Μάνος Λοΐζος: 40 χρόνια που «ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία»

Πολιτισμός - Μουσική - Μάνος Λοΐζος - ΚΚΕ
Από συναυλία του Μάνου Λοΐζου. Δεξιά του Η Μαρία Φαραντούρη

Είναι αυτή η μέρα, που δύσκολα μπορεί να ξεχαστεί, όσα χρόνια και αν περάσουν, όσα και αν συμβούν.

Είναι η μέρα που ένας άνθρωπος χαρισματικός, «φεύγει» για άλλους τόπους. Και μας αφήνει πίσω του ως παρακαταθήκη ένα έργο αλησμόνητο…

Για το Μάνο Λοΐζο και τη διαδρομή του έχει χυθεί πολύ μελάνι. Και στην ιστοσελίδα μας επίσης (https://www.alt.gr/38-chronia-meta-38-chronia-choris-to-mano-lo/) και  (https://www.alt.gr/manos-lo-zos-39-chronia-meta-giati-tipo/).

Για τα σαράντα χρόνια από την απουσία του αξίζει να δούμε τι έχουν πει για το μεγάλο συνθέτη κάποιοι άνθρωποι που βρέθηκαν στο πλευρό του, τον γνώρισαν, τον αγάπησαν, μας τον φέρνουν κοντά μας.

“Αυτό που θυμάμαι πιο πολύ από τον Μάνο είναι η επιμονή του να βλέπει τη ζωή και τους ανθρώπους με μια απίστευτη τρυφερότητα. Αυτό ήταν που τον έκανε ξεχωριστό στα μάτια μου, τα μάτια ενός παιδιού 18 χρονών τότε, που στο ξεκίνημά του είχε ανάγκη από αγάπη και βοήθεια. Τα πρώτα του τραγούδια μου τα έδωσε γιατί του θύμιζα λέει φοιτητή! Και ως…φοιτητή με σύστησε αργότερα στον Λευτέρη.” Είναι λόγια του Γιώργου Νταλάρα, το Σεπτέμβρη του 1985.

Και συνεχίζει:

  “Ο Μάνος αγαπούσε πολύ τους φοιτητές. Αγαπούσε τους απλούς ανθρώπους. Και τους νοιαζότανε. Ήταν αγνός κι ευαίσθητος στους χτύπους της καρδιάς της Ελλάδας. Τους άκουγε προσεκτικά και τους έκανε τραγούδια, που έβγαιναν από την ψυχή του κι έμπαιναν στη δική μας ψυχή.

Έτσι ο Μάνος έφυγε χωρίς να έχει τίποτα δικό του. Ούτε καν τα τραγούδια του. Γιατί δεν έγραφε ποτέ για τον εαυτό του. Πάντα για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και τα τραγούδια του είναι δικά μας τραγούδια.”

Ο Μίκης Θεοδωράκης είπε γι’ αυτόν: «Ο Λοΐζος δεν κατασκεύαζε. Και αν το ήθελε, δεν θα μπορούσε. Γεννούσε. Κι αυτό γιατί έτσι το ένιωθε…». Και όταν ενημερώθηκε για τον θάνατο του Μάνου, είπε ο Μίκης σημαδεύοντάς μας όλους στην καρδιά: «Για μένα προσωπικά ήταν πιο πολύ από αδελφός, φίλος, συνάδελφος. Ήταν η περηφάνια μου. Γιατί μπόρεσε με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο κι ένα τραγούδι, να πάει μια πήχη πιο πέρα τον ορίζοντα».

Σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη που παραχώρησε ο Φώντας Λάδης στην εκπομπή Τζερναλίστα, Amagi Radio το 2018 στην Κίκα Ρόκα, μίλησε για τον Λοΐζο. Για τον καλό του φίλο και συνοδοιπόρο, λέει…

