Γρ. Λιονής: Ποια κρατική παρέμβαση θα μας σώσει;

Λαϊκή κατοικία - Αττική, Νότιες συνοικίες Αθήνας
Φώτο Αρχείου / Λαϊκή κατοικία – Αττική, Νότιες συνοικίες Αθήνας / Πηγή: EUROKINISSI

Οι εμφανίσεις ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ στη φετινή ΔΕΘ είχαν μεγάλο διδακτικό ενδιαφέρον. Ο Κυρ. Μητσοτάκης «βαυκαλίζεται» ότι έχει δώσει το μεγαλύτερο σε ύψος πακέτο κρατικής στήριξης στην οικονομία, ότι είναι ο πιο «κεϊνσιανός» πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης, ενώ ο Αλ. Τσίπρας απαντά ότι η κρατική στήριξη της ΝΔ εστιάζει στους «ημετέρους» (της) και πως η κρατική παρέμβαση που απαιτείται είναι διαφορετική απ’ αυτήν που μπορεί ή και θέλει να δώσει η ΝΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιστρέφει την κριτική που του έκανε η ΝΔ μόλις μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν η τελευταία έλεγε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να εφαρμόσει μνημόνια γιατί «δεν τα πιστεύει…».

Κοινό τους έδαφος είναι η βασική κατεύθυνση της ΕΕ – ΕΚΤ, μιας κρατικής οικονομικής παρέμβασης με επεκτατικά χαρακτηριστικά, που εντάσσεται στα μέτρα και στις προσπάθειες της τελευταίας να ανταποκριθεί στον ενεργειακό πόλεμο και την επερχόμενη οικονομική κρίση.

Ο πραγματικός χαρακτήρας της κρατικής παρέμβασης στον καπιταλισμό

Ομως, καμιά κρατική παρέμβαση στον καπιταλισμό δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα του λαού, γιατί το καπιταλιστικό κράτος είναι κράτος του κεφαλαίου, κράτος φτιαγμένο απ’ το κεφάλαιο για το κεφάλαιο. Οι παρεμβάσεις του γίνονται για να στηρίζεται η καπιταλιστική κερδοφορία και η καπιταλιστική εξουσία. Γι’ αυτό και η όποια κρατική παρέμβαση έχει ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά:

α) Πλευρές της αξιοποιούνται ώστε να κάνουν την εργατική δύναμη φθηνότερη, επιτρέποντας στο κεφάλαιο είτε να καταβάλει χαμηλότερους πραγματικούς μισθούς είτε να τους μειώνει, με φόρους και με αύξηση των τιμών.

β) Τις όποιες κρατικές επιδοτήσεις τις πληρώνει πάντα ο λαός, συχνά από μια διαφορετική τσέπη, και έτσι, αν εξετάσει κανείς συνολικά, ο λαός δεν βγαίνει κερδισμένος, αλλά χαμένος. Για παράδειγμα, ο προϋπολογισμός και το κρατικό χρέος πληρώνονται απ’ τη φορολογία του λαού είτε με δάνεια που θα πληρωθούν στη συνέχεια, ενώ το φρεσκοτυπωμένο χρήμα της ΕΚΤ και του Ταμείου Ανάκαμψης πληρώνεται απ’ τον πληθωρισμό που μειώνει το λαϊκό εισόδημα.

γ) Οι κρατικές παρεμβάσεις τελικά στοχεύουν στο να «καθοδηγήσουν» την οικονομική ζωή προς εκείνες τις κατευθύνσεις που έχει ανάγκη στη δεδομένη χρονική στιγμή η καπιταλιστική αναπαραγωγή.

δ) Τα όριά της περιορίζονται απ’ τις δημοσιονομικές δυνατότητες του αστικού κράτους, το κρατικό χρέος, τα όρια του πληθωρισμού. Απ’ τον διοικητή της ΤτΕ μέχρι το Γραφείο του Προϋπολογισμού της Βουλής, οι φωνές που αναδεικνύουν πως τα μέτρα που έχουν εξαγγελθεί υπερβαίνουν τις δυνατότητες πληθαίνουν, φωτογραφίζοντας τους ελιγμούς που θα ακολουθήσει η μία ή η άλλη κυβέρνηση την επόμενη μέρα, όταν δεν θα εφαρμόσει ούτε τα μέτρα που έχει εξαγγείλει λόγω της δημοσιονομικής κατάστασης.

