Ο Γ.Μαρίνος, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό

Φώτο αρχείου / Sea Guardian – Συνεκπαίδευση με πλοία του Ισραηλινού Πολεμικού Ναυτικού (Πηγή: ΝΑΤΟ)

Του Γιώργου ΜΑΡΙΝΟΥ, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των μονοπωλίων, των καπιταλιστικών κρατών και των συμμαχιών τους (ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί) είναι χαρακτηριστικό στοιχείο του εκμεταλλευτικού συστήματος, εκφράζονται σε οικονομικό, πολιτικό, διπλωματικό πεδίο, με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, αποτελούν αιτία των ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 21ο Συνέδριο αναλύεται το πλέγμα των ανταγωνισμών, η επίδρασή τους σε όλη την υδρόγειο, στην περιοχή μας. Διακρίνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΠΑ – Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, ΗΠΑ – ΕΕ – Ρωσίας, αλλά και μέσα στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, των ενεργειακών αγωγών, τον έλεγχο των αγορών, νέα τεχνολογικά, ψηφιακά συστήματα κ.ά.

Η αστική ανάλυση συσκοτίζει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αναμετρήσεις και ερμηνεύει επιλεκτικά τις εξελίξεις, τη «μεγάλη εικόνα». Με τη μέθοδο αυτή επιχειρεί το μπλοκάρισμα της λαϊκής σκέψης στην επιφάνεια των γεγονότων, για να αποκρυφτούν η σαπίλα του καπιταλιστικού συστήματος, ο ρόλος των αστικών τάξεων. Συγκεντρώνει την προσοχή της σε κάποιες πολιτικές ηγεσίες και παρουσιάζει τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ ως παράγοντες προστασίας της ειρήνης και της ασφάλειας. Πρόκειται για συνειδητή εξαπάτηση του λαού που απαιτεί διαρκή αποκάλυψη, αντιμετώπιση, με πρωταγωνιστές τους κομμουνιστές.

Η Ελλάδα και η Τουρκία στο ευρωατλαντικό μπλοκ

Η Ελλάδα και η Τουρκία, με επιλογή των αστικών τάξεων και των κυβερνήσεων των δύο κρατών, είναι ΝΑΤΟικές δυνάμεις, έχουν στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, παρά τις κατά διαστήματα διαφοροποιήσεις (κυρίως της Τουρκίας), που δεν αμφισβητούν τη βασική κατεύθυνση.

Η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ και η Τουρκία διατηρεί ισχυρές πολιτικοοικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις με την ευρωενωσιακή συμμαχία και, παρά τις αντιθέσεις, προωθούνται διαδικασίες για την αναμόρφωση της «Τελωνειακής Ενωσης».

Στη βάση αυτή υπάρχουν βασικά ζητήματα για τα οποία ο λαός πρέπει να προβληματιστεί, να ανακαλέσει στη μνήμη του τις κρίσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων τις δεκαετίες του ’70, του ’80, την κρίση των Ιμίων, το 1996, να σκεφτεί τις εξελίξεις της τελευταίας περιόδου.

Μέσα σ’ αυτήν την πορεία αποδεικνύεται πως στο πλαίσιο της αμερικανοΝΑΤΟικής και γενικότερα της ευρωατλαντικής συμμαχίας όχι μόνο δεν αποσοβήθηκαν κρίσεις και εντάσεις αλλά τροφοδοτήθηκε ο ανταγωνισμός της ελληνικής και της τουρκικής αστικής τάξης για τη γεωστρατηγική τους αναβάθμιση, ενισχύθηκαν οι διεκδικήσεις της τουρκικής πλευράς σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Πρόσφατα, την περίοδο Ιούλη – Νοέμβρη του 2020, με την έξοδο του ερευνητικού πλοίου «Ορούτς Ρέις» στην Ανατ. Μεσόγειο, τις παραβιάσεις περιοχών που εντάσσονται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και την προσέγγιση πλησίον των χωρικών υδάτων του Καστελόριζου, τρεις φορές διαμορφώθηκε κατάσταση θερμού επεισοδίου.

