ΗΠΑ – ΕΕ: Μια ιμπεριαλιστική συμμαχία στο πλαίσιο ανταγωνισμών και προτεραιοτήτων, απέναντι στην Κίνα, Ρωσία

Τηλεδιάσκεψη των μελών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, παρουσία του ΓΓ του ΝΑΤΟ, Στόλτεμπεργκ, την Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021.
Φώτο Αρχείου / Τηλεδιάσκεψη των μελών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, παρουσία του ΓΓ του ΝΑΤΟ, Στόλτεμπεργκ, την Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021. (EUROKINISSI/ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ)

Οι ΗΠΑ-ΕΕ επιχειρούν βήματα «καλής θέλησης», και επιδιώκουν να συμφωνήσουν στα κοινά συμφέροντα με τους όποιους σχετικούς συμβιβασμούς, όπου αυτό μπορεί να γίνει, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στον ανταγωνισμό με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Όμως οι αντιθέσεις οξύνονται, οι συμβιβασμοί γίνονται πιο δύσκολα και οι αστικές τάξεις συγκρούονται κάτω από τα συμφέροντά τους στη διεθνή δράση του κεφαλαίου.

Σε ό,τι αφορά τους ανταγωνισμούς των ΗΠΑ-ΕΕ με την Κίνα, παρότι στοχεύουν στο να εμποδίσουν την άνοδό της στο παγκόσμιο σύστημα, την οποία έχουν και ως προτεραιότητα του ΝΑΤΟ ως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια, ταυτόχρονα είναι φανερή και η διάσταση συμφερόντων και προτεραιοτήτων, μεταξύ τους.

Η ΕΕ και ιδιαίτερα η Γερμανία επιδιώκουν σε αυτό το ρευστό παγκόσμιο γίγνεσθαι να αναδειχθούν σε πιο ενεργό και ισχυρό «γεωπολιτικό παίκτη», να χαράξουν πιο «ανεξάρτητη» εξωτερική και οικονομική πολιτική, προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους στον ανταγωνισμό. Οι ΗΠΑ έχουν γεωπολιτικά συμφέροντα και πολύ περισσότερες «δεσμεύσεις ασφαλείας» στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού, όπου η ΕΕ (προς το παρόν) δεν έχει, γεγονός που της επιτρέπει να βλέπει σε μεγαλύτερο βαθμό τη σχέση της με την Κίνα ως εμπορική – οικονομική.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η άνοδος της Κίνας δεν απασχολεί την ευρωενωσιακή πλευρά. Χαρακτηριστικά, στην πρόσφατη στρατηγική της Γερμανίας για Ασία – Ειρηνικό αναφέρεται ότι θα επιδιώξει επενδυτικές συμφωνίες και ενίσχυση εμπορικών δεσμών με άλλα ασιατικά κράτη, ως «αντίβαρο». Ταυτόχρονα, η επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ σε βάρος Κινέζων αξιωματούχων πριν από λίγες μέρες, για την κατάσταση στην επαρχία Σιντζιάγνκ και τη στάση του Πεκίνου απέναντι στη μουσουλμανική κοινότητα των Ουιγούρων, οδήγησε σε ένα «πινγκ – πονγκ» αντιδράσεων, με «αντι-κυρώσεις» από το Πεκίνο, κλήσεις πρεσβευτών της Κίνας από τα ΥΠΕΞ χωρών της ΕΕ κ.ά.

Παράλληλα, παρά το γεγονός ότι η Κίνα ξεπέρασε τις ΗΠΑ ως κορυφαίος εμπορικός εταίρος της ΕΕ το 2020, υπέγραψε μαζί της το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου επενδυτική συμφωνία, την ίδια ώρα που οι δασμοί των ΗΠΑ σε κινεζικά κι ευρωπαϊκά προϊόντα που επιβλήθηκαν επί Τραμπ, παραμένουν και επί Μπάιντεν… Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ευρωπαϊκά και αμερικανικά μονοπώλια ανταγωνίζονται για αγορές και επενδύσεις στην ανερχόμενη περιοχή Ασίας – Ειρηνικού, συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας.

Παράλληλα, εκφράζονται διαφοροποιήσεις και απέναντι στη Ρωσία. Η αμερικανική κυβέρνηση οξύνει την αντιπαράθεση με το Βερολίνο για τον ρωσο-γερμανικό ενεργειακό αγωγό «Nord Stream 2», ο οποίος ενισχύει τη θέση της Γερμανίας στους σφοδρούς ενεργειακούς ανταγωνισμούς και υπονομεύει σχέδια των ΗΠΑ που προωθούν το δικό τους LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο) ως εναλλακτική στο ρωσικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι με την εκλογή Μπάιντεν άρχισαν μυστικές επαφές μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας παζαρεύοντας συμβιβασμό στο θέμα – με δεδομένο και ότι η κατασκευή του αγωγού βρίσκεται πλέον στη φάση της ολοκλήρωσης – την ίδια ώρα ωστόσο ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών πριν από λίγες μέρες στις Βρυξέλλες επανέλαβε στον Γερμανό ομόλογό του και σε δημόσιες τοποθετήσεις του ότι ο «Nord Stream 2» «είναι μια κακή συμφωνία, στην οποία αντιταχθήκαμε και θα αντιταχθούμε», στέλνοντας ξανά «προειδοποιήσεις» για ενεργοποίηση κυρώσεων σε βάρος εταιρειών που συμμετέχουν στο έργο.

Σε ένα τέτοιο “κουβάρι ανταγωνισμών”, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, κατά την συνάντησή του την Τετάρτη με τους προέδρους της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δήλωσε την «ανυπομονησία» των ΗΠΑ για στενές διαβουλεύσεις με την ΕΕ για την Κίνα, προκειμένου να «μοιραστούμε ανησυχίες όπως π.χ. για το εμπόριο, τις επενδύσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα».

Εκφράζοντας έμμεσα τη δυσαρέσκεια των ΗΠΑ για την επενδυτική συμφωνία ΕΕ – Κίνας, είπε πως «όταν ενεργούμε μαζί, είμαστε πολύ πιο δυνατοί και αποτελεσματικοί». Στην αντιμετώπιση ορισμένων πρακτικών της Κίνας στο εμπόριο και τις επενδύσεις, «εάν οι ΗΠΑ αντιδράσουμε μόνοι μας εκπροσωπούμε περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αλλά σε συνεργασία με τους εταίρους σε Ευρώπη και Ασία έχουμε 40%, 50% ή 60%».

Η πολιτική συμμαχιών όμως δεν είναι εύκολη υπόθεση ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές… Στην τοποθέτηση της η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, υπενθύμισε τη διατήρηση των αμερικανικών εμπορικών κυρώσεων σε βάρος της ΕΕ. Οπως επισήμανε, κατά την πρώτη συνομιλία της με τον Αμερικανό Πρόεδρο συμφωνήθηκε η 4μηνη αναστολή όλων των πρόσθετων δασμών που συνδέονται με τη διαμάχη «Airbus» – «Boeing», «ωστόσο παραμένουν ακόμα άλλοι δασμοί, καθώς και ευρύτερα θέματα προς επίλυση, όπως, για παράδειγμα, η μεταρρύθμιση του πολυμερούς συστήματος εμπορίου».

Αναγνωρίζοντας πως δεν είναι εφικτή μια πλήρης ευθυγράμμιση ΕΕ – ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, μιλώντας στη σύνοδο των ΥΠΕΞ του ΝΑΤΟ, είπε πως η Κίνα αποτελεί απειλή για τη Δύση, αλλά ισχυρίστηκε ότι οι ΗΠΑ δεν θα αναγκάσουν τους συμμάχους να επιλέξουν «ή με εμάς ή με αυτούς» και ότι «τα κράτη μπορούν να συνεργαστούν με την Κίνα, όπου είναι δυνατόν (…) Γνωρίζουμε ότι οι σύμμαχοί μας έχουν πολύπλοκες σχέσεις με την Κίνα που δεν είναι πάντα τέλειες. Αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτές τις προκλήσεις μαζί. Αυτό σημαίνει συνεργασία με τους συμμάχους μας για να καλύψουμε τα κενά σε τομείς όπως η τεχνολογία και οι υποδομές, τα οποία το Πεκίνο εκμεταλλεύεται για να ασκήσει πίεση. Θα βασιστούμε στην καινοτομία και όχι στα τελεσίγραφα», σημείωσε.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον επικεφαλής της ευρωενωσιακής διπλωματίας, Ζ. Μπορέλ, οι δύο πλευρές, αποφάσισαν να ξεκινήσουν εκ νέου τον διμερή διάλογο για την Κίνα, ως φόρουμ συζήτησης όλου του φάσματος των σχετικών προκλήσεων και ευκαιριών. Όπως ανακοίνωσαν, συμφώνησαν ότι οι σχέσεις με την Κίνα είναι πολύπλευρες, περιλαμβάνουν στοιχεία συνεργασίας, ανταγωνισμού και «συστημικής αντιπαλότητας».

Ως ένας βασικός τομέας στον οποίο αναφέρεται ότι μπορεί να αναπτυχθεί «εποικοδομητική συνεργασία με την Κίνα», επισημαίνεται η κλιματική αλλαγή. Οι ΗΠΑ επέστρεψαν στη Συνθήκη του Παρισιού για το κλίμα, έχοντας τα προηγούμενα χρόνια καταγγείλει ότι ωφελεί την Κίνα. Η δε ΕΕ λέει πως η «πρόκληση της κλιματικής αλλαγής» δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς την Κίνα και έχει βλέψεις για μεγάλες επενδύσεις σε ηλεκτροκίνηση, ΑΠΕ, νέες τεχνολογίες κ.ά. Την ίδια στιγμή, προτείνει τη σύσταση Διατλαντικού Συμβουλίου Εμπορίου και Τεχνολογίας ΕΕ – ΗΠΑ «για την οικοδόμηση της διατλαντικής τεχνολογικής συμμαχίας», με σκοπό την αντιμετώπιση των «προκλήσεων» στην καινοτομία, κυρίως από τη ραγδαία ανερχόμενη Κίνα.

Σε κάθε περίπτωση, το θέμα έχει πολύ «φαΐ» για τα μονοπώλια. Η Κίνα, υπεύθυνη για το 30% περίπου των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα παγκοσμίως, στοχεύει να γίνει «ουδέτερη κλιματικά» έως το 2060. «Αυτός ο στόχος είναι φιλόδοξος αλλά θα μπορούσε να επιτευχθεί ακόμη πιο γρήγορα με τη βοήθεια ευρωπαϊκών εταιρειών και τεχνολογιών. Τι νόημα θα είχε να μποϊκοτάρουμε εδώ την Κίνα;», αναρωτιέται χαρακτηριστικά ο Γερμανός πρώην καγκελάριος (SPD) Γκέρχαρντ Σρέντερ, σε πρόσφατο άρθρο του στην «Handelsblatt».

Η ΕΕ ως «ανεξάρτητος παίκτης»

Το εν λόγω άρθρο για τη στάση που πρέπει να κρατήσουν Γερμανία και ΕΕ απέναντι στο κάλεσμα των ΗΠΑ για «μετωπική σύγκρουση» με την Κίνα, παρότι είναι προσωπικό, του Γκ. Σρέντερ (ο οποίος τα τελευταία χρόνια είναι πρόεδρος της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας «Rosneft»), απηχεί σε μεγάλο βαθμό επιλογές κυρίαρχες στη γερμανική αστική τάξη, ενώ αντίστοιχες θέσεις έχουν πάρει η καγκελάριος και πολλά στελέχη της γερμανικής κυβέρνησης.

Αφού υπογραμμίζει ότι «οι παγκόσμιες συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια» και «επηρεάζουν τη σχέση μας με το Πεκίνο», αναδεικνύει τη «συνέχεια» της πολιτικής των αμερικανικών κυβερνήσεων απέναντι στην Κίνα και θέτει το ερώτημα: «Ταιριάζει, όμως, στα συμφέροντά μας» το αίτημα των ΗΠΑ «να ενωθούμε με τις αμερικανικές γραμμές και να διαδηλώσουμε εναντίον του Πεκίνου;».

Σημειώνοντας ότι δεν υπάρχουν «ψευδαισθήσεις» για την κινεζική πολιτική, χαρακτηρίζει τα περί θεμελιώδους σύγκρουσης μεταξύ «δημοκρατίας και αυταρχισμού» που αναπαράγει η κυβέρνηση Μπάιντεν μια «ξεπερασμένη ηθικοπλαστική εξωτερική πολιτική». Στην πραγματικότητα, βέβαια, και για την πλευρά των ΗΠΑ, τα παραπάνω είναι το περιτύλιγμα για την πολιτική στήριξης των μονοπωλίων τους.

Σύμφωνα με τον Γκ. Σρέντερ, η Κίνα μπορεί να αντέξει αυτήν την ελεγχόμενη επίθεση, καθώς «είναι περιζήτητη παγκοσμίως ως εμπορικός εταίρος, επενδυτής και πάροχος αναπτυξιακής βοήθειας», ενώ σε μια ή δυο δεκαετίες «θα γίνει ανεξάρτητη από τις ξένες τεχνολογίες», καθώς «οι εξελίξεις στις εφαρμογές 5G, στην τεχνητή νοημοσύνη και τη βιοτεχνολογία είναι τεράστιες».

Το 2020, όταν εν μέσω πανδημίας και διεθνούς οικονομικής κρίσης η Κίνα είχε ρυθμό ανάπτυξης 2%, «οι γερμανικές εταιρείες επωφελήθηκαν, μπόρεσαν να αντισταθμίσουν τις απώλειες σε άλλες αγορές εξάγοντας στην Κίνα. Οι Γερμανοί κατασκευαστές αυτοκινήτων πωλούν τώρα το 40% της παραγωγής τους εκεί», τονίζει ο πρώην καγκελάριος.

«Ποιος μπορεί να πιστέψει σοβαρά ότι υπάρχει έστω και μία διεθνής λύση χωρίς την Κίνα και τη Ρωσία που έχουν δικαίωμα βέτο (στον ΟΗΕ) και είναι πυρηνικές δυνάμεις;», συνεχίζει ο Σρέντερ και προτείνει πιο στενή ενσωμάτωση της Κίνας σε διεθνείς δομές και κανονισμούς, ώστε, όπως λέει, να αντιμετωπιστούν οι αθέμιτες συνθήκες αγοράς της Κίνας. Ως τέτοιο παράδειγμα φέρνει την επενδυτική συμφωνία ΕΕ – Κίνας.

Ο ίδιος δίνει έμφαση στην «ευρωπαϊκή κυριαρχία», τόσο απέναντι στην Κίνα όσο και στις ΗΠΑ. «Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ίσες αποστάσεις, καθώς η διατλαντική συμμαχία υπάρχει, ακόμα κι αν πρέπει επειγόντως να μεταρρυθμιστεί», ξεκαθαρίζει.

«Η Ευρώπη θέλει και πρέπει να γίνει ανεξάρτητος παίκτης παράλληλα με τους δύο πόλους της διεθνούς πολιτικής» και αυτό προϋποθέτει «τα κράτη – μέλη της ΕΕ να παραιτηθούν περαιτέρω από δικαιώματα εθνικής κυριαρχίας», καταλήγει, δείχνοντας προς την κατεύθυνση εμβάθυνσης της ενοποίησης της ΕΕ.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Ριζοσπάστης

Ετικέτες: , ,

Δείτε ακόμα...