Κρατικός προϋπολογισμός 2024: «Δημοσιονομική συμμόρφωση» μέσα και από δήμους και Περιφέρειες

Φοροκαταιγίδα με 63 δισ. φόρους, ματωμένα πλεονάσματα, περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες, ουσιαστική καθήλωση των μισθών που θα συνεχίζουν να εξαϋλώνονται από την ακρίβεια, την πολιτική της «πράσινης μετάβασης» και την «απελευθέρωση» – εμπορευματοποίηση, αποτελούν τα βασικά στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού για το 2024 που κατατέθηκε την περασμένη Τρίτη στη Βουλή, ενώ η συζήτησή του άρχισε ήδη στις αρμόδιες επιτροπές.

Ολα αυτά στο όνομα της «ανάπτυξης», του πολλαπλασιασμού δηλαδή των κερδών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, για τους οποίους η κυβέρνηση το 2024 φέρνει νέες επιδοτήσεις, διατηρεί και θεσπίζει νέες φοροαπαλλαγές, ενώ τους «φιλεύει» και με μερικά ακόμα δισ. και πάνω από 80 αντιλαϊκά προαπαιτούμενα που βρίσκονται στο «επικαιροποιημένο» σχέδιο για την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης, σχέδιο το οποίο εγκρίθηκε από την Κομισιόν τη βδομάδα που πέρασε.

Στο σχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2024 αποτυπώνεται για μια ακόμα χρονιά το πώς οι δήμοι θα παίξουν τον δικό τους ρόλο ως τμήμα του κρατικού μηχανισμού στην επίθεση στα λαϊκά νοικοκυριά, αφού θυσιάζονται τα αναγκαία για τον λαό έργα και υποδομές στον βωμό των προτεραιοτήτων του κεφαλαίου και των ματωμένων πλεονασμάτων.

Η κρατική επιχορήγηση παραμένει στα γνωστά εδώ και δεκαετίες ποσά που δεν βλέπουν ούτε με το κιάλι τις λαϊκές ανάγκες, ενώ μεγαλώνει η δυνατότητα αύξησης των «ιδίων εσόδων» ενισχύοντας περισσότερο την ανταποδοτικότητα σε όλες σχεδόν τις παρεχόμενες υπηρεσίες, το κυνήγι είσπραξης φόρων και τελών από τους δημότες (τροφεία και άλλες εισφορές).

Σχετικά με τις δαπάνες, αυτές έχουν να κάνουν με χρηματοδοτούμενα έργα από το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης, που αφορούν κυρίως ό,τι συμφέρει τους επιχειρηματικούς ομίλους και αν περισσέψουν μπορούν να εγγραφούν πιστώσεις για άλλες δαπάνες, κάτι που η πράξη έχει δείξει ότι δύσκολα συμβαίνει και όταν γίνεται είναι σε σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική της ανταποδοτικότητας, όπως αποδεικνύει η αγωνιστική δημοτική αρχή της Πάτρας.

Και μπορεί οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι (ΚΑΠ) να αυξάνονται κατά 173 εκατ. ευρώ, αλλά θα συνεχίσει η παρακράτηση προηγούμενων ετών από θεσμοθετημένους πόρους προς την Τοπική Διοίκηση, δηλαδή από χρήματα που έχουν πληρώσει οι δημότες μέσω της φορολογίας. Δηλαδή, η χρηματοδότηση κινείται ουσιαστικά στα ίδια περίπου επίπεδα με την περσινή χρονιά, που δεν φτάνει ούτε για την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών. Οπως η κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που ενώ τα κτίρια είναι πολύ παλιά και ασυντήρητα, τα ποσά παραμένουν τα ίδια, με ό,τι σημαίνει αυτό για την ασφάλειά τους.

Αντίστοιχα συνεχίζεται η εγκληματική πολιτική του κόστους – οφέλους, χειροτερεύοντας παραπέρα την έλλειψη ολοκληρωμένων έργων αντιπλημμυρικής, αντιπυρικής, αντισεισμικής θωράκισης, τις ελλείψεις προσωπικού.

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό από το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) υπολογίζονται στα ίδια επίπεδα με το 2022, δηλαδή εκ νέου χαράτσωμα για τα λαϊκά στρώματα, ενώ θα έπρεπε να καταργηθεί το συγκεκριμένο τέλος και να φορολογηθεί η μεγάλη ακίνητη περιουσία.

Με τα ίδια ψίχουλα χρηματοδοτείται και το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι», χωρίς καμία αύξηση στα κονδύλια για να καλυφθούν περισσότεροι μόνοι και ανήμποροι άνθρωποι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το έλλειμμα στο ισοζύγιο των δήμων θα είναι 297 εκατ. ευρώ, που αποδίδεται στην αυξημένη μισθοδοσία λόγω των «αυξήσεων» στο Δημόσιο και γι’ αυτό προωθείται η λεγόμενη επενδυτική δραστηριότητα των δήμων σε έργα που υπάγονται στο πρόγραμμα «Αντώνης Τρίτσης» και τις δράσεις που χρηματοδοτούνται από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Δηλαδή, πρόκειται για έργα που υπηρετούν τις ανάγκες του κεφαλαίου και όχι τον λαό, που θα πληρώσει και πάλι τα σπασμένα.

Δείτε ακόμα...