Γαλλία – Προεδρικές Εκλογές: Με «κοινό πρόγραμμα» τις προτεραιότητες των γαλλικών μονοπωλίων

Γαλλία- Παρίσι - Πύργος του Άιφελ
Ο πύργος του Άιφελ

Την Κυριακή ανοίγουν οι κάλπες του α’ γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, με φόντο εντεινόμενες διεργασίες στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τους οποίους το γαλλικό κεφάλαιο προσπαθεί να αξιοποιήσει για να αναβαθμίσει τη θέση του.

Ζητούμενο για όλους τους υποψηφίους των αστικών δυνάμεων είναι πώς ακριβώς θα υπηρετήσουν καλύτερα τις στρατηγικές προτεραιότητες των γαλλικών μονοπωλίων, οι οποίες με τη σειρά τους προϋποθέτουν πολύμορφη κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης.

Την Παρασκευή, δημοσκόπηση του BVA για το RTL και το «Orange» εμφάνιζε τον νυν Πρόεδρο Εμ. Μακρόν να διασφαλίζει στον α’ γύρο το 26% της πρόθεσης ψήφου, έναντι 23% που συγκέντρωνε η βασική του αντίπαλος, υποψήφια του «Εθνικού Συναγερμού», Μαρίν Λεπέν. Ακολουθούσαν ο «αριστερός» Ζαν Λικ Μελανσόν με 17,5%, η υποψήφια των Ρεπουμπλικάνων, Βαλερί Πεκρές, με 9,5% και ο ακροδεξιός Ερίκ Ζεμούρ με 8,5%. Στον β’ γύρο (στις 24 Απρίλη) ο Μακρόν φερόταν να επικρατεί με 53%.

Ο Μακρόν θεωρείται το «φαβορί» για την επικράτηση τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο γύρο, ωστόσο τις τελευταίες μέρες η Λεπέν εμφανίζεται να κλείνει την «ψαλίδα».

Σύγκλιση για «ενεργειακή κυριαρχία»

Μεταξύ των προτεραιοτήτων του κεφαλαίου που βρίσκονται στο επίκεντρο της εκλογικής αναμέτρησης, είναι τα ζητήματα της Ενέργειας, όπως και η προσπάθεια παραπέρα γεωπολιτικής αναβάθμισης.

Σε ό,τι αφορά την Ενέργεια, πίσω από τις γνωστές επικλήσεις για την «αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» και τη «στροφή σε πιο καθαρές μορφές Ενέργειας» βρίσκονται οι σχεδιασμοί των γαλλικών μονοπωλίων να ενισχύσουν την κερδοφορία τους μέσα από τις μπίζνες της «πράσινης» ανάπτυξης, αλλά και σφοδροί ανταγωνισμοί τόσο μεταξύ τους όσο και με τα μονοπώλια άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Η Γαλλία τάσσεται υπέρ της ανάπτυξης της πυρηνικής ενέργειας, διαθέτει ήδη σημαντική τεχνογνωσία και αρκετές δομές παραγωγής στον συγκεκριμένο τομέα, κατ’ επέκταση εκτιμά ότι έτσι θα διατηρήσει πλεονέκτημα.

Παρά τις παλιότερες ανακοινώσεις (π.χ. το 2018) για κλείσιμο σχεδόν 12 πυρηνικών αντιδραστήρων, ο Μακρόν τον Φλεβάρη ανακοίνωσε ότι θα επιδιωχθεί η παράταση της «διάρκειας ζωής όλων των αντιδραστήρων που η ζωή τους μπορεί να παραταθεί», ότι «κανένας πυρηνικός αντιδραστήρας σε κατάσταση παραγωγής δεν θα πρέπει να κλείσει στο μέλλον» (εκτός αν υπάρχουν λόγοι ασφαλείας), ενώ εξήγγειλε και την κατασκευή άλλων τουλάχιστον 6 νέων αντιδραστήρων EPR (αντιδραστήρες ύδατος υπό πίεση).

