Η 28η Οκτωβρίου και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε μόλις δύο δεκαετίες μετά από τον Α΄. Αιτία και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και του Α΄ ήταν οι ανταγωνισμοί των καπιταλιστικών κρατών για το μοίρασμα των αγορών και των σφαιρών επιρροής.

Ο φασισμός και ο ναζισμός αποτέλεσαν την ιδανική πολιτική μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, προκειμένου η Ιταλία και η Γερμανία αντίστοιχα να προετοιμαστούν για τη νέα πολεμική αναμέτρηση, συντρίβοντας παράλληλα τον εσωτερικό εχθρό, την εργατική τάξη και τους βιοπαλαιστές της πόλης και του χωριού. Γι’ αυτό το φασιστικό και το ναζιστικό κόμμα στηρίχτηκαν από τις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ η αναρρίχηση τους στην εξουσία δε συνάντησε σθεναρή αντίδραση από μέρους των αστικών πολιτικών δυνάμεων.

Την ίδια περίοδο δικτατορικά καθεστώτα εμφανίστηκαν σε πολλές καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης. Άλλα ήταν σύμμαχα του φασιστικού Άξονα και άλλα βρίσκονταν σε συμμαχία με τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία. Σε όλες τις περιπτώσεις σκοπός τους ήταν η συντριβή του εργατικού-λαϊκού κινήματος και η προετοιμασία της αστικής εξουσίας εν όψει πολέμου.

Στην Ελλάδα, το καθεστώς Μεταξά ξεκίνησε ως κυβέρνηση που ψηφίστηκε από το σύνολο των αστικών πολιτικών κομμάτων και στη συνέχεια μετεξελίχτηκε σε δικτατορία με την καθοριστική στήριξη του βασιλιά.

Η δικτατορία Μεταξά αν και μιμούταν φασιστικά πρότυπα στην προπαγάνδα της και τους συμβολισμούς της, ήταν ταυτισμένη με τη βρετανική εξωτερική πολιτική, όπως εξάλλου ο βασιλιάς και η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων καπιταλιστών. Κατά συνέπεια, η σύγκρουσή της με τη φασιστική Ιταλία και τα σχέδιά της για την αναδιανομή των σφαιρών επιρροής στη Μεσόγειο αποτελούσε μονόδρομο.

Μετά από την επιβολή της Τριπλής Φασιστικής Κατοχής, το κυρίαρχο τμήμα των Ελλήνων καπιταλιστών παρέμεινε πιστό στη συμμαχία του με τη Μ. Βρετανία και μαζί με τους πολιτικούς που το υποστήριζαν και με το βασιλιά ακολούθησε τις εναπομείνασες δυνάμεις του ελληνικού στρατού και τα βρετανικά στρατεύματα στο Λονδίνο και στο Κάιρο. Ένα μικρότερο τμήμα και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι παρέμεναν στην κατεχόμενη Ελλάδα και συνεργάστηκε με τις αρχές Κατοχής. Τέλος, ένα τρίτο κομμάτι παρέμεινε στο εσωτερικό, αναμένοντας ένα μελλοντικό ευνοϊκότερο συσχετισμό δύναμης και προσδοκώντας σε αναβαθμισμένο ρόλο την επόμενη του πολέμου, ενώ συνέχιζε τις επικερδείς συναλλαγές του με τις αρχές Κατοχής.

Το βέβαιο είναι ότι στο σύνολό τους παρέδωσαν το λαό στις αρχές Κατοχής, σε συνθήκες που η πλειοψηφία του, ακόμα και μέρος των μεσαίων αστικών στρωμάτων (γιατροί, δικηγόροι κλπ.) ήρθαν αντιμέτωποι με το φάσμα της λιμοκτονίας, ενώ ταυτόχρονα αντιμετώπιζαν τις εκτεταμένες διώξεις και εκτελέσεις.

Η μοναδική πολιτική δύναμη που πρωτοστάτησε στην οργάνωση της αντιστασιακής πάλης ήταν το ΚΚΕ, το οποίο αντιμετώπιζε τη χειρότερη κατάσταση της μέχρι τότε ιστορίας του, με τη συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών και των μελών του να βρίσκεται στις φυλακές και τις εξορίες, παραδομένοι από το καθεστώς Μεταξά στις αρχές Κατοχής. Σύντομα, πολλοί από αυτούς απέδρασαν, ανασυγκρότησαν τις κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ και το Σεπτέμβρη του 1941 ίδρυσαν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.

Γρήγορα, το ΕΑΜ και οι ΕΑΜικές Οργανώσεις (Αλληλεγγύη, ΕΛΑΣ, ΕΛΑΝ, ΕΠΟΝ, ΟΠΛΑ) αποτέλεσαν την ψυχή της αντιστασιακής πάλης σε όλες τις μορφές της, από την κατώτερη έως την ανώτερη. Από τη μάχη ενάντια στην πείνα έως την ένοπλη αντιπαράθεση με τα κατοχικά στρατεύματα και τους συνεργατές τους.