ε) Η κρατική παρέμβαση αξιοποιείται ως κρατική αγορά για τα πανάκριβα εμπορεύματα που παράγουν οι μονοπωλιακοί όμιλοι.

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην αγορά κατοικίας

Ενδεικτική για το πραγματικό περιεχόμενο της κρατικής παρέμβασης είναι η πρότασή του για τη ρύθμιση της αγοράς κατοικίας.

Ο Αλ. Τσίπρας εμφανίζει πως η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ στην αγορά κατοικίας μπορεί να «λύσει» πραγματικά το πρόβλημα της στέγης των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων, εμφανίζοντας συγκεκριμένα ως λύση την αύξηση των επιδομάτων ενοικίου, σε αντιπαράθεση με την αντίστοιχη πρόταση του Κυρ. Μητσοτάκη για επιδότηση της αγοράς κατοικίας.

Ακόμα όμως και αν τα επιδόματα ενοικίου που υπόσχεται πραγματικά πληρωθούν, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται.

— Οι επιδοτήσεις δεν έρχονται απ’ τον ουρανό. Τα 1,2 δισ. ευρώ ετησίως αντιστοιχούν σε 500 ευρώ επιπλέον ετήσιο φόρο για κάθε τετραμελή οικογένεια, ή σε μια αύξηση του κρατικού χρέους που θα πρέπει να πληρωθεί τα επόμενα χρόνια, ή σε μια νέα αύξηση του πληθωρισμού, αν το επίδομα στέγασης πληρωθεί χρησιμοποιώντας φρέσκο, τυπωμένο χρήμα.

— Κυρίως όμως το επίδομα στέγασης θα καταλήξει τελικά να συντηρεί τα αυξημένα ενοίκια, να αυξάνει τα κέρδη των κάθε λογής μεγαλοεπενδυτών σε ακίνητη περιουσία, των τραπεζών, του κατασκευαστικού κεφαλαίου που κερδοσκοπεί στον κλάδο. Η επιδότηση απλά κρύβει το πρόβλημα κάτω απ’ το χαλί. Στην πραγματικότητα, τα εργατικά – λαϊκά στρώματα στο σύνολό τους καλούνται να συμπληρώσουν το ενοίκιο των φτωχότερων στρωμάτων, ώστε να θωρακιστεί η κερδοφορία του κεφαλαίου ποικιλόμορφα.

— Παράλληλα, ακόμα και το συγκεκριμένο επίδομα στέγασης καλύπτει σχετικά μικρό κομμάτι των στεγαστικών αναγκών. Τα ενοίκια τα τελευταία 2 χρόνια έχουν αυξηθεί πάνω από 150 – 200 ευρώ, ειδικά σε περιοχές που η τουριστική κίνηση είναι αυξημένη. Η αύξηση λοιπόν του επιδόματος στέγασης κατά 70 ευρώ δεν αντισταθμίζει ούτε στο μισό τις αυξήσεις στα ενοίκια. Οι 400.000 επιδοτούμενοι είναι λιγότεροι απ’ το 1/3 όσων κατοικούν στο ενοίκιο.

— Ομως η επιδότηση ενοικίου ωφελεί και ευρύτερα το κεφάλαιο, αφού ένα κομμάτι της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, το ενοίκιο, αντί να το καταβάλλει το αφεντικό στον εργαζόμενό του μέσω του μισθού, το πληρώνει το κράτος με τη μορφή επιδόματος. Η επιδότηση ενοικίου επιτρέπει στα αφεντικά να προσλαμβάνουν νέους εργαζόμενους με τον κατώτατο μισθό, αφού ένα κομμάτι των δαπανών αναπαραγωγής τους καλύπτεται απ’ τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι «κραυγές αγωνίας» απ’ τους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων σε ακριβά νησιά του Αιγαίου, για την ανάγκη να μεριμνήσει το κράτος ώστε να μειωθούν οι δαπάνες ενοικίου γιατί αλλιώς δεν βρίσκουν προσωπικό, φωτογραφίζει ακριβώς το πρόβλημα.