Οι αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτά τα γεγονότα παραμένουν, και προειδοποιούν, για νέες εντάσεις. Τα ερωτήματα είναι εύλογα. Τι ρόλο έπαιξαν και παίζουν οι Ευρωατλαντικοί σύμμαχοι των αστικών κομμάτων σ’ αυτές τις εξελίξεις; Αυτό απαιτεί (συνεχή) υπενθύμιση και συζήτηση με τους εργαζόμενους και τη νεολαία, αποδόμηση των αστικών επιχειρημάτων.

Η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ και ζήτησε τη συνδρομή τους για την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας, νομιμοποιώντας το ρόλο τους ως «διεθνών χωροφυλάκων».

Ομως, οι σύμμαχοι της κυβέρνησης «αγρόν ηγόρασαν» και στη διαδικασία αυτή βγήκαν στην επιφάνεια νέα στοιχεία που τεκμηριώνουν τους στρατηγικούς δεσμούς της ΕΕ με την Τουρκία, τις προωθημένες οικονομικές – στρατιωτικές σχέσεις της γειτονικής χώρας με τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία. Διασυνδέσεις τραπεζών, παραγγελίες υποβρυχίων, αεροπλανοφόρου, σύγχρονων οπλικών συστημάτων που αγοράζει η τουρκική κυβέρνηση από την ευρωενωσιακή αγορά.

Η κατάσταση αυτή επέδρασε καταλυτικά στο περιεχόμενο των διαβουλεύσεων και των αποφάσεων των Συνόδων Κορυφής της ΕΕ, τον Οκτώβρη και το Δεκέμβρη, οι οποίες από παραπομπή σε παραπομπή, και με ψιλο-παρατηρήσεις για τις παραβιάσεις της κυβέρνησης Ερντογάν, κατέληξαν στη διαμόρφωση έκθεσης για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις που θα συζητηθεί το Μάρτη. Το κυβερνητικό κάλεσμα στη Γερμανία και τα άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ να επιβληθεί εμπάργκο στην πώληση όπλων έπεσε στο κενό.

Μπορεί η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης να δήλωσαν ικανοποίηση, αλλά αυτή είναι προσχηματική και δεν μπορεί να κρύψει ότι η ΕΕ, ως διακρατική ιμπεριαλιστική ένωση, αντιμετωπίζει τα Ελληνοτουρκικά με κριτήριο τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, ως μέρος της γενικότερης γεωστρατηγικής σκακιέρας.

Το ίδιο ισχύει για τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ, που από κοινού με τη ΝΔ επιχείρησαν να καλλιεργήσουν ψεύτικες ελπίδες πως επειδή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εμπλέκεται η ΕΕ αυτές έχουν γίνει «ευρωτουρκικές» και, συνεπώς, διαμορφώνονται καλύτεροι όροι για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Οι κήρυκες του ευρωατλαντισμού διαψεύστηκαν για άλλη μια φορά.

Η εξέταση των συζητήσεων στην ΕΕ και των σχετικών αποφάσεων δείχνει πως το επιτελείο της ΕΕ (και) σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ προωθούν μεθοδικά όχι απλά έναν ελληνοτουρκικό διάλογο αλλά στοχευμένες διαπραγματεύσεις για συμβιβασμό, που περιέχει τη διαμόρφωση όρων για τη συνεκμετάλλευση – συνδιαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πηγών στο Αιγαίο και την Ανατ. Μεσόγειο και την παραπέρα ενίσχυση των ΝΑΤΟικών σχεδίων.

Αυτό υπηρέτησαν τόσο η συνάντηση Γερμανίας – Τουρκίας – Ελλάδας (γερμανική πρωτοβουλία στο Βερολίνο), τον Ιούλη του 2020, που το περιεχόμενό της κρατιέται απόρρητο, όσο και οι διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ για τη συγκρότηση, όπως ανακοινώθηκε, «μηχανισμού αποκλιμάκωσης» που γεννά πολλά ερωτήματα.

Τι έχει τεθεί από την ελληνική και την τουρκική πλευρά; Τι έχει συμφωνηθεί; Αναγνωρίζονται σύνορα; Συζητήθηκαν απαγορεύσεις στα σχέδια πτήσεων ελληνικών αεροσκαφών που απογειώνονται για αναχαίτιση σε περίπτωση παραβιάσεων; Ισχύει η διχοτόμηση του Αιγαίου στον 25ο Μεσημβρινό; Αυτά καλείται να τα απαντήσει η κυβέρνηση, το υπουργείο Αμυνας.

