Νομοσχέδιο για τις παρακολουθήσεις: Κρίκος στην αντιδραστική αλυσίδα, που ο λαός θα τη σπάσει

Υποκλοπές - Ακουστικά - Παρακολουθήσεις -

H κυβέρνηση έθεσε ήδη στη διαβούλευση το νομοσχέδιο για την «προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών». Τα κυβερνητικά επιτελεία διαφημίζουν τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία ως απάντηση στα χρόνια «προβλήματα», στα «κενά» και τις «αδυναμίες» του προηγούμενου νομικού πλαισίου. Απ’ την άλλη, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, διάφορα ΜΜΕ ασκούν κριτική στο νομοσχέδιο, χαρακτηρίζοντάς το «ομολογία ενοχής» και επιχείρηση περαιτέρω συγκάλυψης από την κυβέρνηση.

Είναι μεγάλη πρόκληση η προσπάθεια της κυβέρνησης να «βγει λάδι», όχι απλά συγκαλύπτοντας τις βαριές ευθύνες της για τις υποκλοπές, αλλά επιπλέον εμφανιζόμενη ως αυτή που δίνει τη «λύση» στη δυσώδη υπόθεση των παρακολουθήσεων. Ομως, η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν βάζει μόνο ταφόπλακα στην αλήθεια για τις συγκεκριμένες υποθέσεις που βρίσκονται στην επικαιρότητα. Ο πραγματικός στόχος του νομοσχεδίου δεν είναι να ενισχύσει ένα «παρακράτος» ή ένα «αδιαφανές» κράτος «παρά τω πρωθυπουργώ», που υπονομεύει τη «δημοκρατική νομιμότητα».

Στην πραγματικότητα, το νομοσχέδιο ενισχύει περαιτέρω το αντιδραστικό πλαίσιο της κρατικής παρακολούθησης και καταστολής, που όλα τα αστικά κόμματα έχουν συνδιαμορφώσει, στη βάση του Συντάγματος και του Δικαίου της ΕΕ. Αποτελεί βήμα στη θωράκιση του κράτους της δικτατορίας του κεφαλαίου, που όλα τα άλλα κόμματα υπηρετούν.

1.Ενισχύεται η νομιμοποίηση της μαζικής κρατικής παρακολούθησης σε βάρος του λαού, θωρακίζεται το διαχρονικό κρατικό δόγμα τού «ουδείς εξαιρείται».

Με βάση το νομοσχέδιο, όλες οι άρσεις απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας προβλέπεται να περνάνε από τα «χέρια» της ΕΥΠ ή της ΔΑΕΕΒ (Αντιτρομοκρατική). Εάν μία κρατική αρχή (δικαστική, πολιτική, στρατιωτική, αστυνομική) θέλει να αρθεί το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας, θα διαβιβάζει το σχετικό αίτημά της στην ΕΥΠ ή στην Αντιτρομοκρατική, οι οποίες θα είναι οι αρμόδιες να κινήσουν τη διαδικασία.

Βέβαια, η κυβέρνηση προπαγανδίζει πως επαναφέρει το περιβόητο «φίλτρο» του δεύτερου εισαγγελέα, δηλαδή πως για να διαταχθεί η άρση, δεν θα αρκεί μόνο η υπογραφή του εισαγγελέα της ΕΥΠ, αλλά θα απαιτείται έγκριση από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην πράξη, οι απαράδεκτες ρυθμίσεις για τις άρσεις ενισχύονται με.. δύο υπογραφές. Για παράδειγμα, παραμένει η πρόβλεψη για «χωρικές», μαζικές άρσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας, δηλαδή με μία διάταξη να επιβάλλονται παρακολουθήσεις σε ολόκληρες περιοχές και βέβαια χωρίς αναλυτική αιτιολογία. Επίσης, παραμένει η δυνατότητα οι παρακολουθήσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας να ανανεώνονται επ’ αόριστον.