«Ένας πολύ καλός φίλος, πολύ καλός άνθρωπος, πλακατζής, με τις αδυναμίες του, μικρές και μεγάλες. Προσπαθούσε κι αυτός να ισορροπήσει. Τώρα με την κρίση ξαναγυρίσαμε στη φτώχεια και την ένδεια, αλλά και τότε υπήρχε έντονα το πρόβλημα. Οι άνθρωποι δεν είχαν δεύτερο παπούτσι να αλλάξουνε ή και να φάνε ακόμα το βράδυ. Ήταν η ζωή πιο απλή, έτσι όπως έχει συμβολοποιηθεί μέσα από τις ελληνικές ταινίες, όμως κάποια προβλήματα υπαρξιακά υπήρχαν με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν και σήμερα. Γιατί ήδη η Αθήνα ήταν μια μεγάλη πόλη. Ορμητικά μπαίνανε από το εξωτερικό καινούριες ιδέες, μόδα, τεχνολογία τη δεκαετία του ’60, πριν από τη Χούντα. Αυτά, λοιπόν, επηρέαζαν τον ψυχισμό των καλλιτεχνών, που ήταν έτσι πιο ευαίσθητοι. Τους απασχολούσαν κι άλλα πράγματα. Ο Λοΐζος, επειδή ήταν πολύ ευαίσθητος και λίγο ταλαιπωρημένος, του έλειπαν οι δικοί του, η καταγωγή του ήταν από την Κύπρο, οι γονείς του ήταν στην Αλεξάνδρεια, προσπαθούσε με δυσκολία να σπουδάσει, να βγάζει τα προς το ζην, αλλά με πάθος. Προσπαθούσε να ξεφύγει από τα μπερδεμένα πράγματα που είχε η ζωή από τότε, δηλαδή τις ανάγκες, τα συναισθηματικά, τι ρότα βάζεις στη ζωή σου, τι ακολουθείς… Γιατί ήτανε σίγουρα πολύ καλλιτεχνική φύση. Όλοι έχουμε τα προβλήματά μας, αλλά ένας υπάλληλος τα συμβιβάζει κάπως πιο εύκολα. Ένας καλλιτέχνης είναι περισσότερο μέσα στις «σειρήνες». Κι ο Μάνος είχε πολλές τέτοιες. Και συνδικαλιστής και πρόεδρος της ΕΜΣΕ ήταν κι έδωσε μεγάλες μάχες εναντίον της ΑΕΠΙ και τούτο κι εκείνο. Προσπαθούσε όλα να τα λύσει και μ’ όλα να είναι εντάξει. Φθάρηκε μ’ όλα αυτά. Αυτός ήταν ο Μάνος Λοΐζος. Ένας άνθρωπος με τρομερό ταλέντο, ο οποίος δούλευε πάρα πολύ, δοκίμαζε πάρα πολλές φορές τα τραγούδια, είχε τελειομανία. Και κατά τη γραφή τους και μετά, στο στούντιο. Κόστιζε πολύ στις εταιρείες. Ήθελε να ανανεώνεται. Μπορεί, όπως οι περισσότεροι Έλληνες συνθέτες να μην έτυχε να έχει την παιδεία ενός Θεοδωράκη ας πούμε, κι αυτό τον δυσκόλευε, γιατί αν θες να κάνεις κάτι πιο σύνθετο, δεν είναι πάντα εύκολο. Οι σπουδές βοηθάνε. Με μια κιθάρα κι αυτοδίδακτος δε μπορείς να κάνεις τα πάντα. Είναι θέματα πολυπλοκότητας, πιο σύνθετες μορφές τέχνης. Αυτό, λοιπόν, δεν το είχε ο Μάνος, ενώ ας πούμε ο Λεοντής το έχει και προσπαθούσε να το ξεπεράσει. Και το ξεπέρασε σε μεγάλο βαθμό. Και κοιτούσε, επειδή είχε το ταλέντο να γράφει πολύ ωραίες μελωδίες, να το αναπληρώσει εκεί. Δεν έπεφτε στην παγίδα να γράψει τα ίδια και τα ίδια. Ήθελε συνέχεια να πρωτοτυπεί. Κάθε του δίσκος να είναι κάτι διαφορετικό από τον προηγούμενο. Πολύ σημαντικό. Εγώ δεν το ‘χω αυτό. Του πήγαινα, ας πούμε, μια καινούρια σειρά πολιτικά τραγούδια. Και μου ‘λεγε «κάτσε ρε παιδί μου, τι παραπάνω θα γράψουμε απ’ την τσιμινιέρα και το δέντρο; Πάμε κάπου αλλού τώρα!». Ψαχνότανε, τι γράφει ο Ρασούλης, τι γράφει ο Παπακωνσταντίνου… Γιατί του είχε πάει στίχους και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ως νεαρός ποιητής. Βασανιζότανε να μην επαναληφθεί και το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Γι’ αυτό δεν έχει και μεγάλη δισκογραφία. Κι αν δεις, σε κάθε δίσκο του, αν όχι όλα, τα εφτά είναι επιτυχίες. Είχε την εντελώς αντίθετη άποψη απ’ αυτήν που είχαν οι εταιρειάρχες, ότι «θα πιάσει ο δίσκος με δυο καλά τραγούδια και κράτα τα άλλα για τον άλλο δίσκο». Έπασχε, του’ λειπε ένα τραγούδι, δεν το ‘βρισκε στο Ρασούλη, έτρεχε στον Πυθαγόρα… Άμα δεις στα «Τραγούδια της Χαρούλας» υπάρχουν και τρία τραγούδια σε στίχους Πυθαγόρα, γιατί δε μπορούσε να ολοκληρώσει με το Ρασούλη. Ή στο «Καλημέρα, ήλιε» θα δεις ότι υπάρχουν και δυο σε δικούς του στίχους, γεγονός που τον έφερε σε ρήξη με το Δημήτρη Χριστοδούλου. Δεν το ήξερε και τσαντίστηκε. Βγήκε ο δίσκος και ξαφνικά βλέπει πως δεν ήταν όλα δικά του. Παρέδιδε το δίσκο μόνο όταν ήταν σίγουρος πως όλα ήταν τέλεια. Αυτό ήταν ένα πολύ σπουδαίο χαρακτηριστικό του. Μάθημα και για μας.»