Το ΕΑΜ βρισκόταν παντού. Κατόρθωσε να στρατολογήσει πολλούς αστυνομικούς, την ίδια περίοδο που οι αξιωματικοί του αστικού στρατού προσέρχονταν στον ΕΛΑΣ, αναβαθμίζοντας τις επιχειρησιακές του δυνατότητες. Σε σύντομο διάστημα ο ΕΛΑΣ κατόρθωσε να απελευθερώσει σημαντικές περιοχές σε όλη τη χώρα, ενώ το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν τεράστια επιρροή στα ακόμα κατεχόμενα αστικά κέντρα.

Μια σειρά από εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου κατά τη διάρκεια του 1943, έδειχναν πλέον ότι η πλάστιγγα έγερνε οριστικά σε βάρος των δυνάμεων του φασιστικού Άξονα. Έπειτα από την αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ και την αιχμαλωσία της στρατιάς του Φον Πάουλους, τις ήττες των ναζιστικών στρατευμάτων στη Βόρεια Αφρική και στη μάχη του Κούρσκ και τελικά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, όλες οι δυνάμεις άρχισαν να προετοιμάζονται για την επόμενη μέρα του πολέμου.

Η επερχόμενη ήττα του φασιστικού Άξονα και των συμμάχων του και η κλιμάκωση της δύναμης και του κύρους του ΚΚΕ και του ΕΑΜ επανένωσε, υπό τη σκέπη του βασιλιά και με τη στήριξη της Μ. Βρετανίας, τις έως τότε αντιμαχόμενες μερίδες των Ελλήνων καπιταλιστών, με σκοπό τη μεταπολεμική αποκατάσταση της εξουσίας τους.

Σημάδια αυτής της επανένωσης αποτέλεσαν: η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας από τη δωσιλογική κυβέρνηση Ράλλη, σε γνώση των Βρετανών και με τη συμμετοχή αξιωματικών από όλο το αστικό πολιτικό φάσμα∙ η χρηματοδότηση παραστρατιωτικών συμμοριών σε όλη τη χώρα από τους ντόπιους καπιταλιστές∙ η συνεννόηση του ΕΔΕΣ με τις δυνάμεις Κατοχής∙ ο εγκλεισμός της συντριπτικής πλειοψηφίας των στρατιωτών και αξιωματικών της Μέσης Ανατολής (περίπου 15.000 από τους συνολικά 18.500) στα βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, επειδή υποστήριζαν την Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση που στεκόταν στο πλευρό του ΕΑΜ∙ ο βρετανικός εξοπλισμός της Χ και του ΕΔΕΣ Αθήνας, που αμφότεροι συνεργάζονταν με τις αρχές Κατοχής.

Παράλληλα με το μαστίγιο, ακολουθούταν και η πολιτική του καρότου που αφορούσε τον πολιτικό προσεταιρισμό του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, προκειμένου να αναγνωρίσουν τη δίχως κύρος εξόριστη κυβέρνηση και να επιτρέψουν την ανεμπόδιστη αποβίβαση των βρετανικών στρατευμάτων.

Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ χτυπήθηκαν με τα Τάγματα Ασφαλείας και τις άλλες δωσιλογικές οργανώσεις και κατήγγειλαν την ασυνεπή αντιφασιστική στάση των Βρετανών και όσων αστικών δυνάμεων δε συνεργάζονταν με τις αρχές Κατοχής. Παράλληλα, επέμειναν στην πολιτική της εθνικής ενότητας και της δημοκρατικής ομαλότητας, σε μια περίοδο που είχε αλλάξει ο συσχετισμός υπέρ των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων και το πραγματικό διακύβευμα αφορούσε όχι στη μορφή της μεταπολεμικής αστικής εξουσίας, αλλά στο ποια τάξη θα κυριαρχούσε.

Η συγκεκριμένη πολιτική, η οποία ήταν αποτέλεσμα και της στάσης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, οδηγούσε αντικειμενικά σε υποχωρήσεις το εργατικό-λαϊκό κίνημα.

Έτσι, η απελευθέρωση και κυρίως ο εγκλωβισμός του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας αποτέλεσαν μόνο το προοίμιο της προετοιμασίας της καπιταλιστικής εξουσίας να ανατρέψει το συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αυτό εκφράστηκε τόσο με την προσπάθεια μονομερή αφοπλισμού του ΕΛΑΣ πριν από το Δεκέμβρη του 1944, όσο και με την τρομοκρατία που ακολούθησε τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Σε αυτή τη διαδικασία, οι παλιοί συνεργάτες των Γερμανών χρησιμοποιήθηκαν από την αστική κυβέρνηση και τους Βρετανούς συμμάχους της για να στελεχώσουν τον στρατό και άλλα ένοπλα σχήματα που στράφηκαν ενάντια στους αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης.

Από την περίοδο που εγκαινίασε η 28η Οκτώβρη και έκλεισε με την απελευθέρωση βγαίνουν τα εξής χρήσιμα συμπεράσματα:

  1. Ο οργανωμένος και εξοπλισμένος λαός μπορεί να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε δύναμη.
  2. Η πάλη του απέναντι στους ξένους καταχτητές αντικειμενικά ολοκληρώνεται μονάχα όταν συνοδεύεται από την πάλη ενάντια στους ντόπιους εκμεταλλευτές του.

Κώστας Σκολαρίκος
μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...