Συνεχίζεται το παζάρι για S-300 και TOR-M1

Αυτοκινούμενο Αντιπυραυλικό σύστημα πολλαπλού εκτοξευτή S300 στο Κίεβο, Ουκρανία
Φώτο Αρχείου / Αυτοκινούμενο Αντιπυραυλικό σύστημα πολλαπλού εκτοξευτή S300 στο Κίεβο, Ουκρανία

Παραμένει στο προσκήνιο το ζήτημα της αποστολής ελληνόκτητων αντιαεροπορικών συστημάτων στην κυβέρνηση Ζελένσκι στην Ουκρανία, ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για το ΝΑΤΟ, που εδώ και μήνες θέτει ως πρόταγμα «περισσότερη αεράμυνα» για το Κίεβο. Το θέμα βέβαια συναντά διάφορα εμπόδια, ωστόσο από επιμέρους πτυχές της υπόθεσης επιβεβαιώνεται ότι η εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία και συνολικά στα ΝΑΤΟικά σχέδια, όπου η κυβέρνηση είναι χωμένη μέχρι τα μπούνια, έχει μια σειρά συνέπειες, βάζοντας στο στόχαστρο και ταυτόχρονα αποδυναμώνοντας την άμυνα της χώρας.

Συγκεκριμένα, δημοσίευμα της «Καθημερινής» ανέφερε χθες ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία επιταχύνει την «πλήρη απεξάρτηση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από τα οπλικά συστήματα ρωσικής κατασκευής», «καθώς καθίσταται απολύτως σαφές ότι η ρήξη ανάμεσα στη Μόσχα και το ΝΑΤΟ δεν θα δημιουργήσει σύντομα συνθήκες για συντήρησή τους».

Μιλά δε για πρόταση που έφτασε πρόσφατα από την Ουάσιγκτον στην Αθήνα και αφορά την αντικατάσταση όλων των ρωσικών συστημάτων που υπάρχουν στο οπλοστάσιο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από άλλα, ΝΑΤΟικής κατασκευής.

Η πρόταση αφορά κατά κύριο λόγο αντιαεροπορικά συστήματα, όπως οι πύραυλοι S-300 και οι TOR-M1 (αυτοκινούμενο ερπυστριοφόρο αντιαεροπορικό σύστημα μικρού βεληνεκούς, παντός καιρού). Σημειωτέον οι Ουκρανοί, καθότι εξοικειωμένοι με τέτοια συστήματα, τα έχουν ζητήσει ήδη πολλές φορές. Υπήρχε δε πρότασή τους για χορήγηση των συστημάτων αυτών με στόχο τη χρήση εναντίον των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων στο μέτωπο, με αντάλλαγμα τη συντήρησή τους σε ουκρανικά εργοστάσια.

Σύμφωνα με την «Καθημερινή» η πρόταση απορρίφθηκε (άρα συζήτηση έγινε, σε αντίθεση με τις κυβερνητικές «διαψεύσεις»), για λόγους όπως ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διατηρεί τη λεγόμενη «άδεια τελικού χρήστη» («end user license agreement»), γεγονός που σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει τη δυνατότητα να εξαγάγει το συγκεκριμένο βιομηχανικό προϊόν σε τρίτο κράτος χωρίς την άδεια της Μόσχας – κάτι μάλλον αδύνατο στις τρέχουσες συνθήκες… Η πτυχή αυτή επιβεβαιώθηκε από αρμόδιους παράγοντες και στον «Ριζοσπάστη», στον οποίο τόνισαν ότι σε τέτοια όπλα υψηλής αξίας μπαίνουν ειδικές ρήτρες, καθώς οποιαδήποτε μετακίνησή τους εκτός χώρας συνιστά και εξαγωγή τεχνογνωσίας και πατενταρισμένων εφαρμογών, για τις οποίες πρέπει να δώσει έγκριση ο κατασκευαστής.

Οι λόγοι βέβαια για τη φερόμενη άρνηση σχετίζονται και με παράγοντες όπως ότι δεν είναι πλέον καθόλου βέβαιο πως τα ουκρανικά εργοστάσια είναι σε θέση να αναλάβουν τη συντήρηση τέτοιων συστημάτων ενώ η χώρα παραμένει σε εμπόλεμη κατάσταση, όπως παρατηρεί η «Καθημερινή».

