Η πολιτική κυβερνήσεων-ΕΕ είναι ο ένοχος που λογαριάζει με το κριτήριο του κόστους για το κράτος και του οφέλους για τους επιχειρηματικούς ομίλους τα αναγκαία μέτρα κοινωνικής προστασίας των γυναικών και των παιδιών τους, τόνισε η Σεμίνα Διγενή, βουλευτής του ΚΚΕ, μιλώντας σήμερα σε συνεδρίαση της Επιτροπής της Βουλής για την Ισότητα, τη Νεολαία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με θέμα την «Παρακολούθηση εφαρμογής των συστάσεων της Ομάδας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Βίας εναντίον των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (GREVIO) και της Επιτροπής των Μερών για τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης».
Επικαλούμενη μια σειρά αποκαλυπτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι η βία κατά των γυναικών αντιμετωπίζεται κυνικά από τα κράτη-μέλη της ΕΕ με βάση τη λογική «κόστους-οφέλους» και με κριτήριο την κερδοφορία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, η Σ. Διγενή εξήγησε, πιο συγκεκριμένα, ότι «η χρηματοδότηση και η λειτουργία του δικτύου δομών με τις ευθύνες της σημερινής και όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων εξαρτάται κυρίως από ευρωπαϊκά προγράμματα με ημερομηνία λήξης», με αποτέλεσμα την ανυπαρξία εξειδικευμένων κέντρων και καταφυγίων που θα παρέχουν πραγματική προστασία και ασφάλεια μέσα από δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες και μόνιμο προσωπικό όλων των ειδικοτήτων σε γυναίκες-θύματα βιασμού και σεξουαλικής βίας.
Στηλίτευσε, ακόμα, το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ΕΕ, οι προσλήψεις μόνιμου προσωπικού σε τέτοιες δομές δεν θεωρούνται «επιλέξιμη δαπάνη», κάτι που διαμορφώνει ένα διαχρονικό καθεστώς εργασιακής ομηρίας με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στο δίκτυο δομών. Πρόσθεσε ότι η υποστελέχωση και οι σοβαρές ελλείψεις που υπάρχουν στο δίκτυο δομών αυξάνουν τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά σε μια γυναίκα που προσπαθεί να ξεφύγει από μία βίαιη και παθογόνα διαπροσωπική οικογενειακή σχέση. Ανέφερε, μάλιστα, ότι αν και έχουν τετραπλασιαστεί οι καταγγελίες των γυναικών στην Ελλάδα, τελικά σε όλη τη χώρα λειτουργούν μόλις 44 συμβουλευτικά κέντρα, τα δέκα στην Αττική, και 20 ξενώνες φιλοξενίας, οι τρεις στην Αττική, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κάλυψη ακόμα και στοιχειωδών αναγκών.
Στάθηκε ιδιαίτερα στα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες των εργατικών-λαϊκών οικογενειών κατά την απεύθυνσή τους σε συμβουλευτικά κέντρα. Κατήγγειλε, ειδικότερα πως αντί το κράτος «να εξασφαλίσει το δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή εργασία με αξιοπρεπές εισόδημα, παρουσιάζει ως λύση την ένταξή τους σε ολιγόμηνα και κακοπληρωμένα προγράμματα κατάρτισης που και αυτά καλύπτουν μόνο ένα ποσοστό των άνεργων γυναικών που απευθύνονται στα κέντρα». Κατέκρινε, επίσης, το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή και κρατική χρηματοδότηση κατευθύνεται κυρίως σε ΜΚΟ-ιδιώτες, υποκαθιστώντας την ευθύνη του κράτους για την ανάπτυξη κοινωνικών δομών και υπηρεσιών, ενώ προειδοποίησε πως σε συνθήκες πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας της ΕΕ αναμένεται εκτόξευση των πολεμικών δαπανών με ταυτόχρονους «κόφτες» σε κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες, όπως για την προστασία των κακοποιημένων γυναικών.
Ανέδειξε πως «οι όποιες αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο δεν μπορούν από μόνες του να αντιμετωπίσουν ριζικά το φαινόμενο» της βίας κατά των γυναικών, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Υπογράμμισε ότι επιβεβαιώνονται οι προβληματισμοί που είχε θέσει το ΚΚΕ κατά την επικύρωσή της επί ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με «τον διακηρυκτικό της χαρακτήρα για μια σειρά μέτρα, χωρίς, όμως, καμία εγγύηση για την εφαρμογή τους στην πράξη».
Τέλος, παρουσιάζοντας την πρόταση του ΚΚΕ για την ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών, τόνισε ότι «το ΚΚΕ παλεύει για να εξασφαλιστούν όλες οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις, ώστε κάθε γυναίκα να σταθεί στα πόδια της ανεξάρτητη, με βασική προϋπόθεση το δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή εργασία. Για αυτό είναι ανάγκη να δυναμώσει η σύγκρουση με την πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων, τη γενεσιουργό μορφή βίας, το σύστημα της εκμετάλλευσης και της γυναικείας ανισοτιμίας».



