Η Κούβα και η ιμπεριαλιστική «ευαισθησία»

Σεμίνα Διγενή
Σεμίνα Διγενή

Ξέρω μια χώρα κάτω από τον Τροπικό του Καρκίνου, με τους πιο γελαστούς ανθρώπους στον κόσμο. Μια χώρα – σύμβολο, που αν και βιώνει έναν πρωτοφανή αποκλεισμό και ένα εγκληματικό εμπάργκο, όχι μόνο στέκεται όρθια, αλλά βοηθάει με ανιδιοτέλεια δοκιμαζόμενους λαούς και ακτινοβολεί με τις νίκες και τα επιτεύγματά της: Ένα αξιοθαύμαστο σύστημα δημόσιας, δωρεάν και καθολικής Υγείας και προστασίας του λαού της. Ένα από τα καλύτερα στον κόσμο εκπαιδευτικά συστήματα. Ένα από τα πιο υψηλά μορφωτικά επίπεδα της Καραϊβικής. Πέντε δικά της εμβόλια, με το «Abdala» να καταγράφει αποτελεσματικότητα 92,28%. Ακόμη είναι η πρώτη στον κόσμο που εξάλειψε τη μετάδοση του AIDS και της σύφιλης από μητέρα σε παιδί, που ανακάλυψε το πρώτο θεραπευτικό εμβόλιο για ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, που έχει από τα χαμηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας διεθνώς και τόσα άλλα.

Δεν συνεχίζω να περιγράφω τις αμέτρητες μεγάλες στιγμές αυτής της χώρας, ούτε το ήθος, την αξιοπρέπεια και την αγωνιστικότητα αυτού του λαού, που συνεχίζει να μας εμπνέει και να μας κινητοποιεί. Θέλω μόνο να υπογραμμίσω πως με αυτούς τους γελαστούς, περήφανους, γενναιόδωρους και κυρίως δυνατούς ανθρώπους δεν είναι εύκολο να τα βάλει κανείς. Είναι εξοικειωμένοι με τη χυδαιότητα των αλλεπάλληλων ενορχηστρωμένων σχεδίων αποσταθεροποίησης, χάους και αναταραχής της χώρας τους. Οι Κουβανοί έχουν βιώσει κάθε είδους πολέμου που έχει επινοηθεί κι έχει εξαπολυθεί εναντίον τους, από την ευρύτερη παρέα των ενοίκων του Λευκού Οίκου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πρακτόρων εντός και εκτός της Κούβας, και έχουν βγει νικητές.

Τώρα πάλι, βρίσκονται μπροστά σε νέα απειλή επέμβασης στο νησί, με ανθρωπιστικό (!) πρόσχημα. Το τελευταίο σενάριο σε σκηνοθεσία Μπάιντεν διαφημίζει πως θέλει να σώσει τους «καημένους» τους Κουβανούς από την ανέχεια, την καταπίεση και τη δικτατορία, χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία τις σοβαρές ελλείψεις εισαγόμενων αγαθών και άλλων προϊόντων πρώτης ανάγκης, καθώς και τις διακοπές ρεύματος, λες κι όλα αυτά δεν οφείλονται στον παρανοϊκό και εκδικητικό 60χρονο αποκλεισμό που έχουν επιβάλει ακριβώς αυτοί οι ίδιοι, οι ΗΠΑ. Αυτοί που φρόντισαν σε συνθήκες πανδημίας, η Κούβα να μην μπορεί να έχει φάρμακα, πρώτες ύλες για φάρμακα και νοσοκομειακές προμήθειες.

Οι Κουβανοί, όμως, που έμαθαν να ζουν στο στόμα του λύκου, είναι εκπαιδευμένοι χρόνια τώρα να αντιμετωπίζουν τα δύσκολα. Έχουν κοινωνική συνείδηση και πολιτική διαπαιδαγώγηση και δεν λυγίζουν. Αντιλαμβάνονται τη γελοιότητα του να υφίστανται απαγορεύσεις και οικονομικές κυρώσεις και ύστερα να παρακολουθούν να ξεδιπλώνεται, σε ζωντανή μετάδοση, το αμερικανικό ενδιαφέρον για τους ταλαίπωρους Κουβανούς που υποφέρουν. Γνωστή πλέον η ιμπεριαλιστική «ευαισθησία» για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η υποκρισία, ο κυνισμός και η δολιότητα αυτών που μόνο προβλήματα και βάσανα προκαλούν και που τελευταία έβαλαν στο παιχνίδι και αισχρές μεθοδεύσεις με όχημα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ήδη μια αντεπαναστατική κουβανο-αμερικανική μαφία που πληρώνεται αδρά, για να εξαπατά, πλημμύρισε το διαδίκτυο με αυτοματοποιημένα ρομπότ και «τρολ» στην υπηρεσία της συκοφαντικής εκστρατείας. Στο προβοκατόρικο σχέδιο επιστρατεύτηκαν παραποιημένες εικόνες μαζικών διαδηλώσεων άλλων χωρών, που παρουσιάζονταν ως «μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις» στην Κούβα. Οι ΗΠΑ θέλουν να αλλάξει το κοινωνικό σύστημα της Κούβας, ώστε να επιτρέπεται σε αυτές να παραδώσουν μετά στους πρώην ιδιοκτήτες τις παλιές ιδιοκτησίες. Αυτό σημαίνει εκχώρηση παιδικών σταθμών, νοσοκομείων, κέντρων ηλικιωμένων και σχολείων, πράγμα εντελώς αδιανόητο για τον κουβανικό λαό που τα έχτισε με το αίμα του.

Έναν λαό που τον αγώνα ενάντια στις αντικοινωνικές και εγκληματικές δραστηριότητες τον θεωρεί δική του υπόθεση και δική του μάχη, που πρέπει να την κερδίσει. Άλλωστε, η Ιστορία δίδαξε πως η δημοκρατία και τα δημοκρατικά δικαιώματα που ευαγγελίζονται τα αστικά κράτη, είναι μόνο η βιτρίνα για την εξαπάτηση του λαού και τη διαιώνιση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας της ολιγαρχίας του πλούτου. Τέσσερις σπουδαίες συναντήσεις:

Η Αλέιδα και ο Καμίλο Γκεβάρα

Στο πρώτο μου ταξίδι στην Αβάνα, το 1998, γνωρίζω την κόρη του Τσε Γκεβάρα, την παιδίατρο Αλέιδα, που γεννήθηκε μαζί με την Επανάσταση και τον αδελφό της Καμίλο, που είναι δικηγόρος και μοιάζει πολύ στον Τσε. Μιλούν στην εκπομπή μου «Άνθρωποι» της ΕΡΤ για τη χώρα τους, τον πατέρα τους, την επανάσταση, αλλά και για τους Έλληνες. Ήθελα πολύ να τους ρωτήσω πράγματα, απ’ αυτά που δεν θα χωρούσαν σε μια συνέντευξη στην ΕΡΤ, π.χ. για την πραγματική σχέση του Κάστρο με τον Τσε. Τη ρωτάω αν έψαξε ποτέ την αλήθεια και τους μύθους γύρω από τις πολυσυζητημένες διαφωνίες τους. Απαντάει χαμογελώντας: «Βέβαια και το έψαξα. Με απασχολούσε κι εμένα. Ρώτησα τον Φιντέλ για το αν πράγματι υπήρχε κόντρα με τον μπαμπά. Μου είπε κατευθείαν ότι τον εμπιστευόταν πλήρως αλλά και ότι υπήρχαν φορές που ο Τσε αυτοσχεδίαζε επικίνδυνα και δεν τον άκουγε. Όπως κάποτε που ο Φιντέλ γνώριζε πως επρόκειτο να συλληφθούν και είχε πει σε όλους να μη μιλήσουν για τις πολιτικές τους απόψεις σε κανέναν, ό,τι κι αν συμβεί. Ο Τσε όχι μόνο δεν υπάκουσε, αλλά ξεκίνησε μέσα στη φυλακή να… στρατολογεί τους δεσμοφύλακες! Έτσι ήταν ο μπαμπάς, δεν μπορούσε να πει ψέματα. Του στοίχιζε βέβαια πάντα, και μάλιστα τότε, σ’ εκείνη την περίπτωση, όλοι τους αποφυλακίστηκαν, εκτός από εκείνον. Η αστυνομία είπε πως είναι κομμουνιστής και τον αλυσόδεσαν». Ρωτάω τον Καμίλο πώς τον αντιμετωπίζουν οι Κουβανοί. Πώς συμπεριφέρονται στον γιο του ήρωά τους. «Νομίζω ότι στην οικογένειά μας μεταφέρεται ο σεβασμός και η αγάπη που είχαν και έχουν για τον πατέρα μας», λέει. Ο μεγάλος γιος του Τσε γεννήθηκε το φλεγόμενο 1962 και του δόθηκε το όνομα του Κουβανού επαναστάτη Καμίλο Σιενφουέγος. «Δεν πιστεύω», μου λέει, «ότι πρέπει να εκτιμάμε τους ανθρώπους από το όνομά τους. Το στοίχημα είναι να προχωρήσεις στη ζωή με τη δική σου αξία και τον προσωπικό σου αγώνα». Συζητάμε για το νεανικό ταξίδι του Τσε στη Λατινική Αμερική, όπου είδε την πραγματική ζωή, τη φτώχεια, την αδικία και την εκμετάλλευση, που τον διαμόρφωσε τελικά σε επαναστάτη. «Αν ζούσε σήμερα και το έκανε πάλι, τι θα διαπίστωνε;», τους ρωτάω. Δυστυχώς, τα ίδια προβλήματα, συμφωνούν και οι δύο. Έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης και φτώχεια που καλπάζει. «Ο Τσε θα έλεγε πάλι πως μόνο με την ενότητα των λαών της Λατινικής Αμερικής μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Ο Χοσέ Ραμόν Φερνάντες

Τον Ιούλη του 2004, επιστρέφω στην Κούβα, αυτήν τη φορά για τη σειρά ντοκιμαντέρ «Ρεπόρτερ μεγάλων αποστάσεων» στην ΕΡΤ, για να συναντήσω αυτόν που ντρόπιασε τις ΗΠΑ. Τον Αντιπρόεδρο της Κούβας και πρωτεργάτη της νίκης στον Κόλπο των Χοίρων, τον θρυλικό Χοσέ Ραμόν Φερνάντες. Έναν ψηλό, ευθυτενή 82χρονο άντρα, που μου κάνει μια πολύ δυνατή χειραψία. Τον ρωτάω για την εισβολή, που έμεινε στην Ιστορία ως μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες των ΗΠΑ. Αστράφτουν τα μάτια του όταν περιγράφει το πάθος και τη γενναιότητα των Κουβανών που συσπειρώθηκαν τότε γύρω από τον Κάστρο κι εκείνον. «Μοιράσαμε όπλα στον λαό», λέει, «για ν’ αντιμετωπίσει τους εισβολείς. Δίπλα μας είχαμε τον Τσε, που μας εμψύχωνε. “Πρέπει να θυμάστε”, μας έλεγε, “ότι αυτήν τη στιγμή είμαστε στον Ψυχρό Πόλεμο, έναν πόλεμο χωρίς πρώτη γραμμή, χωρίς συνεχείς βομβαρδισμούς, όπου από τη μια είμαστε εμείς, ο μικρός πρωταθλητής της Καραϊβικής, κι από την άλλη η μεγάλη, ιμπεριαλιστική ύαινα. Είμαστε πρόσωπο με πρόσωπο και γνωρίζουμε ότι ένας από τους δύο θα πεθάνει στη μάχη· αλλά δεν θα είμαστε εμείς αυτοί”». Ο Φερνάντες μιλάει με περηφάνια κι ένα συνεχές χαμόγελο για εκείνον τον Απρίλη του 1961, οπότε και «χρειάστηκαν μόλις 72 ώρες για να μετατραπεί η εισβολή των Αμερικανών σε απόλυτο φιάσκο». «Έχετε πει ότι από τη σκοπιά της στρατηγικής η επιχείρηση των Αμερικανών ήταν αψεγάδιαστη», του λέω. «Είναι αλήθεια αυτό, αλλά είχαν απέναντί τους έναν θαρραλέο λαό που έβλεπε αυτήν την επίθεση ως ευκαιρία για να καθορίσει τη μοίρα του!». Φυσικά, φροντίζω να ξανασυναντήσω την Αλέιδα, αλλά και τους αδελφούς της, τον Καμίλο και τον Ερνέστο. Δεν ξεχνάω ποτέ τις κουβέντες μας. Την πίστη τους στα οράματα του Τσε, στο ότι ο σοσιαλισμός χρειάζεται συνεχή βελτίωση, ότι παιδεία και υγεία είναι πρωταρχικοί στόχοι, ότι επανάσταση είναι ν’ αλλάξεις όσα πρέπει ν’ αλλάξουν, ότι προέχει ο σεβασμός στον άνθρωπο. Ο θρυλικός Γρανάδο και ο ύμνος στην αισιοδοξία.

