«Συρραφή ετερόκλιτων διατάξεων και τροποποιήσεων μιας σειράς νομοθετημάτων» αποτελεί το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για τους δικαστικούς λειτουργούς, όπως τόνισε η Μαρία Κομνηνάκα, βουλευτής του ΚΚΕ, μιλώντας σε σχετική συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής την Τετάρτη.
Ειδικότερα, κατήγγειλε το υπουργείο Δικαιοσύνης για το γεγονός ότι για ακόμα μια φορά «προτείνει αιφνιδιαστικά τροποποιήσεις βασικών νομοθετημάτων χωρίς την παραμικρή ουσιαστική συζήτηση και διαβούλευση με τους αρμόδιους φορείς».
Μιλώντας για το Α’ μέρος του νομοσχεδίου που αφορά την Εθνική Σχολή Δικαστών, η Μ. Κομνηνάκα επισήμανε ότι επιδιώκεται η Δικαιοσύνη να παίξει τον ρόλο της «ως στυλοβάτης του συστήματος» και να προσαρμοστεί στις αντοχές της οικονομίας, τη δημοσιονομική πειθαρχία και τα ματωμένα πλεονάσματα. Με βάση αυτές τις «αρχές», όπως είπε, οι δικαστές θα εκπαιδεύονται, ενώ οι εν ενεργεία θα αξιολογούνται κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Στάθηκε και στον τρόπο εξέτασης μέσω επεξεργασίας δικογράφων των υποψηφίων, στο πλαίσιο του διαγωνισμού για την εισαγωγή στη Σχολή, λέγοντας ότι έτσι ο διαγωνισμός γίνεται πιο τεχνοκρατικός και υποβαθμίζεται το κριτήριο που αξιολογεί τη θεωρητική κατάρτιση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι όσοι επιλέγονται θα ενστερνίζονται αυτές τις «αρχές». Σημείωσε, δε, την αναστάτωση και ανασφάλεια που προκαλείται σε υποψήφιους, δεδομένου ότι οι αλλαγές θα εφαρμοστούν ήδη από τον επικείμενο διαγωνισμό. Αναφορικά με τον επανακαθορισμό προσόντων, η βουλευτής του ΚΚΕ επισήμανε αφενός την κοινωνική εμπειρία που επιβάλλεται να έχει ένας δικαστής και που «δεν εξασφαλίζεται απλουστευτικά με ένα νούμερο διπλοτύπων στη δικηγορία», αφετέρου τη δυσκολία πρόσβασης στον διαγωνισμό νέων μισθωτών δικηγόρων που αν και αναλαμβάνουν μεγάλο φόρτο δουλειάς, δεν έχουν κανένα διπλότυπο.
Για τα επιμορφωτικά σεμινάρια των εν ενεργεία δικαστών, η Μ. Κομνηνάκα ανέδειξε τον αντιδραστικό ιδεολογικό τους χαρακτήρα υπέρ των επιχειρηματικών συμφερόντων, τη χρηματοδότησή τους από το «υπερμνημόνιο» του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και τη θεματολογία τους σχετικά με κρίσιμους τομείς για την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Εξήγησε ότι από τη μία η μείωση των κύκλων των σεμιναρίων ομολογεί την αδυναμία της Σχολής να αποδεχθεί το σύνολο των αιτήσεων των δικαστών και ότι από την άλλη, το γεγονός πως η παρακολούθηση είναι υποχρεωτική και αποτελεί όρο για την προαγωγή των δικαστών διασφαλίζει την επίτευξη του στόχου των σεμιναρίων.
Σε σχέση με το Β’ Μέρος του νομοσχεδίου, η βουλευτής του ΚΚΕ διευκρίνισε πως εμπεριέχει νέες αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στην ποινική και διοικητική δίκη, ενώ χειροτερεύει και το πλαίσιο υπηρεσιακής κατάστασης δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων.
Αναφερόμενη στη μεταφορά κατηγοριών υποθέσεων στα Διοικητικά Πρωτοδικεία με πρόσχημα τη μειωμένη ροή υποθέσεων σε αυτά, χαρακτήρισε την εν λόγω ρύθμιση «αποσπασματική» και «ασύνδετη», συστήνοντας, παράλληλα, στην κυβέρνηση να αφαιρέσει τα δικονομικά βάρη που φορτώνονται τα Πρωτοδικεία και να μειώσει τα δικαστικά έξοδα που παρεμποδίζουν την πρόσβαση του λαού στη Δικαιοσύνη.
