματικών ομίλων της Ευρωζώνης.

Συγκεκριμένα:

— Οι 9 στους 10 επιβεβαίωσαν ότι επιτάχυναν την υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών ή και την αυτοματοποίηση, ενώ περισσότεροι από τα 3/4 συμφώνησαν ότι σημαντικά υψηλότερο ποσοστό του εργατικού δυναμικού τους θα εξακολουθήσει να εργάζεται εξ αποστάσεως.

Οπως χαρακτηριστικά διαπιστώνεται από τους επιχειρηματικούς ομίλους, λόγω της εξ αποστάσεως εργασίας «οι εργαζόμενοι είναι πλέον σχεδόν πάντοτε προσβάσιμοι, ενώ στο παρελθόν δεν ίσχυε το ίδιο». Επισημάνθηκε επίσης ότι ορισμένα τμήματα, όπως οι πωλήσεις, έγιναν πολύ πιο παραγωγικά με την εξ αποστάσεως λειτουργία.

Περίπου το 60% διαφώνησε ως προς το ότι η αύξηση της εξ αποστάσεως εργασίας μειώνει την παραγωγικότητα, ενώ μόλις το 20% συμφώνησε. Μάλιστα, ενώ η μείωση των ανεπίσημων διαπροσωπικών επαφών σε επίπεδο επιχείρησης θεωρήθηκε μειονέκτημα, εντοπίστηκαν και πολλά πλεονεκτήματα, όπως η «μείωση του χαμένου χρόνου» λόγω των μετακινήσεων από και προς την εργασία.

— Περισσότεροι από 3/4 των συμμετεχόντων διαπιστώνουν ότι η επιχείρησή τους θα είναι πιο αποτελεσματική και πιο ανθεκτική ως προς τα χαρακτηριστικά της «νέας κανονικότητας» που θα διαμορφωθεί υπό την επίδραση της πανδημίας. Σε αυτό το πλαίσιο, πάνω από το 75% συμφώνησαν ότι τα διδάγματα που αποκόμισαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας θα κάνουν την επιχείρησή τους πιο αποτελεσματική και ότι οι αλλαγές που εφάρμοσαν θα την κάνουν πιο ανθεκτική.

— Το 60% δήλωσε ότι η παραγωγικότητα της επιχείρησης ή του τομέα τους θα αυξηθεί, ενώ ελάχιστοι αναμένουν μείωση της παραγωγικότητας ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της πανδημίας. Παράλληλα, το 55% προσδοκά αρνητικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην απασχόληση (μείωση των θέσεων εργασίας) έναντι μόλις 10% που αναμένει αύξηση της απασχόλησης.

Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ΕΚΤ, «οι εκτιμήσεις αυτές φαίνεται ότι αντανακλούν το γεγονός πως οι επιχειρήσεις έχουν βρει τρόπους για να διατηρήσουν την παραγωγή τους παρά τους περιορισμούς στην αγορά εργασίας λόγω της κοινωνικής αποστασιοποίησης».

— Πάνω από το 50% εκτιμά ότι θα αυξηθεί η συγκέντρωση της αγοράς στον τομέα τους, κατά κύριο λόγο ως αποτέλεσμα των επιχειρηματικών συγχωνεύσεων και σε μικρότερο βαθμό λόγω της εξόδου επιχειρήσεων (λουκέτα) από την αγορά. Τα 3/4 των συμμετεχόντων συμφώνησαν ότι οι αλλαγές της καταναλωτικής συμπεριφοράς λόγω της πανδημίας θα επηρεάσουν τη ζήτηση του βασικού προϊόντος ή της βασικής υπηρεσίας τους μακροπρόθεσμα.

Καθώς οι παραπάνω διαπιστώσεις προέρχονται από τους ισχυρότερους επιχειρηματικούς ομίλους της Ευρωζώνης, η ΕΚΤ τονίζει ότι τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνευθούν λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέγεθος και η κατανομή των δραστηριοτήτων αυτών των επιχειρήσεων τους επιτρέπουν να αντιμετωπίσουν καλύτερα από ό,τι άλλες επιχειρήσεις τις προκλήσεις της πανδημίας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Ριζοσπάστης

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...