Αυτές οι παράλληλες κινήσεις καθορίζονται από στόχους που αφορούν τη διαφύλαξη της ΝΑΤΟικής συμμαχίας και τη συμμετοχή της Τουρκίας και της Ελλάδας στην υλοποίηση του επικίνδυνου σχεδίου ΝΑΤΟ-2030 («Παγκόσμιο ΝΑΤΟ»), που προβλέπει παραπέρα επέκταση των επεμβάσεών του σε όλη την υδρόγειο και τη λήψη πιο στοχευμένων μέτρων για την αναχαίτιση της διείσδυσης της Κίνας, της Ρωσίας και της επίδρασης του Ιράν στην περιοχή, με τη χρησιμοποίηση πιο σύγχρονων οπλικών συστημάτων, πυρηνικών όπλων.

Ο ευρωατλαντισμός θα δώσει μάχη για τη διατήρηση της Τουρκίας στο «δυτικό στρατόπεδο», θα προσφέρει κατά το δυνατόν περισσότερα ανταλλάγματα για να εμποδίσει τις ρωσο-τουρκικές σχέσεις και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα είναι ένας καλός «μεζές». Το μενού είναι πλούσιο και ήδη γίνονται προτάσεις (διά μέσου του Ισραήλ) για τη συμμετοχή της Τουρκίας στο «ενεργειακό φόρουμ της Ανατ. Μεσογείου», το οποίο ελέγχεται από τις ΗΠΑ και στο οποίο συμμετέχει η Ελλάδα.

Οι επιλογές αυτές βαραίνουν και δεν αλλάζουν από τις κυρώσεις που επέβαλαν οι ΗΠΑ σε στελέχη της αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας για την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος «S-400». Μετράει αυτό που είπε τις προάλλες ο κ. Σάλιβαν (σύμβουλος ασφαλείας του Μπάιντεν), ο οποίος ανέφερε ότι η αμερικανική κυβέρνηση «επιθυμεί να οικοδομήσει εποικοδομητικούς δεσμούς μεταξύ ΗΠΑ – Τουρκίας και ενίσχυση της διατλαντικής ασφάλειας μέσω του ΝΑΤΟ».

Δηλαδή, το «παζάρι» συνεχίζεται με κριτήριο την ενίσχυση της αμερικανικής παρέμβασης στην περιοχή. Η Τουρκία αντιμετωπίζεται ως χρήσιμο γεωστρατηγικό εργαλείο, ωστόσο κι αυτή κάνει τα δικά της ανοίγματα στις ΗΠΑ και την ΕΕ, τα οποία δείχνουν προσαρμογές της αστικής τάξης (και όχι μόνο του Ερντογάν) μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό της χώρας και στο διεθνή περίγυρο.

Οι διερευνητικές συνομιλίες

Σε αυτό το σκηνικό τη δική τους θέση κατέχουν οι ελληνοτουρκικές διερευνητικές συνομιλίες που ξεκίνησαν στις 25 Γενάρη στην Κωνσταντινούπολη (61ος γύρος), μετά τη διακοπή τους το 2016, και θα συνεχιστούν στην Αθήνα.

Οι προθέσεις της τουρκικής πλευράς είναι φανερές. Διαπραγματεύσεις για τη νομιμοποίηση και προώθηση των διεκδικήσεων που επαναλαμβάνονται για πολλά χρόνια και εμπλουτίζονται με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις που «εθελοτυφλούν» θα εκτίθενται διαρκώς. Η σημασία της αποτύπωσης της πραγματικής κατάστασης είναι μεγάλη γιατί έτσι μπορείς να προβλέψεις την πορεία του ανταγωνισμού, τις κινήσεις των αστικών τάξεων και να προετοιμαστεί ο λαός να παρέμβει.

Τα γεγονότα μαρτυρούν πως πρόκειται για αμφισβήτηση της κυριαρχίας ελληνικών νησιών, κατάργηση των δικαιωμάτων τους στις θαλάσσιες ζώνες, αποστρατικοποίηση των νησιών, αναγνώριση τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη (και όχι μουσουλμανικής), όπως προβλέπει η Συνθήκη της Λοζάνης που έχει καθορίσει τα σύνορα και η Τουρκία ζητάει την αναθεώρησή της.

Μπορούμε να πούμε πως οι προθέσεις έχουν διερευνηθεί κατά τη διάρκεια των 60 γύρων των σχετικών συνομιλιών (από το 2002) και συνεπώς είναι βάσιμη η εκδοχή ότι τώρα γίνεται διερεύνηση των δυνατοτήτων, του χαρακτήρα, των όρων και του μεγέθους ενός «μεγάλου συμβιβασμού» που εναρμονίζεται με τις επιδιώξεις του ευρωατλαντικού παράγοντα, ο οποίος παρεμβαίνει, δίνει τον τόνο, για γενικότερες διευθετήσεις στην περιοχή, με τη δική του σφραγίδα.

Η κυβέρνηση συνεχίζει να οχυρώνεται στη θέση περί συζήτησης (μόνο) για την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας και, στην περίπτωση διαφωνίας, σε παραπομπή της διαφοράς στο Δικαστήριο της Χάγης.

Ομως, χρειάζεται να υπολογιστεί ότι σε προηγούμενες διερευνητικές συνομιλίες δεν συζητήθηκε μόνο το ζήτημα των οικονομικών θαλάσσιων ζωνών αλλά και το ζήτημα των ορίων της αιγιαλίτιδας ζώνης, των χωρικών υδάτων (κυριαρχίας) και τέθηκε από την ελληνική πλευρά η θέση για «κλιμακωτή» οριοθέτηση, με μειωμένα δικαιώματα των νησιών, όπως αυτά προβλέπονται από τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Σήμερα προετοιμάζεται ο 62ος γύρος των διερευνητικών συνομιλιών και δεν μπορεί να προβλεφτεί η πορεία τους. Συνυπάρχει το ενδεχόμενο του συμβιβασμού, με νέες εντάσεις σε περίπτωση μη συμφωνίας. Γι’ αυτό μιλάμε για «φαύλο κύκλο» που έχει τη σφραγίδα της πολιτικής όλων των κυβερνήσεων και των συμμαχιών τους.

Οι παρεμβάσεις που θέτουν το ψεύτικο δίλημμα «διάλογος ή πόλεμος» είναι σκόπιμες, προετοιμάζουν το έδαφος για απαράδεκτες παραχωρήσεις και παίζουν με τη φωτιά, γιατί ένας συμβιβασμός σε ζητήματα που αφορούν κυριαρχία (σύνορα) και κυριαρχικά δικαιώματα, θα ανοίξει ακόμα μεγαλύτερες πληγές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θα διαμορφώσει όρους νέων εντάσεων και «θερμών επεισοδίων».

Φαίνεται πως τμήματα της αστικής τάξης καταθέτουν ενστάσεις για τους κυβερνητικούς χειρισμούς, εκδηλώνονται τόσο εθνικιστικές όσο και κοσμοπολίτικες θέσεις. Οι αντιθέσεις αυτές εκφράζονται μέσα στα αστικά κόμματα.

Δεν είναι μόνο ο Αντ. Σαμαράς, ή στελέχη που αξιοποιήθηκαν στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Είναι επίσης πυρήνας που κινείται γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό Κ. Σημίτη, δυνάμεις σε όλα τα κόμματα του κεφαλαίου, φορείς της κοσμοπολίτικης αντίληψης, που ενοχοποιεί τα δικαιώματα των νησιών, υποβαθμίζει το ρόλο του Καστελόριζου και εξωραΐζει την προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης, στο όνομα του «ρεαλισμού».

Η προσπάθεια που καταβάλλεται δεν μπορεί να διαγράψει ότι το Δικαστήριο της Χάγης δεν είναι «ανεξάρτητο» από ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, οι αποφάσεις του σε πολλές περιπτώσεις είναι αντικρουόμενες και είναι εξωπραγματική η προσέγγιση περί «δίκαιου κριτή».