Μια από τις πιο συγκινητικές, ίσως η πιο συγκινητική, να είναι μια ανάρτηση για το Μάνο, από τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Απρίλη, με αφορμή μια σειρά συναυλιών για τα σαράντα χρόνια απουσίας.

Κάτω από τη φωτογραφία τους, από το εξώφυλλο του δίσκου «Τα τραγούδια της Χαρούλας, η Χάρις Αλεξίου σημειώνει:

“Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, Μάνο, και σου απευθύνομαι. Ήρθες με τα τραγούδια σου, νέος κι έφυγες νέος. Δεν έφτασες τα χρόνια μου. Δεν σε είδα ηλικιωμένο. Δεν σε είδα σε φθορά. Δεν πρόλαβες όμως να δεις πόσο λατρεύεσαι ακόμη. Δεν πρόλαβες να δεις πως έχεις ακόμη πολιτική παρουσία και στάση με ό,τι διάλεξες να μας πεις.

Οι φίλοι σου γερνάμε χωρίς εσένα κι ακόμη και σήμερα παίρνουμε αξία όταν διηγούμαστε στιγμές που ζήσαμε μαζί σου. Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά που μας άφησες δεν μπορώ να σε τραγουδήσω όπως σου πρέπει, να πω “τα τραγούδια της Χαρούλας”.

Μπορώ όμως και είμαι ακόμη η Χαρούλα σου και θα είμαι μέσα στον κόσμο που θα ακούει τα τραγούδια σου – τα τραγούδια μας – για να δώσω το μικρόφωνο στην εξαιρετική Ελεωνόρα και τα άλλα παιδιά. Σαράντα χρόνια μετά είσαι ακόμη εδώ! Χαρούλα”.

Η δισκογραφία του

«Ο Σταθμός» (1968): Επτά τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και πέντε ορχηστρικά. («Minos») Επιτυχίες: «Δελφίνι, Δελφινάκι», «Το παληό ρολό», «Η δουλειά κάνει τους άντρες», «Ο Σταθμός». Τραγουδούν: Γιάννης Καλατζής, Λίτσα Διαμάντη, Δημήτρης Ευσταθίου και Γιώργος Νταλάρας.

«Θαλασσογραφίες» (1970): 11 τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. («Minos») Επιτυχίες: «Έχω ένα καφενέ», «Τζαμάικα», «10 παλληκάρια». Τραγουδούν: Γιάννης Καλατζής, Γιώργος Νταλάρας, Μαρίζα Κωχ, Γιάννης Πάριος και ο συνθέτης.

«Ευδοκία» (1971): Το σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Αλέξη Δαμιανού. («Minos») Επιτυχία: «Το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας».

«Να ‘χαμε τι να ‘χαμε…» (1972): 10 τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. («Minos») Επιτυχίες: «Παποράκι», «Ήλιε μου σε παρακαλώ», «Κουταλιανός», «Ελισσώ». Τραγουδούν: Γιάννης Καλατζής και Γιώργος Νταλάρας.

«Τραγούδια του δρόμου» (1974): 12 τραγούδια σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, Δημήτρη Χριστοδούλου, Νίκου Γκάτσου και Μάνου Λοΐζου. («Minos») Επιτυχίες: «Μέρμηγκας», «Τσε», «Τ’ Ακορντεόν», «Τρίτος Παγκόσμιος». Τραγουδούν: Αλέκα Αλιμπέρτη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Χορωδία Γιώργου Κακίτση και ο συνθέτης.