Αυτή η άθλια πραγματικότητα έχει τη σφραγίδα όλων των αστικών κομμάτων. Χιλιάδες άρσεις, μαζικές, χωρίς ειδική αιτιολογία υπογράφονταν και υλοποιούνταν επί δεκαετίες, επί όλων των κυβερνήσεων. Σε αυτόν τον «ωκεανό» παρακολούθησης, η ενημέρωση του παρακολουθούμενου, για την οποία γίνεται τόσος λόγος, ήταν πάντα ένα «τρύπιο σωσίβιο». Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ δεν λένε κουβέντα, για το αν και πόσες φορές ενημερώθηκαν πολίτες ότι παρακολουθήθηκαν, επί θητείας των δικών τους κυβερνήσεων.

2.Επιχειρείται η αναβάθμιση της δράσης της ΕΥΠ, των υπηρεσιών και μηχανισμών παρακολούθησης, για την προάσπιση της «εθνικής ασφάλειας» του κεφαλαίου.

Η κυβέρνηση εισηγείται μέτρα σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία και διοίκηση της ΕΥΠ (προσόντα διοικητή, Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου κ.ά.) που στοχεύουν στην άνοδο της αποτελεσματικότητας της υπηρεσίας στο αντιδραστικό της έργο. Σε αυτήν την κατεύθυνση συστήνεται και η «Ακαδημία Πληροφοριών και Αντικατασκοπείας» για την εκπαίδευση του προσωπικού της ΕΥΠ.

Σε αυτήν τη βάση πρέπει να δει κανείς και τον ρόλο του ΚΕΤΥΑΚ (Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτομίας). Σκοπός του είναι, όπως αναφέρει και το νομοσχέδιο, να δημιουργεί «τα κατάλληλα τεχνολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία και να τα παρέχει στην ΕΥΠ και σε άλλους δημόσιους φορείς». Γι’ αυτόν τον σκοπό θα συνεργάζεται με ερευνητικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού, θα μετέχει σε δραστηριότητες έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, όλα τα αστικά κόμματα δεν διαφωνούν με αυτήν την «επιστημονική» αναβάθμιση του έργου της ΕΥΠ. Συμφωνούν τελικά με την αθλιότητα η επιστήμη, η έρευνα και η τεχνολογία να αναπτύσσονται και να αξιοποιούνται για τους αντιδραστικούς σκοπούς των μυστικών υπηρεσιών, του φακελώματος, του σύγχρονου «χαφιεδισμού». Γι’ αυτό και τα πυρά των αστικών κομμάτων για το ΚΕΤΥΑΚ αφορούν την «αδιαφάνειά» του, εμφανίζοντάς το ως «αμαρτωλό», ώστε να μείνει στο απυρόβλητο η ουσία.

Παράλληλα, είναι χαρακτηριστικές οι προβλέψεις του νομοσχεδίου για το «Γραφείο Τύπου & Επικοινωνίας» της ΕΥΠ, που θα φροντίζει για την «προβολή του έργου της ΕΥΠ (…) την ενημέρωση της κοινωνίας για τις δράσεις της Υπηρεσίας και για κινδύνους για την εθνική ασφάλεια». Εντάσσεται στην προσπάθεια η ΕΥΠ να παρεμβαίνει πιο άμεσα και αποτελεσματικά, για να αποσπά την εμπιστοσύνη και την αποδοχή του λαού, να νομιμοποιείται στις συνειδήσεις ο εχθρικός, αντιλαϊκός της ρόλος.

3.Προωθείται συνολικά η ενίσχυση των λειτουργιών του αστικού επιτελικού κράτους, σε συνθήκες που οξύνονται οι αντιθέσεις του συστήματος, δυναμώνει η εμπλοκή στους σχεδιασμούς ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ.

Σε αυτό το φόντο, ξεχωρίζει η σύσταση Επιτροπής Συντονισμού για θέματα Κυβερνοασφάλειας, ως συντονιστικό όργανο των δημόσιων αρχών που έχουν σχετικές αρμοδιότητες: Της Γενικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, της Διεύθυνσης Κυβερνοάμυνας του ΓΕΕΘΑ, της Διεύθυνσης Κυβερνοχώρου της ΕΥΠ και της ΕΛ.ΑΣ. Συγκροτείται δηλαδή ένα κέντρο, για τον σχεδιασμό και τον συντονισμό ενεργειών απέναντι στις κυβερνοεπιθέσεις και γενικά τις «απειλές στον κυβερνοχώρο», με έμφαση στην προστασία των κρατικών συστημάτων πληροφοριών και των στρατηγικών υποδομών της χώρας (Ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές κ.ά.).

Φυσικά, ούτε αυτές οι ρυθμίσεις «έπεσαν από τον ουρανό» ή τις «μηχανεύτηκε» η ΝΔ: Εντάσσονται και εξειδικεύουν κατευθύνσεις της ΕΕ. Κομβικές τέτοιες κατευθύνσεις δίνουν οι ευρωπαϊκές Οδηγίες για την κυβερνοασφάλεια (NISI και II), την πρώτη από τις οποίες (Οδηγία 2016/1148) ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τον Ν. 4577/2018.

4.Την ενίσχυση της ΕΥΠ και γενικά του αστικού κράτους υπηρετούν και οι ρυθμίσεις δήθεν «απαγόρευσης» της παραγωγής και εμπορίας κατασκοπευτικών λογισμικών και συσκευών.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, ενώ τα κατασκοπευτικά λογισμικά και συσκευές «απαγορεύεται» να παράγονται και να διακινούνται, η «απαγόρευση» δεν αφορά το ίδιο το κράτος, που μπορεί να τα προμηθεύεται και να τα χρησιμοποιεί. Τελικά, με βάση και τις κατευθύνσεις της ΕΕ, τα μέσα αυτά όχι απλά δεν απαγορεύονται, αλλά με τον πλέον επίσημο τρόπο νομιμοποιούνται στα χέρια των κρατικών αρχών και μυστικών υπηρεσιών. Μένει ανοιχτή η «πίσω πόρτα» για τις ιδιωτικές εταιρείες, να παράγουν και να χορηγούν κατασκοπευτικά μέσα στο κράτος με συμβάσεις ανάθεσης – προμηθειών.

Επιπλέον, ενισχύεται ο έλεγχος του κράτους στην «αγορά» αυτών των μέσων, αφού το ποια είναι «απαγορευμένα» θα το καθορίζει η ΕΥΠ. Ετσι δίνεται η δυνατότητα στο κράτος να ανοιγοκλείνει τις «πόρτες» διακίνησης λογισμικών και συσκευών, να υψώνει «τείχος» απέναντι σε ανταγωνιστικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κράτη, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, που συνδέονται με την παραγωγή και χρήση τους.

5.Ο ορισμός της «εθνικής ασφάλειας» στο νομοσχέδιο αποκαλύπτει την αλήθεια: Η ασφάλεια του κεφαλαίου και του κράτους του, από τη φύση της στοχεύει στον «εχθρό λαό».

Στο νομοσχέδιο ορίζονται ως «λόγοι εθνικής ασφάλειας», που νομιμοποιούν τις παρακολουθήσεις: «Οι λόγοι που συνάπτονται με την προστασία των βασικών λειτουργιών του κράτους και των θεμελιωδών συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου και περιλαμβάνουν την πρόληψη και την καταστολή δραστηριοτήτων ικανών να επιφέρουν πλήγμα στις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές δομές της χώρας όπως, ιδίως, λόγοι σχετικοί με την εθνική άμυνα, την εξωτερική πολιτική, την ενεργειακή ασφάλεια, την κυβερνοασφάλεια και την προστασία από άλλες υβριδικές απειλές, την προστασία του νομίσματος και της εθνικής οικονομίας, την προστασία από ανθρωπιστική κρίση, τη δημόσια υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος».