Οι υποστηρικτές της προσφυγής στη Χάγη δεν μπορούν να δώσουν σαφείς και πειστικές απαντήσεις για το τι θα καταγράφεται σε τυχόν ελληνοτουρκικό συνυποσχετικό. Με ποια αιγιαλίτιδα ζώνη; Με τι εργαλεία θα γίνει η οριοθέτηση; Με μέση γραμμή, μέση απόσταση μεταξύ των δύο κρατών, ή την ευθυδικία και την αναλογικότητα που χωρούν πολλές ερμηνείες; Είναι ή όχι ανοιχτό το ενδεχόμενο να ληφθεί απόφαση που θα θίγει κυριαρχικά δικαιώματα; Υπάρχουν ή όχι κίνδυνοι τροφοδότησης μεγάλων εντάσεων; Το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό και ο λαός δεν μπορεί να αποδεχθεί τέτοιες «λύσεις», να δεχθεί «γουρούνι στο σακί».

Ο δρόμος «του συμβιβασμού χωρίς αρχές» έχει στρωθεί από αρκετά χρόνια πριν, εν μέσω παλινωδιών και αντιθέσεων στην εφαρμογή των σχετικών συμφωνιών. Σε αυτήν τη γραμμή κινούνται οι συμφωνίες της Μαδρίτης (1997) και του Ελσίνκι (1999) που υπέγραψε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Κ. Σημίτη, στο πλαίσιο των σχετικών ευρωενωσιακών και ΝΑΤΟικών συνόδων, αναγνωρίζοντας ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, με αποδοχή διαφορών πέραν αυτών της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

Μια προσεκτική επίσης εξέταση της γραμμής που ακολούθησε η κυβέρνηση της ΝΔ την προηγούμενη περίοδο δείχνει την προετοιμασία του εδάφους. Στη Συμφωνία Ελλάδας – Ιταλίας χαράχτηκε γραμμή οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών με μειωμένη επήρεια των Διαπόντιων νησιών και των Στροφάδων. Στη Συμφωνία με την Αίγυπτο η κυβέρνηση αποδέχθηκε αδικαιολόγητα ανισότιμη οριοθέτηση, μειωμένη επήρεια της Κρήτης, γραμμή που χωρίζει στη μέση τη Ρόδο και πετάει έξω το Καστελόριζο, αφήνοντας χώρο για μελλοντικές επώδυνες λύσεις.

Ο χαρακτήρας των αστικών συμμαχιών

Ολα τα γεγονότα μαρτυρούν πως κοινός παρονομαστής της πολιτικής των αστικών κομμάτων, και ομάδων, είναι η γεωστρατηγική αναβάθμιση των συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης και των επιθετικών της σχεδίων μέσα από τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, στην ΕΕ και τις στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Αυτή είναι η βάση που τεκμηριώνει τη στρατηγική σύμπλευση ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ και των άλλων κομμάτων και ομάδων και ο λαός πρέπει σε όλους αυτούς να δώσει τη δική του απάντηση.

Η κυβέρνηση, με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ, επενδύει σε παλιές και νέες (αλληλοδιαπλεκόμενες) συμμαχίες στο όνομα της αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής, αλλά στην πράξη με ευρύτερους στόχους, που εναρμονίζονται με τα οικονομικά και άλλα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης, της πλουτοκρατίας, ενισχύοντας την πολιτική της εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.

Αυτό αφορούν οι συμμαχίες:

– Με την κατοχική δύναμη του Ισραήλ που «πατάει στο λαιμό» τον Παλαιστινιακό λαό και εμφανίζεται ως «πρωτοπαλίκαρο», με τις πλάτες των Αμερικανών, στην ευρύτερη περιοχή, βομβαρδίζοντας τη Συρία, επεμβαίνοντας στον Λίβανο, απειλώντας το Ιράν και όποιο κράτος θεωρεί αντίπαλο.

– Με την Αίγυπτο, η οποία μαζί με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παρεμβαίνουν και θα συνεχίσουν να παρεμβαίνουν στη Λιβύη, όπως και η Τουρκία, και μετά τη συμφωνία για τη «μεταβατική κυβέρνηση» στη χώρα αυτή, προϊόν ενδοϊμπεριαλιστικών συναλλαγών.

