Φίλιπ Ροθ: Αμερικάνικο Ειδύλλιο – American Pastoral

Σαν «εξαιρετικό κοινωνικό δράμα» παρουσίασε η TV-ΕΡΤ2, την παραγωγής ΗΠΑ 2016, ταινία «Αμερικανικό Ειδύλλιο» (American Pastoral), βασισμένη στο ομώνυμο βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ (Philip Roth). Ξεκινήσαμε να την βλέπουμε –αντέξαμε περίπου ένα μισάωρο και ως εκεί …αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

αμερικανικό ειδύλλιο

Στο βιβλίο ο Φίλιπ Ροθ μας μεταφέρει στην Αμερική της δεκαετίας του ’60, στα χρόνια του πολέμου του Βιετνάμ. Μια δεκαετία περίπου νωρίτερα, στα σκοτεινά χρόνια του μακαρθισμού, διαδραματίζεται το μυθιστόρημα “Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή” με κεντρικό ήρωα, ένα πρώην εργάτη που εξελίχθηκε σε δημοφιλή ηθοποιό, ιδεολόγος κομμουνιστής, στρατευμένος στον αγώνα για μια νέα κοινωνία, καταλήγει στη μαύρη λίστα, άνεργος, και με τη ζωή του ρημαγμένη. Η γυναίκα του, διάσημη ηθοποιός, τον καταγγέλλει ως κατάσκοπο της Σοβιετικής Ένωσης, και το προσωπικό δράμα της σχέσης τους μετατρέπεται σε εθνικό σκάνδαλο. Ο Ροθ, για μια ακόμα φορά, βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει με διεισδυτικό και κριτικό τρόπο, αλλά και με σαρκασμό, τη μεταπολεμική Αμερική.

Το «Στίγμα»

αμερικανικό ειδύλλιο

Αν με μια λέξη πρέπει κάποιος να περιγράψει το βιβλίο του «Ανθρώπινο στίγμα» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις»), το πρώτο που θα του έρθει αυθόρμητα στο στόμα είναι: «Συγκλονιστικό». Μετά όταν αρχίσει να σκέπτεται μπορεί να πει χιλιάδες πράγματα για να αναλύσει τον κεντρικό ήρωα του συγγραφέα Κόλμαν Σιλκ, για την ερωμένη του τη Φόνια Φάρλι, για τον πρώην σύζυγό της, τον Λες -αλκοολικό βετεράνο του Βιετνάμ, που βασανίζεται από εφιάλτες, με αποτέλεσμα να γίνει ο ίδιος εφιάλτης για τους άλλους, μα και για τους «πνευματικούς μετανάστες» όπως είναι η πανέμορφη αλλά συμπλεγματική κοσμήτωρ του πανεπιστημίου της Αθήνας, η Ντέλφιν Ρου, η οποία προκαλεί μεγάλη δυστυχία γύρω της, μόνο και μόνο επειδή η ίδια δεν μπορεί να γίνει ευτυχισμένη και νιώθει συνεχώς ανασφαλής στη «νέα πατρίδα» της.

Η ιστορία διαδραματίζεται στη βόρεια Αμερική, στο υποβαθμισμένο πανεπιστήμιο της Αθήνας, όταν έχει ξεσπάσει το σκάνδαλο του Μόνικας Λουΐνσκι (Monica Lewinsky) όταν η τρέλα χτυπάει κατακέφαλα του Αμερικανούς και η υποκριτική ηθική – πουριτανική υστερία τους καταλαμβάνει. Ξυπνούν και κοιμούνται με την ερωτική «ανάρμοστη σχέση» του Προέδρου τους, αδιαφορώντας για την «ανάρμοστη» πολεμική συμπεριφορά της κυβέρνησής τους στη Γιουγκοσλαβία. Πού πέφτει, άλλωστε, αυτή η χώρα με το παράξενο όνομα ούτε που ξέρουν ούτε που τους νοιάζει. Εκείνη την ίδια εποχή ένας γοητευτικός καθηγητής των κλασικών σπουδών, ένας Εβραίος από τους ελάχιστους, για να μην πούμε ο μοναδικός που του είχε επιτραπεί να διδάξει κλασική λογοτεχνία σε τμήμα κλασικής φιλολογίας μετά τον Ε.Ι. Λόνοφ, κατηγορείται για ρατσισμό και οδηγείται στην παραίτηση. Ο Κόλμαν Σιλκ προτιμά να παραιτηθεί παρά να αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό της ζωής του, μυστικό που θα μπορούσε να αποδείξει ότι δεν είναι ρατσιστής, αλλά ότι έχει επαναδημιουργήσει την ταυτότητά του. Έτσι, αρκείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του με το να αποδείξει ότι οι κατήγοροί του, οι σημερινοί πανεπιστημιακοί, αγνοούν ακόμη και την αγγλική γλώσσα…

Το βιβλίο αυτό του Φίλιπ Ροθ με το οποίο ολοκληρώνεται η τριλογία της Αμερικής (Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή, και Αμερικανικό Ειδύλλιο), τιμήθηκε στις ΗΠΑ με το βραβείο «Φόλκνερ», ενώ στη Γαλλία με το βραβείο ξένου μυθιστορήματος (Medicis).

Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο («The Human stain» αμερικανική παραγωγή 2003 σκηνοθεσία Ρόμπερτ Μπέντον).

αμερικανικό ειδύλλιο

Με τους: Άντονι Χόπκινς, Νικόλ Κίντμαν, Εντ Χάρις, Γκάρι Σινίζ, Γουέντγουερθ Μίλερ.
Μοιρασμένο σε ίσα μέρη μεταξύ μυστηρίου κρυμμένων μυστικών, ανομολόγητων παθών και ενός έρωτα που πρέπει από κάπου να πιαστεί, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «μελό», αφού στο επίκεντρο είναι η ερωτική ιστορία ενός μεσήλικα που ψάχνει τον τελευταίο έρωτα στη ζωή του, ενώ παράλληλα γίνονται σχόλια για τη ρατσιστική πλευρά της Αμερικής και το σκάνδαλο Κλίντον – Λουΐνσκι. Με μια Νικόλ Κίντμαν που αυτή τη φορά δεν πείθει στο πλευρό του Άντονι Χόπκινς, «στέκεται» και (απλώς) βλέπεται ευχάριστα.

«Η τραγωδία του ανθρώπου που δεν είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία – αυτή είναι η τραγωδία του καθενός».

Ο Σίμουρ Λιβόβ ενηλικιώνεται στη μεταπολεμική Αμερική του θριάμβου και της ευημερίας. Αλλά ό,τι αγαπάει χάνεται όταν η χώρα παθαίνει παράκρουση, τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’60. Ούτε ο πιο απομονωμένος και καλοπροαίρετος πολίτης δεν καταφέρνει να αποφύγει το σαρωτικό κύμα της ιστορίας. Το «Αμερικάνικο ειδύλλιο» είναι η ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός καλότυχου Αμερικανού – ενός δυνατού άντρα, γεμάτου αυτοπεποίθηση, αριστοτέχνη της κοινωνικής ισορροπίας που τον συντρίβουν οι δυνάμεις της κοινωνικής αναταραχής. Του Λιβόβ δεν του επιτρέπεται να ζήσει για πάντα ευτυχισμένος στην αγαπημένη του πέτρινη αγροικία, με την όμορφη γυναίκα του και τη ζωηρή κόρη του με την πρόωρη ανάπτυξη, που είναι το φως των ματιών του. Φως των ματιών του ώσπου να γίνει δεκάξι χρονών και να εξελιχθεί σε τρομοκράτισσα «επαναστάτρια» αποφασισμένη να καταστρέψει τον παράδεισο του πατέρα της.

Με έντονο ρεαλισμό, ο Ροθ ξαναγυρίζει στις συγκρούσεις και τις βίαιες μεταβολές της δεκαετίας του 1960. Το βιβλίο αυτό μιλάει για την αγάπη -και το μίσος- για και στην Αμερική. Για την επιθυμία να ανήκεις -και την άρνηση να ανήκεις- στην Αμερική. Αντιπαραθέτει την επιθυμία για μια ειδυλλιακή αμερικανική ζωή, -ζωή αξιοσέβαστη, με ηρεμία, τάξη, αισιοδοξία και δημιουργία- στη γηγενή αμερικανική παραφροσύνη. Το «Αμερικάνικο Ειδύλλιο», είναι ένα από αυτά τα μυθιστορήματα που μπορούν να σου δώσουν την αίσθηση του τόπου και του χρόνου, με τρόπο πιο άμεσο και από το πιο διεξοδικό ταξίδι.

αμερικανικό ειδύλλιο

Όμως η ταινία επιβεβαιώνει για άλλη μία φορά πως ένα πρώτης τάξης λογοτεχνικό υλικό δεν εγγυάται μια ανάλογης κλάσης μεταφορά στην οθόνη, αν  και το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ είναι μια φροντισμένη παραγωγή που προσπαθεί να «ξεφυλλίσει» με εικόνες το εμβληματικό μυθιστόρημα.

Χωρίς την απαιτούμενη ένταση, με απλοϊκές ευκολίες εκεί όπου το σενάριο του τηλεοπτικού Τζον Ρομάνο δυσκολεύεται να βρει κινηματογραφικές λύσεις και με έναν μοιραία ανεπαρκή Μακ­Γκρέγκορ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, απαγγέλλει καλά και καθαρά τα λόγια του βιβλίου, αλλά δεν νιώθει σχεδόν τίποτε απ’ όλα όσα πικρά και συγκινητικά μεταφέρουν. Η άνευρη, χωρίς φαντασία και σαφή προσανατολισμό σκηνοθεσία του καθήλωσε το κορυφαίο ίσως μυθιστόρημα του Ροθ σε ένα δράμα εποχής, ευπρόσωπο, άτολμο και επίπεδο.