Ο νόμος που ισχύει μέχρι σήμερα για τις άρσεις απορρήτου δεν όριζε αυστηρά την «εθνική ασφάλεια». Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, διά στόματος αρχηγού του στη συζήτηση στη Βουλή για τις υποκλοπές, είχε θέσει επιτακτικά την ανάγκη η εθνική ασφάλεια να οριστεί με νόμο. Τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλα κόμματα, αναλυτές και «ειδικοί» κατηγορούν την κυβέρνηση ότι ορίζει την εθνική ασφάλεια με πολύ ευρύ και αντισυνταγματικό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η σκιαμαχία περιστρέφεται γύρω από πιθανές επιμέρους εκφράσεις της εθνικής ασφάλειας (π.χ. δημόσια υγεία, δημόσια ασφάλεια). Κουβέντα για την «ταμπακιέρα», για την ουσία, τη βάση του νομοθετικού ορισμού που προτείνει η ΝΔ. Πολύ απλά, γιατί όλα τα αστικά κόμματα ομονοούν και ορκίζονται στην «προστασία των βασικών λειτουργιών» του αστικού κράτους, στις «συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές δομές», τις βάσεις της βάρβαρης καπιταλιστικής εξουσίας.

Η «εθνική ασφάλεια» του κεφαλαίου είναι μία και έχει αντιδραστικό, εχθρικό για τον λαό και τη νεολαία πρόσημο. Αφορά τα γενικά, στρατηγικά συμφέροντα της αστικής τάξης στον σφοδρό διεθνή ανταγωνισμό, οδηγώντας σε εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, λυκοφιλίες με γεράκια του πολέμου, παζάρεμα κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, κινδύνους και θυσίες για τον λαό μας και τους άλλους λαούς. Για τα ίδια, γενικά συμφέροντα της αστικής τάξης, η «εθνική ασφάλεια» ήταν και παραμένει αιχμή του δόρατος ενάντια στον βασικό εχθρό του κεφαλαίου, την εργατική τάξη, το κόμμα της, το λαϊκό κίνημα.

Η «εθνική ασφάλεια» δεν έχει φιλολαϊκές εκδοχές. Ακόμα και αν οριστεί διαφορετικά, θα παραμένει πάντα, σκόπιμα, πολύ γενική και ευρεία, ώστε να «χωρά» τη δράση που αμφισβητεί το σύστημα.

Δεν θα περάσει!

Τόσο η προσπάθεια της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τις εξελίξεις και τα «σκάνδαλα» για να προωθήσει τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου, όσο και η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ να αθωώσουν τον πραγματικό ένοχο των παρακολουθήσεων, του φακελώματος και της καταστολής, δεν θα περάσουν. Ο λαός έχει γνώση και πείρα, μπορεί να βγάλει συμπεράσματα πως ο βούρκος του συστήματος δεν μπορεί να πλαισιωθεί με ρυθμίσεις δήθεν προστασίας των λαϊκών δικαιωμάτων. Εχει γνώση και πείρα να αχρηστεύει τα αντιδραστικά σχέδια και τα μέτρα που προσπαθούν να περάσουν σε βάρος του.

Αυτό το νομοσχέδιο, μαζί με όλο το πλέγμα των αντιδραστικών νόμων που διευρύνουν τις παρακολουθήσεις και μάλιστα μαζικά και προληπτικά, με τις «ευλογίες» της ΕΕ, πρέπει να καταργηθεί, να ανατραπεί. Οι δυνάμεις του ΚΚΕ πρωταγωνιστούν στην οργάνωση της πάλης ενάντια στην πολιτική που συνθλίβει τα στοιχειώδη λαϊκά δικαιώματα για να θωρακίσει την εξουσία του κεφαλαίου και αγώνες σ’ αυτήν την κατεύθυνση πρέπει και μπορούν να κλιμακωθούν το επόμενο διάστημα.

Της Στέλας ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ*
* Η Στέλα Παπαοικονόμου είναι μέλος του Τμήματος Δικαιοσύνης και Λαϊκών Ελευθεριών της ΚΕ του ΚΚΕ
    

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...