– Με τη Σαουδική Αραβία (και την αποστολή πυραύλων «Πάτριοτ») για τη στήριξη των στρατιωτικών σχεδίων της χώρας αυτής που πρωταγωνιστεί στον πόλεμο στην Υεμένη.

– Με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με τα οποία υπογράφτηκε ακόμα και συμφωνία «αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής».

Συμπερασματικά, όλες αυτές οι συμφωνίες βάζουν το λαό μας σε μεγάλες περιπέτειες, ρίχνουν τη χώρα στη φωτιά ενός πολέμου στον Περσικό Κόλπο ενάντια στο Ιράν, ενώ η συμφωνία με τη Γαλλία περιέχει τον όρο της αποστολής ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Μάλι της Αφρικής.

Υπάρχει ακόμα ένα θέμα που εκθέτει την κυβέρνηση για τις επιλογές της. Οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες στηρίζονται σε οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα. Οι άξονες και αντιάξονες αλλάζουν και ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη αμερικανοΝΑΤΟική πρωτοβουλία για αποκατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου στο πλαίσιο γενικότερου σχεδιασμού ενάντια στην Κίνα, στη Ρωσία και το Ιράν.

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός πάει παραπέρα, προετοιμάζει την ανανέωση, ισχυροποίηση και επέκταση της Ελληνοαμερικανικής Συμφωνίας για τις στρατιωτικές βάσεις, που ετοίμασε ο ΣΥΡΙΖΑ με την κυβέρνηση Τραμπ και υπέγραψε η ΝΔ. Τώρα είναι σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Μπάιντεν για 5ετή ισχύ της συμφωνίας, ενίσχυση των βάσεων σε Σούδα, Λάρισα, Στεφανοβίκειο, Αλεξανδρούπολη και νέες αμερικανικές βάσεις, σε περισσότερες από 20 περιοχές της χώρας, και μεταξύ αυτών στη Σκύρο και την Κάρπαθο. Με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων η Ελλάδα μετατρέπεται σε ορμητήριο του αμερικανοΝΑΤΟικού ιμπεριαλισμού, σε πεδίο βολής, με μεγάλους κινδύνους για το λαό.

Οι εξελίξεις στο Κυπριακό

Οι εξελίξεις στο Κυπριακό είναι άκρως επικίνδυνες. 46 χρόνια κατοχής δεν μπορούν να διαγραφούν, στο όνομα των νέων συνομιλιών, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι. Ο ελληνικός και ο κυπριακός λαός απαιτείται να σκεφτούν για τις αιτίες αυτής της κατάστασης και να καταλογίσουν ευθύνες, να αντιμετωπίσουν αυστηρά τις αστικές πολιτικές δυνάμεις που προσπαθούν να καλύψουν το γεγονός ότι η ΕΕ είναι συνένοχη για τη συνεχιζόμενη κατοχή κράτους – μέλους της, και να απορρίψουν τον εφησυχασμό που καλλιεργείται με το λεγόμενο «ευρωπαϊκό κεκτημένο».

Στην πορεία της πολύχρονης κατοχής, επιχειρήθηκε η οριστική διχοτόμηση του νησιού, με πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ και την ΕΕ, όπως δείχνει (και) το «σχέδιο Ανάν» που απέρριψε ο κυπριακός λαός το 2004. Η λύση που αναζητείται είναι μέρος των γενικότερων ιμπεριαλιστικών διευθετήσεων στην περιοχή και παίρνει υπόψη της τις ανάγκες των αμερικανικών, ευρωπαϊκών και άλλων ενεργειακών μονοπωλίων για την επίσπευση της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ.

Η 5μερής συνάντηση που προετοιμάζεται στη Νέα Υόρκη και θα καθορίσει αν και πώς θα προχωρήσουν οι νέες διαπραγματεύσεις είναι στο κέντρο πολύμορφων παρεμβάσεων. Ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, η οποία ευθύνεται για «μεγάλες αμαρτίες» στο Κυπριακό, σε πρόσφατη δήλωσή του παρότρυνε όλες τις πλευρές για «ευελιξία και συμβιβασμό».