Ο Αλμπέρτο Γρανάδο

Ο Τσε τον έλεγε «Τσεκίτο», αλλά και «μεγάλη σουπιά»! Ήταν ο σύντροφός του και ο καλύτερός του φίλος. Τον συναντάω κι αυτόν, το 2004. Είναι ο βιοχημικός Αλμπέρτο Γρανάδο που γεννήθηκε το 1922. Μαζί του ο Τσε τολμάει το 1952 το θρυλικό ταξίδι με μοτοσικλέτα, την Ποδερόσα ΙΙ, στη Λατινική Αμερική. Ο Γρανάδο πρωταγωνιστεί στο ντοκιμαντέρ μου «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας» στον «Alpha», με αφορμή την έκδοση των ημερολογίων και της πρεμιέρας της ομώνυμης ταινίας με συμπαραγωγό τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, σκηνοθέτη τον Βάλτερ Σάλες και πρωταγωνιστές τον Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ και τον Ροντρίγκο δε λα Σέρνα. – Γιατί γίνατε φίλοι με τον νεαρό Γκεβάρα; – Γιατί αυτό το αδύνατο, ασθματικό αγόρι μπορούσε να μετατρέπει τις αρνητικές καταστάσεις σε θετικές. Και γιατί, παρότι εγώ το θεωρούσα ελάττωμα, δεν μπορούσε να πει ψέματα. Ο πιο έντιμος άνθρωπος στον κόσμο. – Τι τον θύμωνε τότε; – Το να μην αντέχει κάποιος την κριτική. Μισούσε τους κόλακες.

Τον συναντώ στο σπίτι – κοινόβιο όπου ζει με την σύζυγό του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του, τ’ ανίψια του και μερικούς ακόμη συγγενείς. Ο πρώην υπουργός Υγείας της Κούβας, εκτός από μέγας επιστήμων που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη της φαρμακευτικής στη χώρα, είναι και γνωστός μποέμ. Παρότι έχει δηλώσει «άντεξα τα πάντα, αλλά όχι τις συνεντεύξεις», τα πάμε μια χαρά. Μιλάμε για την 8μηνη περιπέτειά του με τον Τσε και τη μισοδιαλυμένη Νόρτον 500 του ’39, από το Μπουένος Αϊρες στις ακτές της Αργεντινής, μέσα από τις πάμπες και τις Άνδεις, στη Χιλή, στα μεταλλεία της Τσουκικαμάτα, στις κορυφές του Περού, στο λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο και στην Κολομβία, με κατάληξη το Καράκας.