Η «εναλλακτική» πρόταση κρατικής παρέμβασης του Κυρ. Μητσοτάκη στο ζήτημα της κατοικίας είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Η βασική διαφοροποίηση τελικά της μίας πρότασης απ’ την άλλη σχετίζεται με το αν θα κερδίσουν οι ιδιοκτήτες που νοικιάζουν ή αυτοί που θέλουν να πουλούν, ή αν το επίδομα θα κατευθυνθεί σε νεότερους ανθρώπους που ζουν στο νοίκι, ή σε – λιγότερους – μεγαλύτερης ηλικίας που θέλουν να αγοράσουν κατοικία. Με τη μία ή με την άλλη λύση, η κατοικία είναι εμπόρευμα, το ζήτημα της φθηνής, κατάλληλης και επαρκούς στέγης, το ζήτημα της κάλυψης του δικαιώματος στην κατοικία δεν μπορεί να λυθεί.Υπάρχει τελικά «μικρότερο κακό» όπως λέει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το ενδεικτικό παράδειγμα της κατοικίας μπορεί να γενικευτεί για το σύνολο των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να εμφανίσει ως πιο φιλολαϊκές τις υποσχέσεις για τη δική του κρατική παρέμβαση στην Ενέργεια, στην κατοικία, στο κοινωνικό κράτος, στον κατώτατο μισθό σε αντιδιαστολή με τις αντίστοιχες παρεμβάσεις της ΝΔ και του Μητσοτάκη. Υποστηρίζει ότι υπάρχει η δυνατότητα να ρυθμιστεί η Ενέργεια με την κρατικοποίηση της ΔΕΗ και την επιβολή κανόνων στην αγορά, να δοθούν επιδόματα κοινωνικού κράτους που θα ανακουφίσουν, να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός και να έρθει η τιμαριθμική αναπροσαρμογή, και πως όλα αυτά μπορούν να γίνουν με κατάλληλες κυβερνητικές αποφάσεις και την ίδια στιγμή οι παρεμβάσεις αυτές να οδηγήσουν σε ανάπτυξη, σε κέρδη του κεφαλαίου, να γίνουν με σεβασμό στις πολιτικές και στις δεσμεύσεις της ΕΕ για τα κρατικά δημοσιονομικά, για την «πράσινη» ανάπτυξη, για τις «ελευθερίες» της ΕΕ, που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά κωδικοποίηση των στόχων του κεφαλαίου.

Η αλήθεια όμως είναι, όπως είδαμε στο παραπάνω παράδειγμα, διαφορετική.

Κάθε κρατική παρέμβαση, που γίνεται μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία και άρα απ’ το καπιταλιστικό κράτος, στοχεύει απλά στο να διευκολύνει τη λειτουργία του καπιταλισμού. Δεν μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά τη θέση των εργαζομένων. Ακόμα και αν λειτουργεί ως «ανακούφιση» από τη μια πλευρά, «πληρώνεται» με πολλούς τρόπους από την άλλη.

Μέσα στην αγορά Ενέργειας, η όποια μείωση των τιμών με κρατική ρύθμιση θέλει χρηματοδότηση απ’ τους φόρους μας. Το αστικό κράτος επιδοτεί τα κέρδη των ενεργειακών ομίλων ποικιλόμορφα, για παράδειγμα όταν αναλαμβάνει τις ζημιές τους, όπως πρόσφατα με τις επανακρατικοποιήσεις στη Γαλλία και τη Γερμανία.

Ο κατώτατος μισθός είναι πενιχρός, η «αύξηση» (που επαγγέλλονται τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ) υπολείπεται ακόμα και του πληθωρισμού. Η τιμαριθμική αναπροσαρμογή, την οποία προτείνει ως «λύση» ο ΣΥΡΙΖΑ, σημαίνει στασιμότητα του πραγματικού μισθού. Σημαίνει όμως και μείωσή του ως ποσοστού του ΑΕΠ, αφού το τελευταίο αυξάνει με τον χρόνο, ενώ όσο μιλάμε για τον κατώτατο ξεχνάμε τον μέσο.

Τα επιδόματα είναι πενιχρά, τα χρηματοδοτούμε εμείς απ’ την άλλη τσέπη, ενώ το τυπωμένο χρήμα οδηγεί στον πληθωρισμό. Δεν υπάρχει λύση που να ικανοποιεί ταυτόχρονα το κεφάλαιο και την εργασία, γιατί ό,τι κερδίζει ο ένας, το χάνει ο άλλος.