Τι σημαίνει αυτό; Σε ποια ζητήματα συμβιβασμός; Στο τραπέζι επιχειρείται να τεθεί το θέμα της αποκαλούμενης «κυρίαρχης ισότητας», μεταξύ δύο κρατών, που προτείνει η τουρκική και τουρκοκυπριακή πλευρά.

Η πείρα των προηγούμενων συνομιλιών και τα νέα στοιχεία που έχουν καταγραφεί δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Επιδιώκεται συμβιβασμός για την οριστικοποίηση της διχοτόμησης του νησιού, μέσα από την αναζήτηση της «χρυσής τομής» μεταξύ «Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας», επί της ουσίας συνομοσπονδιακής λύσης «δύο συνιστώντων κρατών», και κάθετης διχοτόμησης (δύο κρατών).

Η θέση για Κύπρο ενιαία, δηλαδή ένα και όχι δύο κράτη, έχει μεγάλη σημασία, αντιστέκεται σε διχοτομικές, συνομοσπονδιακές λύσεις και συνδέεται οργανικά με την πάλη για τερματισμό της κατοχής και των εγγυήσεων, για μια και μόνο κυριαρχία, ιθαγένεια και διεθνή προσωπικότητα, κοινή πατρίδα των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, με σεβασμό των εργατικών, λαϊκών δικαιωμάτων, χωρίς αποκλεισμούς.

Η πάλη του ΚΚΕ

Ολα τα παραπάνω προβλήματα αποτελούν μια σημαντική βάση για την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα, τη νεολαία, υλικό για να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, για το καπιταλιστικό σύστημα, την αστική εξουσία, το ρόλο των αστικών πολιτικών δυνάμεων, και των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, για να δεχθεί πλήγματα η λεγόμενη «εθνική ενότητα» που στοχεύει στον αφοπλισμό του λαού.

Η πείρα έχει αποδείξει την άμεση σχέση της ανάπτυξης της εργατικής, λαϊκής πάλης και της ισχυροποίησης του ΚΚΕ, που συγκρούεται με το εκμεταλλευτικό σύστημα το οποίο γεννάει τους ανταγωνισμούς, τους πολέμους, την προσφυγιά και τις ιμπεριαλιστικές διευθετήσεις.

Το ΚΚΕ δείχνει το δρόμο, παλεύει για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου με κριτήριο τις εργατικές – λαϊκές ανάγκες και την αποδέσμευση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, οικοδομώντας διεθνείς σχέσεις που θα στηρίζονται σε αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με άλλα κράτη και λαούς.

Σε αυτόν τον αγώνα το Κόμμα μας συγκρούεται με την αστική τάξη, τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, την πολιτική που εμπλέκει τη χώρα στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Χειρίζεται με ευθύνη τα σύνθετα ζητήματα που αφορούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, από τη σκοπιά των εργατικών – λαϊκών συμφερόντων.

Στη βάση αυτή το ΚΚΕ αποκάλυψε ότι οι συμφωνίες μεταξύ αστικών κρατών υπηρετούν τα συμφέροντα των αστικών τάξεων και εναρμονίζονται με τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, περιέχουν στοιχεία παραπέρα όξυνσης των ανταγωνισμών, δεν υπηρετούν το λαό μας και τους άλλους λαούς.

Με αυτά τα κριτήρια καταψήφισε στη Βουλή τις συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο, τις συμβάσεις για τα μαχητικά «Ραφάλ», που δεν υπηρετούν την άμυνα της χώρας, και ψήφισε «παρών» στο νομοσχέδιο για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο, συνυπολογίζοντας ότι η επέκταση είναι δικαίωμα κάθε κράτους, σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Το ΚΚΕ δίνει τη μάχη για να ακυρωθεί η Ελληνοαμερικανική Συμφωνία για τις στρατιωτικές βάσεις και να ξηλωθούν, να σταματήσει η συμμετοχή ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε ιμπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό, αναδεικνύει την ανάγκη του σεβασμού των συνόρων και των Συνθηκών που τα έχουν καθιερώσει, καταβάλλει προσπάθειες για την κοινή πάλη των λαών.

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 13-14/2

Δείτε ακόμα...