«Τρία πράγματα καθόρισαν τη ζωή μου», λέει. «Το ταξίδι με τη μοτοσικλέτα, ο Τσε και η Κουβανική Επανάσταση. Το ταξίδι της νιότης μας είναι ένας ύμνος στην αισιοδοξία. Με δίδαξε πως ποτέ δεν πρέπει να συμβιβαζόμαστε».

– Τόσα χρόνια μετά, θα λέγατε ότι ταξίδεψε για να γνωρίσει τον κόσμο ή τον εαυτό του; – Ο Τσε ήταν καλός γιατρός, καλός ποιητής, καλός αντάρτης, καλός σπηλαιολόγος, έπαιζε και καλό ράγκμπι. Πιστεύω ότι έγινε σοφός βάζοντας συνεχώς στον εαυτό του δοκιμασίες.

– Πότε είδατε πρώτη φορά τον Ερνέστο ως Τσε; – Μια νύχτα, φροντίζοντας μια ετοιμοθάνατη γυναίκα, μου είπε: «Όλοι αυτοί που τους υπηρετούσε μια ζωή αυτή η γυναίκα τώρα βιάζονται να πεθάνει, αφού δεν τους είναι χρήσιμη πια. Είναι άδικο να μην προστατεύονται, όταν γερνούν, όλοι αυτοί που δουλεύουν μια ολόκληρη ζωή». Ένα ακόμη σημάδι παρατήρησα τη μέρα των γενεθλίων του, πριν αποχαιρετήσουμε τους λεπρούς που φροντίζαμε. Έκανε μια ομιλία μιλώντας για αλληλεγγύη και για μια ενωμένη Αμερική. Και όταν είπε πως «το μεγαλείο των ορυχείων της Χιλής βασίζεται στα δέκα χιλιάδες πτώματα εργατών», κατάλαβα πως απέναντί μου ήταν πλέον ο Τσε.

– Αναρωτιέμαι πώς εξασφαλίζατε φαγητό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. – Έτσι όπως ήμασταν ρακένδυτοι, όλοι αυτοί που συναντούσαμε σχεδόν μας φοβούνταν. Σκέφτηκα, λοιπόν, ν’ αρχίσουμε να πιάνουμε κουβέντα στους ανθρώπους, για να τους δείξουμε τις γνώσεις, την καλλιέργεια και τη μόρφωσή μας, ώστε να μας εκτιμήσουν, μήπως και μοιραστούν μαζί μας λίγο φαγητό. Φαίνεται πως είχα δίκιο. Ο Τσε κι εγώ καταφέρναμε να τους ξελογιάσουμε. Πάντα πετύχαινε το κόλπο μας.

– Αληθεύει ότι ο Τσε ανακάλυψε κι ένα εντομοκτόνο; – Ναι, ήταν ένας συνδυασμός ντιντιτί και ταλκ. Κόντεψε, βέβαια, να μας δηλητηριάσει, αλλά γλιτώσαμε το αίμα μας. Με τα έντομα δούλεψε!

Μιλάμε όλο το απόγευμα με τον γελαστό σοφό επιστήμονα και επαναστάτη με τα μικρά, πανέξυπνα μάτια. Έχει νεανικό χιούμορ και δεν χορταίνει να μιλάει για τον φίλο του, για χάρη του οποίου ρίζωσε στην Αβάνα κι έκανε την Κούβα πατρίδα του. Του ζητάω να θυμηθεί μια στιγμή από την τελευταία τους συνάντηση. Θυμάται ένα σημείωμα που του άφησε ο Τσε. Μπορεί να φαινόταν αστείο, αλλά επρόκειτο για αποχαιρετιστήριο μήνυμα: «Όταν κατακάτσει η μυρωδιά της μπαρούτης, θα σε περιμένω, γύφτε, που δεν περιπλανιέσαι πια». Στις τελευταίες λέξεις τα μάτια του υγραίνονται.

Σήμερα κλείνοντας αυτό το κείμενο, επιλέγω ως επίλογο μια κουβέντα του Τσε: «Εάν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, τότε είσαι σύντροφός μου», προσθέτοντας «…και η Κούβα είναι πατρίδα σου».

Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ

Δείτε ακόμα...