Ο χαρακτήρας της κρατικής παρέμβασης στον καπιταλισμό

Η επεκτατική κρατική πολιτική, τελικά, στοχεύει στο να κινητοποιήσει την καπιταλιστική αγορά, δηλαδή να θωρακίσει τα κέρδη του κεφαλαίου διασφαλίζοντας ότι θα πωλούνται τα εμπορεύματα, στοχεύει στο να ενσωματώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, στοχεύει στο να αντιμετωπιστεί η εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης. Εχει, συνεπώς, αντιλαϊκό, αντιδραστικό στόχο.

Παραπέρα, η παρέμβαση δεν γίνεται απ’ τον «αέρα». Ακόμα και αν υποθέσει κανείς καλές προθέσεις του παρεμβαίνοντος, οι πόροι που χρησιμοποιούνται απορροφώνται απ’ τους εργαζόμενους, με φόρους είτε με πληθωριστικό χρήμα. Το κάθε επίδομα κρύβει μια φορολογία που βαραίνει τον λαό.

Η επεκτατική κρατική παρέμβαση δεν είναι τελικά τίποτα άλλο παρά μια αναδιανομή της φτώχειας, μια στήριξη της καπιταλιστικής οικονομίας χρησιμοποιώντας πόρους που πληρώνουν – ποικιλότροπα – οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.

Το κράτος της εργατικής εξουσίας η μόνη λύση

Γι’ αυτό, η μοναδική «κρατική παρέμβαση» που μπορεί να λύσει τα προβλήματα του λαού συνίσταται στην κοινωνική κρατική ιδιοκτησία του συνόλου των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, στην κατάργηση της ίδιας της αγοράς, στην κατάργηση του εμπορευματικού χαρακτήρα της Ενέργειας, της κατοικίας, της Υγείας, της Παιδείας, της διατροφής και πάνω απ’ όλα της εργατικής δύναμης. Πολιτική προϋπόθεση για αυτήν τη ριζικά διαφορετική διάρθρωση της οικονομίας είναι το εργατικό κράτος, το κράτος του σοσιαλισμού.

Σε αυτές τις συνθήκες, με την κατάργηση του καπιταλιστικού κέρδους και της ιδιοκτησίας, το εργατικό κράτος μπορεί να διασφαλίσει στόχους που σήμερα είναι ασύμβατοι, φθηνή Ενέργεια για όλους, κατοικία που να καλύπτει τις ανάγκες, αναβαθμισμένο βιοτικό επίπεδο, Παιδεία, Υγεία υψηλού επιπέδου κ.ά.

Αυτός είναι ο μονόδρομος για τις λαϊκές ανάγκες. Ο δρόμος του σοσιαλισμού.

Σήμερα, οι εργαζόμενοι μπορούν, καθοδηγούμενοι απ’ την πείρα τους και απ’ τη στέρεη βάση της ανάλυσης, να κατανοήσουν ότι μόνο αυτός ο δρόμος μπορεί να λύσει ουσιαστικά τα θέματα. Να συνειδητοποιήσουν ότι όσο παραμένει ο καπιταλισμός, κάθε λύση θα είναι λύση με την οποία τελικά θα χάνουν. Μια κυβερνητική αλλαγή και ένα πρόγραμμα εναλλακτικής κυβερνητικής διαχείρισης δεν θα οδηγήσει και δεν μπορεί να οδηγήσει σε καμιά βελτίωση της ζωής του λαού. Το μόνο που μπορεί να κάνει – και τελικά για αυτό θα γίνει – είναι να συγκαλύψει τον τρόπο φτωχοποίησης, να συσκοτίσει τον λόγο για τον οποίο ο λαός γίνεται φτωχός και θα συνεχίσει να γίνεται φτωχότερος.

Σήμερα είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει κατανοητό ότι για να έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα οι αγώνες του λαού, πρέπει να βγαίνουν έξω απ’ το πλαίσιο της καπιταλιστικής κερδοφορίας, να συγκρούονται με τις δεσμεύσεις της ΕΕ, απαιτώντας για παράδειγμα την αξιοποίηση του συνόλου των ενεργειακών πηγών και ειδικά του λιγνίτη κόντρα στον φόρο διοξειδίου του άνθρακα, την κατάργηση των έμμεσων φόρων, τις ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, να υπερβαίνουν την οριοθέτηση στην οποία θέλουν να τους περιορίσουν η αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της. Με τέτοιους αγώνες η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα μπορούν να προετοιμάσουν καλύτερα την αποφασιστική αναμέτρηση.

Του
Γρηγόρη ΛΙΟΝΗ*
*Ο Γρ. Λιονής είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ
(Αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη)

Ετικέτες: