Το φαινόμενο BAUHAUS / ΜΕΡΟΣ (1β)

Του Χρήστου Σκαλκώτου*

Το alt.gr σας παρουσιάζει (το Β τμήμα του 1 μέρους) από το αφιέρωμα στο ιστορικό εγχείρημα της Σχολής του Bauhaus που γεννήθηκε 101 χρόνια πριν, στη Βαϊμάρη της Γερμανίας (1919-1933) και διήρκεσε μόλις 14 χρόνια.

Στο δεύτερο μέρος θα γνωρίσουμε τους πρωταγωνιστές και ιδιαίτερα τις Γυναίκες δημιουργούς του Bauhaus, τα παράγωγα του ιστορικού εγχειρήματος και τις διαστάσεις που έλαβε παγκοσμίως το αρχιτεκτονικό-καλλιτεχνικό αυτό κίνημα.

Το τρίτο μέρος θα το αφιερώσουμε στο Χορό και το Θέατρο Μπαουχάους και κλείνοντας, θα γνωρίσουμε την παραγωγή του Δημιουργικού Παιχνιδιού για τα παιδιά.


Όπως αναφέραμε στο (Ι Μέρος του αφιερώματος), οι δυνάμεις του κέντρου και της αριστερής παράταξης, ήταν ένας συνασπισμός σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών, κέντρου και των σπαρτακιστών του κομμουνιστικού κόμματος. Αυτές οι δυνάμεις αντιπροσώπευαν την εργατική τάξη κυρίως, τον κόσμο της εκπαίδευσης, τους διδάσκοντες δηλαδή στις διαφορές βαθμίδες της εκπαίδευσης, των πανεπιστημιακών, των διανοουμένων, των φοιτητών και σπουδαστών και τον κόσμο των Τεχνών γενικότερα. Η άλλη πολιτική πλευρά ήταν αντιπροσώπευση της αριστοκρατίας, αριστοκρατίας συντηρητικών καταβολών και των αστών. Θυμάστε πως πριν την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στη Γερμανία υπήρχαν οι κατά τόπους δυναστείες, ο βασιλιάς της Πρωσίας, ο βασιλιάς της Βαυαρίας, τα δουκάτα της Θουριγγίας, της Σαξονίας κλπ. Τα δε ανώτερα και ανώτατα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, όπως και το μεγαλύτερο μέρος στο στράτευμα των υψηλόβαθμων στην ιεραρχία, ήταν από την αριστοκρατική τάξη.

Καθώς στο παρελθόν ήταν σχεδόν αδύνατον πολίτες της αστικής τάξης, πόσο μάλλον οι προλετάριοι, να ανέλθουν σε τέτοια αξιώματα, η νεότευκτη Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν φυσικό να μην έχει ζωή εύκολη. Στη συνέχεια θα δούμε τι σημαίνει αυτό, αν και μπορούμε ίσως από τώρα να το φανταστούμε.

Η τάξη της αριστοκρατίας, συντηρητική και της δεξιάς δεν είδε, όπως ήταν φυσικό, ποτέ με καλό μάτι τη νέα κατάσταση που διαμορφωνόταν και οι αντιδράσεις της, ήταν αντίθετες φυσικά στο πνεύμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Και στην κεντροαριστερά όμως τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.

Η δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του συζύγου της, ενεργά μέλη του κόμματος των σπαρτακιστών κομμουνιστών, φέρνει μεγάλες αναταραχές, που καταλήγουν αργότερα σε δραματικές εξελίξεις. Ο λόγος για την πυρκαγιά που ξέσπασε και κατέστρεψε το Ράιχσταντ, για την οποία κατηγορήθηκε ένα μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τα ιστορικά δεδομένα αποδεικνύουν κατόπιν, ότι επρόκειτο για προβοκάτσια και έργο ανερχόμενης ομάδας εθνικοσοσιαλιστών που μετά από λίγο, θα φέρει στην πολιτική σκηνή την άνοδο του Χίτλερ και του ναζισμού.

Το σενάριο που κυριάρχησε σαν παραμύθι και που πέρασε ως αλήθεια στα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας στη Γερμανία, ήταν το σενάριο «του στιλέτου στην πλάτη», δηλαδή η προδοσία. Εδώ θα σταθώ λίγο για να αναφερθώ στην έννοια της λέξης «λαϊκισμός». Το προηγούμενο, είναι το κατεξοχήν παράδειγμα ακραίου λαϊκισμού, εργαλείο στα χέρια των εθνικοσοσιαλιστών, των ναζί δηλαδή, έννοια που λειτούργησε άψογα, με συνέπεια την άνοδο και την κυριαρχία του Χίτλερ στην εξουσία και κατά συνέπεια, αντισημιτισμός, ρατσισμός, θηριωδίες.

Έτσι, από τη στιγμή που η δεξιά παίρνει στα χέρια της την κυβέρνηση της περιφέρειας της Θουριγγίας, η κυβέρνηση του κρατιδίου πετσοκόβει την επιχορήγηση στη σχολή του Βauhaus. Αναγκαστικά πλέον η έδρα μεταφέρεται στο Dessau που διατηρούσε, ακόμα και το 1925, αριστερή κυβέρνηση. Δεν ήταν όμως μόνο το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η σχολή. Άρχισε ο δεξιός αντιπερισπασμός με εγγραφές στη σχολή φασιστοειδών δεξιών προβοκατόρων, στοιχείων με μοναδικό στόχο την προβοκάτσια και την διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της σχολής. Η κυβέρνηση της δεξιάς μη βλέποντας με καλό μάτι και την εγγραφή αλλοδαπών φοιτητών από άλλα κράτη του κόσμου (το Βauhaus γνωρίζουμε ότι ως αρχή του είχε, το άνοιγμα και σε άλλες εθνικότητες και κουλτούρες, ήταν μία κοσμοπολιτική δομή. Είχε φοιτητές από πολλές χώρες της Ευρώπης, την Ιαπωνία και Αμερική).

Μη βλέποντας λοιπόν θετικά αυτή τη διεθνιστική τάση της σχολής, η δεξιά απαγόρευσε την εγγραφή αυτών των σπουδαστών, (φυλετικές διακρίσεις – προοίμιο του αρειανού πνεύματος), η λεγόμενη «εκκόλαψη του αυγού του φιδιού». Η δομή λοιπόν του Βauhaus, ήταν κοσμοπολίτικου χαρακτήρα, όχι μόνο από τους φοιτητές, αλλά και από το ίδιο το σώμα των διδασκόντων σε αυτήν, Καντίνσκι, Ίττεν, Κλεε και άλλοι, δεν ήταν Γερμανοί.

Βλέπουμε λοιπόν, στο πέρασμα από τη Βαϊμάρη στο Ντεσάου, την αρχιτεκτονική του νέου κτιρίου Βauhaus, την καθαρή και γεωμετρική πλέον αρχιτεκτονική. Βλέπουμε τη σκάλα, δεν είναι πλέον η σπειροειδής σκάλα, αλλά η ευθεία γραμμή.

Βλέπουμε την όψη του κτιρίου που συνήθως δημοσιεύεται στα βιβλία και στο διαδίκτυο, αυτό είναι όμως ένα μέρος, στην πραγματικότητα είναι ένα σύμπλεγμα από κτιριακές μονάδες, ένα συγκρότημα κτιρίων.

Με την αλλαγή της έδρας, επέρχεται και η αλλαγή διεύθυνσης στη σχολή. Δεν είναι πλέον ο Βάλτερ Γκρόπιους αλλά ο Χανς Μάγιερ διευθυντής της σχολής. Ο Μάγιερ ήταν ένας οργανωμένος κομμουνιστής.

Κατά την περίοδο της προηγούμενης εμπειρίας στη Βαϊμάρη, ο Γκρόπιους δήλωνε κατ΄ επανάληψη, πώς το moto και το πνεύμα της σχολής ήταν να κατασκευάζει «τέχνη είναι να δομείς – αυτό σημαίνει αρχιτεκτονική», αλλά στην αρχικά δεν υπήρχε στο πρόγραμμα μαθημάτων της σχολής το μάθημα της αρχιτεκτονικής. Υπήρχαν πολλά άλλα μαθήματα, αλλά όχι αρχιτεκτονική.

Στο πέρασμα όμως της σχολής στο Ντεσάου, η αρχιτεκτονική έρχεται να πρωταγωνιστήσει, και βλέπουμε εδώ ένα παράδειγμα. Το κτίριο αυτό, κοντά στο Βερολίνο, κατασκευάστηκε για να στεγάσει την Ανώτερη Σχολή των Συνδικάτων δηλαδή, ένα κτίριο της αριστεράς για τα στελέχη των συνδικάτων. Το κτίριο αυτό υπάρχει ακόμα σήμερα και έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο πολιτισμικής κληρονομιάς. Είχε σχεδιαστεί από τον Χάνς Μάγιερ.

Βλέπουμε λοιπόν αυτό το διάδρομο, ο οποίος φωτίζεται από τζαμαρίες σε όλο το μήκος, από το ισόγειο στον πρώτο όροφο. Μεγάλες τζαμαρίες για να επιτρέπουν λαμπρό – άπλετο φυσικό φως στο εσωτερικό. Θυμάστε το Ράιχστατ, αυτό το μεγαλοπρεπές βαριάς κατασκευής κτήριο, αριστοκρατικής δόμησης με τους τοίχους και μερικά παράθυρα. Εδώ τώρα έχουμε ένα άλλο πνεύμα, που προκρίνει την ιδέα πώς στα κτήρια πρέπει να μπαίνει άπλετο φυσικό φως, που μεταφορικά, προσδίδει στη χρήση του κτιρίου, ανοιχτές διαδικασίες πολιτικής, δηλαδή, άνοιγμα στην κοινωνία, μακριά από κάθε λογής παιχνίδια εξουσίας και πλεκτάνες κατά τη διαχείριση των κοινών από τους πολιτικούς.

Για όποιον έχει επισκεφτεί το Βερολίνο και έκανε μία βόλτα από την περιοχή του Γερμανικού Κοινοβουλίου, θα παρατήρησε πως στο υφιστάμενο κτίριο του 19ου αιώνα στην οροφή, προστέθηκε ο τρούλος από κρύσταλλο. Αυτή η διάφανη δομή γύρω από την οποία οι επισκέπτες μπορούν να περιηγηθούν, όχι μόνο για να θαυμάσουν τη θέα της πρωτεύουσας, το Βερολίνο, αλλά και να μπορούν να παρακολουθούν στο εσωτερικό του κτιρίου, τις εργασίες και τις συνεδριάσεις του γερμανικού κοινοβουλίου. Βέβαια, η ιδέα είναι η ίδια, ανοιχτές διαδικασίες, άσχετα τι στην πραγματικότητα συμβαίνει, και το βλέπουμε σήμερα στην πολιτική που εξασκεί η Γερμανία.

Το ίδιο επίσης έχουμε και με το κτίριο, τη σημερινή έδρα της πρωθυπουργού, και αυτό είναι περιτριγυρισμένο από τεράστιες τζαμαρίες, κρυστάλλινες δομές, άνοιγμα, φως και δυνατότητας της κοινότητας να βλέπει το εσωτερικό των αιθουσών όπου παίρνονται οι αποφάσεις από την ηγεσία.

Στη θεωρία αυτό, στην πραγματικότητα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ας είναι όμως, τουλάχιστον αυτή η είναι ιδέα.

Η αποστολή του Χανς Μάγιερ (Hannes Meyer 1889-1954) δεν είναι εύκολη και αυτό σε όλη τη διάρκεια της διεύθυνσης του στο Μπαουχάους (από το 1925 μέχρι το 1932). Το 1932 ανεβαίνει στην εξουσία του κρατιδίου η δεξιά και έχουμε πάλι τα ίδια φαινόμενα και εκεί όπως στη Βαϊμάρη. Περικοπές στην επιχορήγηση, πολιτικές παρεμβάσεις και εμπλοκή της εξουσίας της δεξιάς στη λειτουργία της σχολής.

Επαναλαμβάνονται εκ νέου τα ίδια και χειρότερα προβλήματα. Η έδρα της σχολής μεταφέρεται πάλι, αυτή τη φορά στο Βερολίνο και αυτό βέβαια μόλις για ένα χρόνο, δηλαδή μέχρι το 1933, έτος της εγκαθίδρυσης στην εξουσία του Χίτλερ και η επικείμενη ναζιστική κυριαρχία και εξουσία. Η έδρα της σχολής στο Βερολίνο δεν υπάρχει σήμερα.

Αυτό που βλέπουμε είναι η μετέπειτα, σύγχρονη έδρα του Μουσείου του Bauhaus με το γενικό αρχείο, ένα κτίριο μεγάλου αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος αλλά είναι μία σύγχρονη κατασκευή.

Διευθυντής σε αυτή τη σύντομη φάση της ζωής του Μπάουχαους στο Βερολίνο, γίνεται ο κύριος αυτός που βλέπουμε ο Mies van der Rohe, ο οποίος στη συνέχεια μεταναστεύει στην Αμερική, είναι ίσως το πιο διάσημο πρόσωπο του Βauhaus, ακριβώς γιατί στις Ηνωμένες Πολιτείες σχεδίασε σειρά αρχιτεκτονικών έργων, δημιουργώντας εκεί ένα δικό του στυλ.

Φυσικά, από το 1933 και μετά, δεν ήταν πλέον δυνατόν να εξελιχθεί στη Γερμανία αυτή η εμπειρία Bauhaus. Στη Γερμανία, αλλά και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, έχουμε την επιστροφή της αρχιτεκτονικής στον 19ο αιώνα, αλλά με στοιχεία που ανταποκρίνονται στο πνεύμα και στην ιδεολογία του ναζισμού και του φασισμού. Έχουμε πολλά παραδείγματα αυτής της τραγικής περιόδου στη Γερμανία του Χίτλερ, στην Ισπανία του Φράνκο, αλλά και στην Ιταλία του Μουσολίνι.

Ας έρθουμε πλέον στην καρδιά του θέματος μας, ποια ήταν η δομή αυτής της σχολής και το οργανόγραμμα της.

Βασικό χαρακτηριστικό της σχολής σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας όλων των σχολών του παρελθόντος, ήταν η στενή σχέση μεταξύ των διδασκόντων του Bauhaus με τους φοιτητές τους. Δουλεύουν μαζί κατά βάση, όπως στην παλιά εποχή του Μεσαίωνα. Θυμόμαστε τις δομές των ομάδων των αδελφοτήτων, κατασκευαστών των γοτθικών καθεδρικών ναών BAUHUTE.

Στο πλάι βλέπουμε αυτή τη δομή προγράμματος σπουδών, προπαιδευτικό στάδιο ενός έτους, για την εισαγωγή στα στοιχεία βάσης για τους φοιτητές. Εδώ να υπογραμμίσω πώς η φιγούρα του καθηγητή, δεν ήταν πλέον η τυπική ακαδημαϊκή φιγούρα του διδάσκοντα από την έδρα, αλλά επανέρχεται ως πρότυπο, ο συνδυασμός του καθηγητή και του μάστορα τεχνίτη-δασκάλου που μαζί συνεργάζονται για τη θεωρητική και πρακτική κατάρτιση των φοιτητών.

Βλέπουμε λοιπόν στο προπαιδευτικό αυτό στάδιο, τη σπουδή στις δομές, στις δομές της φύσης, στην ανάλυση του φωτός, τις μελέτες χρώματος, τις μελέτες σχεδίου και άλλα. Δηλαδή όλα εκείνα τα αναγκαία συστατικά γνώσης που χρειάζονται για την δημιουργία, την καλλιτεχνική δημιουργία. Με λίγα λόγια, τους κανόνες, τους βασικούς κανόνες, τους διαχρονικούς κανόνες των βασικών καλλιτεχνικών σπουδών.

Μετά περνούσαν στα υλικά, στα διάφορα υλικά, στη γνώση και συμπεριφορά αυτών, με πειράματα και εφαρμογές, αλλά και νέες μελέτες. Στο τελικό στάδιο, έμπαιναν πλέον στις κατασκευές, στην εκτέλεση των παραδειγμάτων ως τελική αποτύπωση της ιδέας. Αυτά τα στάδια, για πρώτη φορά στο εκπαιδευτικό σύστημα, έμπαιναν πολύ συχνά σε διαβούλευση, δηλαδή δεν υπήρχε προκατασκευασμένη διδακτική διαδικασία, όλες οι εμπειρίες και οι μέθοδοι διδασκαλίας έμπαιναν σε μία διαλεκτική πλατφόρμα, όχι μόνον μέσα στο σώμα των διδασκόντων αλλά και με τους ίδιους τους φοιτητές. Συχνότατες λοιπόν συζητήσεις σε σχέση με τις μεθόδους διαχείρισης της γνώσης.