«Καλημέρα ήλιε» (1974): 12 τραγούδια σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου και Μάνου Λοΐζου. («Minos») Επιτυχίες: «Καλημέρα Ήλιε», «Μια καλημέρα», «Με φάρο το φεγγάρι», «Θα έρθει μόνο μια στιγμή», «Δώδεκα παιδιά» και «Όταν σε είδα να ξυπνάς». Τραγουδούν: Κώστας Σμοκοβίτης, Χάρις Αλεξίου, Αλέκος Αλιμπέρτης και ο συνθέτης.

«Τα νέγρικα» (1975): Κύκλος 10 τραγουδιών σε ποίηση Γιάννη Νεγρεπόντη. («Minos») Επιτυχία: «Ο γερο νέγρο Τζιμ». Τραγουδούν: Μαρία Φαραντούρη και Μανώλης Ρασούλης.

«Τα τραγούδια μας» (1976): 12 τραγούδια σε στίχους Φώντα Λάδη με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. («Minos») Επιτυχίες: «Λιώνουν τα νιάτα μας», «Πάγωσε η τζιμινιέρα», «Το Δέντρο». Ο δίσκος έγινε πλατινένιος, αλλά τα περισσότερα τραγούδια κόπηκαν από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ, λόγω των πολιτικοκοινωνικών τους μηνυμάτων.

«Τα τραγούδια της Χαρούλας» (1979): 12 τραγούδια σε στίχους Μανώλη Ρασούλη και Πυθαγόρα. («Minos») Επιτυχίες: «Γύφτισσα τον εβύζαξε», «Τέλι, Τέλι, Τέλι», «Όλα σε θυμίζουν». Τραγουδούν: Χάρις Αλεξίου και Δημήτρης Κοντογιάννης. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

«Για μια μέρα ζωής» (1980): 12 τραγούδια σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, Μανώλη Ρασούλη, Δώρας Σιτζάνη, Φώντα Λάδη, Τάσου Λειβαδίτη και Μάνου Λοΐζου. («Minos») Επιτυχίες: «Σ’ ακολουθώ», «Κι αν είμαι ροκ», «Η ημέρα εκείνη δεν θα αργήσει». Τραγουδούν: Δήμητρα Γαλάνη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Δώρα Σιτζάνη και ο συνθέτης.

Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε το

«Γράμματα στην αγαπημένη» (1983): Μελοποιημένη ποίηση του τούρκου Ναζίμ Χικμέτ σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου. («Minos»)

Και αργότερα δυο ακόμη συλλογές.

«Εκτός Σειράς. Σαράντα σκόρπιες ηχογραφήσεις» (2002): Συλλογή με επιτυχίες του που δεν είχαν συμπεριληφθεί σε δίσκους. («Minos»)

«Τα τραγούδια του Σεβάχ» (2003): Συλλογή με τις μεγάλες επιτυχίες του («Minos»)

Ο Μάνος Λοΐζος δεν έπαιρνε χαμπάρι από συμβόλαια και εταιρίες. Έγραφε όταν ήθελε, όποτε ήθελε και για όποιον ήθελε… Για ελάχιστους υποχώρησε. Για έναν. Τον Γιώργο Νταλάρα, τον οποίο στην αρχή δεν είχε μετρήσει καλά και τον θεωρούσε λίγο. Πολύ σύντομα άλλαξε γνώμη, τον εκτίμησε σωστά και έκαναν μαζί αριστουργήματα! Γιατί πέρα από μεγάλος συνθέτης, ο Μάνος ήταν και δίκαιος…

Ένιωθε ότι δε θα μείνει για πολύ στα μέρη μας, ήξερε πως θα πάει κάπου αλλού να φτιάχνει τα τραγούδια του. Προτίμησε να ζήσει από το φτιάχνει το ένα τραγούδι πίσω από το άλλο. Ο ίδιος είχε δηλώσει χιουμοριστικά: «Όταν έχω κέφια, είμαι σε θέση να μελοποιήσω ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο.»

Για το Μάνο, όποιος και ό,τι και να πει, θα είναι λίγο.

Γιατί μας «γέμιζε», μας ξεσήκωνε, μας ένωνε.

Λάθος μου!

Μας «γεμίζει», μας ξεσηκώνει, μας ενώνει!

Ο μέρμηγκας


Ακορντεόν


Σεβάχ ο θαλασσινός


Δε θα ξαναγαπήσω


Στη διαδήλωση

Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου

Πηγές: www.rizospastis.gr, www.greekschannel.com, www.lifo.gr, www.ratpack.gr, www.georgedalaras.com  

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...