Κι αν για κάθε βιβλίο που γίνεται ταινία υπάρχει η στατιστικά μεγάλη πιθανότητα να αδικηθεί στη μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη, για το μυθιστόρημα του Ρος κάθε κινηματογραφική απόπειρα έμοιαζε με χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Κι όμως, ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ επέλεξε με τόλμη αυτό το πρότζεκτ για το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Και το προσέγγισε με σεμνότητα, ταπεινότητα, καμία επιδειξιομανία ή διάθεση αναμέτρησης. Δυστυχώς όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι έκανε μία καλή ταινία. Αντιθέτως.

Όσο ο ΜακΓκρέγκορ υποχωρούσε από σεβασμό στο υλικό(;), τόσο η ταινία φλάταρε. Η αισθητικά άρτια και αλά Εντουαρντ Χόπερ μελαγχολική ματιά του στην μεταπολεμική «americana», η πραγματιστική φωνή στην εξιστόρηση των γεγονότων, η απόσυρση του προσωπικού πολιτικού βλέμματος, παύουν κάποια στιγμή να είναι εργαλεία ψυχραιμίας στην διαχείριση μίας τεταμένης ιστορίας – παγώνουν το θεατή, δεν τον εγείρουν, δεν βρίσκουν δίοδο στο πνεύμα του, στην κρίση του, στη ευφυία του. Επικαλούνται στο τέλος μόνο το συναίσθημά του, ως εύκολο, τυπικό, μέτριο μελόδραμα. Ίσως τελικά με το ανάστημα του Φίλιπ Ροθ να έπρεπε να συγκρουστεί ένας ισάξια δαιμονισμένα κι αντισυμβατικά ταλαντούχος σκηνοθέτης – ένας Πολ Τόμας Αντερσον, ίσως κι ο Jim Jarmusch. Γιατί τέτοιες ιστορίες πρέπει να βιώνονται, απαιτητικά και αφυπνιστικά, λίγο τρελά – εντός κι εκτός κάδρου.

Σε συνδυασμό με το σενάριο του Τζον Ρομάνο που περιορίζει τους χαρακτήρες σε σχήματα και τις ζωές τους σε συνόψεις, η ταινία αποτυγχάνει όχι απλά στην αφήγησή της, αλλά και στην ουσία της ιστορίας της. Βγαίνοντας ο θεατής από κάποια κινηματογραφική αίθουσα το 2016, μία πολύ διαφορετική αλλά ειρωνικά ισοδύναμα εκρηκτική εποχή για την Αμερική, κουβαλώντας την αντίληψη ότι ο μόνος σώφρων ήρωας ήταν ο πατριάρχης «Σουηδός» (το κεντρικό σύμβολο του λευκού Αμερικανικού Ονείρου ήρωας καρτ ποστάλ της μεταπολεμικής αμερικανικής Εδέμ, όπου η αγάπη γεφύρωσε τις θρησκευτικές διαφορές), κι όλοι ξαφνικά γύρω του τρελάθηκαν (η κόρη της Nτακότα Φάνινγκ μοιάζει με αχάριστη γραφική χίπισσα μέχρι και τις τελευταίες ανάσες της, ενώ η σύζυγος της Τζένιφερ Κόνελι αδικείται παράφορα κάτω από την επιδερμική παγερή ομορφιά της) μοιάζει, και είναι, παταγώδης αποτυχία. Ωδινεν όρος και έτεκε μυν.

Αποτυχία του δημιουργού, αποτυχία των ερμηνευτών, αποτυχία στην έναρξη ενός σύγχρονου, βαθύ, δομημένου κοινωνικοπολιτικού διαλόγου – όπως θα όφειλε.

Αποτυχία και χαμένη ευκαιρία να εκφραστεί κινηματογραφικά κάτι, δυστυχώς, εξαιρετικά σύγχρονο: το σπάσιμο της φούσκας στο οποίο επιλέγουμε να ζούμε στην συλλογική, ληθαργική πολιτική μας συνείδηση. Η προσγείωση, με έκπληξη και τρόμο και άρνηση, στον τοξικό ατμοσφαιρικό αέρα. Ο αντικατοπτρισμός με όσα απορρίπταμε και μας ξεπέρασαν, που τελικά πρέπει –ηττημένα, να παραδεχτούμε ως «πραγματικότητα».

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαγιάννης
ℹ️ Με πληροφορίες (για τα βιβλία) από το Ριζοσπάστη

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...