Αντίστοιχες εξαγγελίες για κατασκευή αντιδραστήρων EPR έχει κάνει και η Λεπέν, επικρίνοντας ειδικά την επέκταση των αιολικών πάρκων στη χώρα ως «άχρηστων». Σε κεντρικά της άρθρα (π.χ. στη «Φιγκαρό», 24/1) η Λεπέν υποστήριζε ότι για τη Γαλλία η «ενεργειακή κυριαρχία» και μια «ευημερούσα πυρηνική βιομηχανία» συνδέονται στενά με την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας. Αναφερόμενη δε στο διεθνές φόντο σημείωνε ότι «ο 21ος αιώνας θα είναι αναντίρρητα το πεδίο όλο και πιο μεγάλων δομικών εντάσεων, ειδικά για τους ενεργειακούς πόρους». Συνέδεε δε την «ενεργειακή ανεξαρτησία» των κρατών και με την ικανότητά τους να «μετρούν στις διεθνείς σχέσεις», εννοώντας το μέγεθος της ισχύος τους στον έλεγχο αγορών και δρόμων μεταφοράς. Επιπλέον, με φόντο και την έντονη διαφωνία Γαλλίας – Γερμανίας για την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ, η Λεπέν τασσόταν κατά της «αδιάκοπης ανάπτυξης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας» (ΑΠΕ) που «θα επιδεινώνει την εξάρτησή μας από περιοχές με σπάνιες γαίες (σ.σ. ορυκτά απαραίτητα για παράδειγμα στην κατασκευή μπαταριών λιθίου), επιβαρύνει το εμπορικό μας ισοζύγιο και θα μας υποχρεώσει σε τεράστιες επενδύσεις στο δίκτυο ηλεκτρισμού».

Να σημειωθεί ότι αντίθετες στο προβάδισμα των ΑΠΕ δηλώνουν μεγάλες μερίδες του γαλλικού κεφαλαίου, αναφέροντας ανοιχτά ότι τέτοιες επιλογές θα διευκολύνουν ανταγωνιστές, ειδικά το γερμανικό κεφάλαιο. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της «Ομοσπονδίας Βιώσιμο Περιβάλλον» (Federation Environment Durable, όπου συμμετέχουν και μια σειρά επιχειρηματικοί όμιλοι) Ζαν Λουί Μπιτρέ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η Γαλλία «θα μπορούσε να παλέψει με την πυρηνική της βιομηχανία» αλλά «βρέθηκε στον τομέα των Διακοπτόμενων Ανανεώσιμων Μορφών Ενέργειας και ειδικά αυτόν της αιολικής ενέργειας, στον οποίο δεν διαθέτει κανένα βιομηχανικό πλεονέκτημα», προσθέτοντας ότι «κάνοντας αυτή την επιλογή, βρέθηκε σε θέση αδυναμίας απέναντι στους αντιπάλους της». Αναφερόμενος δε ρητά στην κόντρα με τη Γερμανία, κατήγγειλε τις διακηρύξεις της ΕΕ για την επέκταση των αιολικών πάρκων ότι «οδηγούν απευθείας στη θανάτωση της πυρηνικής βιομηχανίας της Γαλλίας» και ότι αυτές γράφονται από επιχειρηματικούς κύκλους «για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα» που «καθοδηγούν την Κομισιόν εδώ και χρόνια», «βασιζόμενα κυρίως στα κόμματα των Πρασίνων, ειδικά τα γερμανικά».

Ψάχνουν γεωπολιτική αναβάθμιση

Την ίδια στιγμή, κοινές κατευθύνσεις διαπερνούν τους άξονες των υποψηφίων στην εξωτερική πολιτική.

Την ανησυχία της γαλλικής πλουτοκρατίας να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε διεθνείς ανταγωνισμούς και παζάρια αναδεικνύει ιδιαίτερα ο «διπλωματικός πυρετός» στον οποίο έχει επιδοθεί ο Εμ. Μακρόν τους τελευταίους μήνες, πριν αλλά και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αξιοποιώντας και την προεδρία της ΕΕ που έχει το Παρίσι αυτό το εξάμηνο.

Μεταξύ άλλων, καταγράφονται οι συνεχείς αναφορές του Γάλλου Προέδρου στην ανάγκη μιας «νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας» στην Ευρώπη με πρωταγωνιστικό ρόλο της ΕΕ στη διαμόρφωσή της και με προσπάθεια συμπερίληψης της Ρωσίας, οι αλλεπάλληλες επαφές με τον Ρώσο Πρόεδρο Βλ. Πούτιν, οι προσπάθειες να κατοχυρώσει η Γαλλία έναν «διαμεσολαβητικό» ρόλο μεταξύ Αρμενίας – Αζερμπαϊτζάν, η διερεύνηση όρων για νέες κολιγιές με την Τουρκία και νέες «διευθετήσεις» στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, η προσπάθεια διατήρησης ισχυρού ρόλου στις εξελίξεις στην κρίσιμη περιοχή του Σαχέλ κ.ά.

Είναι χαρακτηριστικό, εξάλλου, ότι πέρα από την πάγια κριτική που απευθύνεται προς την Λεπέν για τις σχέσεις της με τη Ρωσία και τον Πούτιν, σε αντίστοιχες κατηγορίες (π.χ. από τον Πολωνό πρωθυπουργό) κλήθηκε να απαντήσει εν μέσω προεκλογικής περιόδου και ο Μακρόν.

Την Παρασκευή, μιλώντας στο «Φρανς Ινφό», η Μ. Λεπέν, απαντώντας για το ίδιο θέμα, σημείωσε ότι η «λογική θέση» της είναι «να καταδικαστεί η Ρωσία όταν εισέβαλε στην Ουκρανία με τον σαφέστερο τρόπο», αλλά – πρόσθεσε – «αυτό που γίνεται στην Ουκρανία δεν είναι εντελώς μαύρο ή εντελώς άσπρο». Ετσι, αν και το κόμμα της στηρίζει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, τάσσεται ενάντια στο εμπάργκο κατά των ρωσικών εισαγωγών Ενέργειας, αναφέροντας ότι αυτές «θα έχουν βαριές συνέπειες στους Γάλλους και όλο τον κόσμο». Ενα εμπάργκο κατά των εισαγωγών ρωσικών προϊόντων, αναφέρει η Λεπέν, «θα επέτρεπε στη Ρωσία, τον μεγαλύτερο παραγωγό πρώτων υλών στον κόσμο, να συνδεθεί με την Κίνα, το μεγαλύτερο εργοστάσιο του κόσμου», καταλήγοντας ότι η «ισχύς» που θα προέκυπτε από τη συνένωση αυτών των δύο «θα αποτελούσε ένα μεγάλο πρόβλημα για τη Γαλλία».

Μεταξύ άλλων, η Λεπέν υπενθύμισε ότι ο Μακρόν είχε δεχτεί επίσημα τον Ρώσο ομόλογό του Βλ. Πούτιν μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. «Δεν φαινόταν να τον ενοχλεί τότε (σ.σ. η προσάρτηση) και έκανε παρατηρήσεις που ήταν λογικές», σχολίασε, επιμένοντας ότι «η Ρωσία δεν πρέπει να γίνει ο παρίας της Ευρώπης, πρέπει να επανασυνδεθεί».

Ενδεικτική άλλωστε της «ομοψυχίας» που απαιτεί η γαλλική αστική τάξη στην εξωτερική πολιτική, είναι και η ανοικτή επιστολή που υπέγραψαν στον κυριακάτικο Τύπο σχεδόν 100 βουλευτές των Ρεπουμπλικάνων (απόγονος της γκολικής Δεξιάς και μέχρι πρόσφατα ένας από τους δύο βασικούς πόλους του αστικού πολιτικού συστήματος), επισημαίνοντας ότι «οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σήμερα οδηγούν φυσικά στην αναζήτηση μιας πλατιάς συναίνεσης προς στήριξη μιας εξωτερικής πολιτικής ικανής να απαντήσει αποφασιστικά στην πρόκληση που θέτουν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι επακόλουθες αναταραχές στο διεθνές σύστημα (…) Η εξωτερική πολιτική είναι παραδοσιακά και πρέπει να παραμείνει ένα πεδίο όπου επικρατεί σχετική ομοφωνία μεταξύ των υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων».

Στα σκαριά οι επόμενες αντιλαϊκές ανατροπές

Ολα τα παραπάνω ζητούμενα για την ισχυροποίηση της γαλλικής πλουτοκρατίας όχι μόνο δεν προμηνύουν τίποτα θετικό για τον γαλλικό λαό, αλλά συνεπάγονται νέες ανατροπές και κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης.