Σε κάθε περίπτωση, ο πόλεμος με την Ουκρανία και η διακοπή επαφών με τη Ρωσία έχουν ως συνέπεια προβλήματα στη συντήρηση και στην τεχνική υποστήριξη των εν λόγω ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων. «Σε βάθος χρόνου η ελληνική αεράμυνα θα “κρεμάσει”», εκτιμούν αρμόδιες πηγές που μίλησαν στον «Ριζοσπάστη», δίνοντας έτσι και τη βάση της αμερικανικής «πρότασης», που έρχεται τάχα να σώσει την κατάσταση, ενώ είναι ακριβώς οι ευρωατλαντικοί σχεδιασμοί και η εμπλοκή της χώρας σε αυτούς ο παράγοντας που δημιουργεί το πρόβλημα αυτό στην ελληνική αμυντική παράταξη.

Σύμφωνα με την «Καθημερινή», η αμερικανική πρόταση (για προμήθεια αμερικανοΝΑΤΟικών συστημάτων) αφορά χρηματοδότηση μέσω «εργαλείων» που διαθέτει ήδη το Πεντάγωνο των ΗΠΑ, όπως το FMF (Foreign Military Funding), και θα ανοίξει τον δρόμο απευθείας επαφών μεταξύ των στρατιωτικών των δύο χωρών. Η εφημερίδα αναφέρει ακόμα ότι η σχετική συζήτηση με τους Αμερικανούς θα ξεκινήσει το επόμενο χρονικό διάστημα και θα γίνει με βάση μια σειρά ήδη υφιστάμενες προβλέψεις. «Καταρχάς, ήδη στο τροποποιημένο πρωτόκολλο της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (σ.σ. MDCA – η Συμφωνία για τις Βάσεις), αλλά και στις τροπολογίες που έχουν εγκριθεί από το Κογκρέσο τα προηγούμενα χρόνια, προβλέπονται κάποιες πιστώσεις για τη σταδιακή απόσυρση παρωχημένων ρωσικών οπλικών συστημάτων από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων», σημειώνει.

Στην πράξη, βέβαια, οι πιστώσεις αυτές δεν φτάνουν ούτε για «ζήτω». Σύμφωνα με πληροφορίες, άλλωστε, στο ΓΕΣ έχουν υπολογίσει ότι μόνο για την αντιαεροπορική άμυνα των νησιών χρειάζονται 3 δισ. ευρώ προκειμένου να αντικατασταθούν τα ρωσικά συστήματα με άλλα, δυτικής κατασκευής και προέλευσης.

Επιπλέον, ακόμα κι αν παραχωρηθούν φτηνά ή και δωρεάν τέτοια συστήματα, οι Αμερικανοί ανοίγουν μια δική τους γραμμή για μπίζνες, καθώς η όποια συντήρηση, τεχνική υποστήριξη ή αναβάθμισή τους θα καθίσταται πια (χρυσοφόρα) υπόθεση αμερικανικών επιχειρηματικών ομίλων.

Στο μεταξύ χθες, στο πλαίσιο της συνέχισης της προσαρμογής του ελληνικού αστικού κράτους στις ανάγκες και στα προτάγματα της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης στην Ουκρανία, ξεκίνησε η 2η Συνάντηση Εργασίας Υψηλού Επιπέδου με θέμα «Διαχείριση Διακρατικών Κρίσεων και Διεθνείς Ενοπλες Συγκρούσεις / Ανάλυση – Επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία», η οποία διοργανώνεται από τη Γενική Διεύθυνση Πολιτικής Εθνικής Αμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) του υπουργείου Αμυνας.

Παρευρέθηκαν επίσης υψηλόβαθμα στελέχη του ΥΠΕΞ, του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και υπηρεσιακοί παράγοντες του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Την εισαγωγική τοποθέτηση πραγματοποίησε ο πρέσβης της Ουκρανίας στην Ελλάδα, S. Shutenko, ενώ την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο υφυπουργός Αμυνας Ν. Χαρδαλιάς, ο οποίος τόνισε ότι «απώτερος στόχος» της Συνάντησης «δεν μπορεί παρά να είναι η κεφαλαιοποίηση των εξαγόμενων μέχρι τώρα συμπερασμάτων από τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθόσον μία κρίση δεν τελειώνει μέχρι να αρχίσει η επόμενη». Εξάλλου, ζητώντας βασικά απόλυτη στοίχιση των αρμών της κρατικής μηχανής στο κυρίαρχο ευρωατλαντικό αφήγημα, χαρακτήρισε «αναγκαιότητα» τη «διαμόρφωση ενός κοινού πλαισίου δράσης, μιας κοινής κουλτούρας μεταξύ των στελεχών του κρατικού μηχανισμού», καθώς και την «ανάπτυξη συνεργιών σε διυπουργικό αλλά κυρίως σε διυπηρεσιακό επίπεδο».

Δείτε ακόμα...