Για τις διατάξεις που προβλέπουν υποχρεωτικές αποσπάσεις των δικαστικών υπαλλήλων ακόμα και σε ακριτικά νησιά, η Μ. Κομνηνάκα τόνισε ότι κινούνται «σε αντιδραστική και ρουσφετολογική κατεύθυνση», γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να αξιοποιηθούν ως αλισβερίσια μεταξύ προϊσταμένων – υπαλλήλων, αλλά και υπουργείων – δικαστικών υπηρεσιών, προσθέτοντας ότι τέτοια μέτρα γιγαντώνουν τα προβλήματα υποστελέχωσης. Μάλιστα, σε ό,τι αφορά την απαράδεκτη τροπολογία για αύξηση των ορίων της αποζημίωσης υπερωριακής εργασίας στις 200 ώρες, η βουλευτής του ΚΚΕ ξεκαθάρισε, αρχικά, ότι «οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν θα ζουν για να δουλεύουν» και κάλεσε σε ικανοποίηση μιας σειράς δίκαιων αιτημάτων τους και σε άμεση πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού από την κυβέρνηση.
Άσκησε δριμεία κριτική στην ύπουλη μεθόδευση της κυβέρνησης για τα όρια συνταξιοδότησης με αφορμή την απαράδεκτη διάταξη για αύξηση των ορίων αποχώρησης από την υπηρεσία των δικαστικών επιμελητών στα 70 έτη, λέγοντας ότι με βάση τις σύγχρονες δυνατότητες, ανάμεσα σε άλλα, τα όρια συνταξιοδότησης θα έπρεπε να μειώνονται, υπενθυμίζοντας παρόμοια μέτρα που εμφανίζονται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σχετικά με τις νέες σοβαρές και απαράδεκτες τροποποιήσεις στους Ποινικούς Κώδικες που προχωρά το υπουργείο, η Μ. Κομνηνάκα επισήμανε ότι ουσιαστικά χειροτερεύουν τη θέση του κατηγορούμενου, αποτελούν άλλη μία «χονδροειδή παρέμβαση στο έργο των δικαστών», ενισχύουν την κατασταλτική λειτουργία του αστικού κράτους και της Δικαιοσύνης και αξιοποιούν την πιο αυστηρή διαχείριση ως δήθεν πανάκεια ενάντια στην εγκληματικότητα.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας της η Μ. Κομνηνάκα αναφέρθηκε και στα προκλητικά «πανηγύρια» της κυβέρνησης με τη δημοσιοποίηση του πορίσματος Καρώνη για το έγκλημα των Τεμπών, υπογραμμίζοντας ότι προσπαθεί να αποπροσανατολίσει από τις ευθύνες της για το κύριο έγκλημα που δεν είναι άλλο από τη σύγκρουση 2 τρένων που κινούνταν στις ίδιες ράγες το 2023, ως αποτέλεσμα της εγκληματικής πολιτικής που ακολούθησαν διαχρονικά οι κυβερνήσεις, σύμφωνα με ανάλογες κατευθύνσεις της ΕΕ και με τη στήριξη των άλλων κομμάτων.
Πιο ειδικά για το πόρισμα, εξήγησε ότι βασίζεται σε αμφιλεγόμενα στοιχεία και επιστημονικές υποθέσεις εξαιτίας της αλλοίωσης του τόπου του εγκλήματος και της απώλειας κρίσιμων στοιχείων, αντιτείνοντας ότι για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και την απόδοση ευθυνών, απαιτείται η κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών και να μη διορίζεται η δικαστική ηγεσία από την εκάστοτε κυβέρνηση, υπενθυμίζοντας ότι τα παραπάνω αποτελούν προτάσεις του ΚΚΕ που ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – (όλος)ΣΥΡΙΖΑ έχουν απορρίψει: «Ευθύνεστε όλοι για την προκλητική προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τέλος, κατήγγειλε και τη δικαστική καταδίκη με ποινές 8-15 μήνες φυλάκισης σε 7 αγωνιστές εργαζόμενους και φοιτητές, μεταξύ τους μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ και του ΚΣ της ΚΝΕ, στη Θεσσαλονίκη για το… «ανοσιούργημα» να γράψουν αντιπολεμικά συνθήματα σε ΝΑΤΟικές πολεμικές μηχανές που κατευθύνονταν στο σφαγείο της Ουκρανίας.