Ο Μακρόν έχει ήδη εξαγγείλει αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης – τουλάχιστον στα 65 χρόνια (υποσχόμενος κατά τα άλλα προεκλογικά αυξήσεις στις ελάχιστες συντάξεις), αλλά και νέες αρνητικές αλλαγές στην επιδότηση των ανέργων κ.τ.λ. Επίσης, προτεραιότητά του είναι η «μείωση του δημόσιου χρέους», με «εξοικονόμηση δαπανών» με «ορθολογικό τρόπο», όπως «βαφτίζονται» πάντα οι νέες περικοπές σε κονδύλια που αφορούν λαϊκές ανάγκες.

Η δε Λεπέν μοιράζει υποσχέσεις για αυξήσεις συντάξεων, αλλά στην πραγματικότητα το πρόγραμμά της αναφέρεται – σε συνθήκες γενίκευσης της ελαστικής και εκ περιτροπής, με πενιχρά δικαιώματα εργασίας – σε «δυνατότητα» για «όσους άρχισαν να δουλεύουν πριν από 20 χρόνια και για διάρκεια 40 ετών να μπορούν να παίρνουν σύνταξη στα 60». Ακόμα, συστήνει στους εργοδότες να κάνουν αυξήσεις μισθών, καθησυχάζοντάς τους την ίδια στιγμή για «απαλλαγές από εργοδοτικές εισφορές», δηλαδή για περαιτέρω επιβάρυνση των ίδιων των ασφαλισμένων και άλλων φορολογουμένων με τη χρηματοδότηση της Ασφάλισης και της Πρόνοιας…

Αντίστοιχες προτάσεις, βολικές στον έναν ή τον άλλο βαθμό για τη μεγαλοεργοδοσία, έχουν και οι άλλοι υποψήφιοι. Για παράδειγμα, ο «προοδευτικός» Μελανσόν επιμένει στη διαίρεση του χρέους σε «παράνομο» και «νόμιμο», τάζοντας «διαπραγματευόμενη αναδιάρθρωση»…

Μόνη ελπίδα για τον λαό η οργάνωση της πάλης του

Συνολικά, το πολιτικό σκηνικό, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία, δίνει άλλη μια επιβεβαίωση για το ότι καμία διέξοδο για τον λαό δεν προσφέρει η μία ή η άλλη συνταγή «ανθρώπινης» διαχείρισης του καπιταλισμού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δυνάμεις του κάποτε ισχυρού Σοσιαλιστικού Κόμματος – που επί προεδρίας Ολάντ αναδεικνυόταν ως πρότυπο από τον ΣΥΡΙΖΑ – σήμερα έχουν εξαϋλωθεί, οι δημοσκοπήσεις έδιναν στην υποψήφιά του Αν Ινταλγκό περίπου 2%. Το μεταλλαγμένο ΚΚ Γαλλίας, με τον μακρόχρονο ρόλο του στην ενσωμάτωση και τη στήριξη αστικών κυβερνήσεων, πασχίζει μάταια να διαφοροποιηθεί από μια σειρά άλλους υποψηφίους του λεγόμενου «προοδευτικού χώρου», ενώ καταγράφεται δημοσκοπικά περίπου στο 2,5% – 3%.

Απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση, είναι ελπιδοφόρες οι προσπάθειες δυνάμεων που δρουν στο γαλλικό εργατικό – λαϊκό κίνημα να οργανώσουν την πάλη για τα οξυμένα λαϊκά προβλήματα, χωρίς αναμονή και χωρίς αυταπάτες για το αποτέλεσμα των εκλογών. Ηταν σημαντικές οι κινητοποιήσεις για προστασία των μισθών και της σταθερής εργασίας που έγιναν μέσα στην προεκλογική περίοδο, στα τέλη Μάρτη.

Στο κάλεσμά τους, συνδικαλιστικές οργανώσεις από Χημική Βιομηχανία, Ορυχεία, Ενέργεια, Εμπόριο, Μεταφορές κ.α. σημείωναν: «Πρέπει να στείλουμε τελεσίγραφο στη νέα κυβέρνηση, να προετοιμάσουμε μια ισχυρή επάνοδο της κοινωνίας και να εμπιστευτούμε τη συλλογική δράση. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μπορούν να κινητοποιηθούν αν αντιληφθούν τον κίνδυνο των επιθέσεων, αν δουν ότι η πάλη οικοδομείται σοβαρά και έχει προοπτικές να αποσπάσει καρπούς. Η αναμονή ή η αδιαφορία σε αυτήν την κατάσταση θα οδηγούσε στον αφοπλισμό».

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...