Όπως είναι φυσικό, αυτού του είδους οι προσεγγίσεις, δημιούργησαν προβληματισμούς στη συντηρητική μερίδα της κοινωνίας και των αστών της δεξιάς και η καχυποψία τους μεγεθύνονταν, καθώς όταν έπρεπε να επιχορηγήσουν αυτή τη δομή, «…η οποία κάνει πράγματα περίεργα, χρησιμοποιεί μεθόδους όχι ξεκάθαρους και συμβατούς στα πλαίσια του συντηρητικού πλαισίου του αστισμού…», δημιουργούσαν τεράστια προβλήματα. Να σημειωθεί, όπως άλλωστε και σήμερα, την οικονομική ευχέρεια την είχαν στα χέρια τους: η αριστοκρατία, οι αστοί επιχειρηματίες, μικρομεσαίοι βιομήχανοι, έμποροι κλπ. Δεν ήταν λοιπόν μόνο η τάξη της αριστοκρατίας αλλά και η τάξη των αστών, η οποία αποδεικνύονταν χειρότερη ως προς τη συμπεριφορά της απέναντι στη σχολή του Βauhaus.

Βλέπουμε λοιπόν φοιτητές και διδάσκοντες να κάθονται στο πρεβάζι του κτιρίου, προφανώς παρατηρώντας κάτι στη θέαση του τοπίου. Όπως επίσης και μια πολύ γνωστή φωτογραφία από ομάδα καθηγητών της σχολής. Στο πλάι, μια χαρακτηριστική φωτογραφία από μια γιορτή στο Βauhaus. Ήταν πολύ συνηθισμένο να οργανώνονται γιορτές στη σχολή. Προετοίμαζαν τη γιορτή της Άνοιξης, μετά αυτής του Φθινοπώρου, όπως επίσης και τη γιορτή των Χαρταετών και άλλες πολλές.

Οργάνωναν αυτές τις γιορτές με βάση ένα πρόγραμμα που προέβλεπε ενδυμασίες κατάλληλες για κάθε περίπτωση, ετοίμαζαν ταμπλό με λέξεις «κλειδιά» για κάθε θεματική του προγράμματος. Αυτά τα ταμπλό, όπως γνωρίζουμε, θυμίζουν το Θέατρο του Μπρεχτ. Στο θέατρο του Μπρεχτ δεν υπήρχαν σκηνικά. Η σκηνογραφία ελαχιστοποιούνταν σε επίπεδο γραφής λέξεων πάνω σε ταμπλό, δηλαδή έμπαινε κάποιος στη σκηνή που κρατούσε ένα ταμπλό που έγραφε,… «αυτό είναι μία πεδιάδα με ένα ποτάμι» και με βάση το σενάριο, ο ηθοποιός κοίταγε την πεδιάδα ή το ποτάμι ή έπαιρνε ένα βιβλίο από το ταμπλό «βιβλιοθήκη». Δεν ανέτρεχαν σε παραστατικότητα, σε μια ρεαλιστική δηλαδή αποτύπωση από χαρτόνια, ξύλα, χρώματα και ότι άλλο για την κατασκευή σκηνικού. Αυτή η έγγραφη δήλωση «αυτό είναι κουζίνα ή ένα σοκάκι και λοιπά», θα λέγαμε ότι ήταν το ίδιο το Θέατρο του Μπρεχτ, το στυλ, το ρεύμα, αυτό που ονομάζουμε «Νέα Αντικειμενικότητα».

Κληρονόμοι θα λέγαμε του Εξπρεσιονισμού ο Μπρεχτ, όπως και το Βauhaus. Αυτά λοιπόν συν έβαιναν στις περίφημες γιορτές της σχολής, με τη συμμετοχή φοιτητών και καθηγητών. Όπως θα δούμε στο τρίτο μέρος, αυτές οι γιορτές ήταν και το προοίμιο του Θεάτρου Βauhaus του Νέου θεάτρου Μπαουχάους, νέου όχι μόνο ως κτιριακή κατασκευή,… ανοίγω μία παρένθεση εδώ,… το νέο θέατρο δεν είχε μία παραδοσιακή δομή, δηλαδή το πάλκο, τη σκηνή και απέναντι το κοινό, η αίθουσα του κοινού. Το νέο θέατρο είχε τη διαρρύθμιση μιας αρένας, δηλαδή η σκηνή στο κέντρο και γύρω-γύρω τα έδρανα των θεατών. Αυτή η χωρική διάταξη του νέου θεάτρου είχε απόλυτη σχέση με την αμεσότητα, για την απόλυτη έκφραση του σώματος, της μιμητικής και του χορού.

Για τα παραπάνω θα μιλήσουμε εκτενέστερα.

Τώρα,…είπαμε σχετικά με το θέατρο,… και ιδιαίτερα το χορό, ότι η έκφραση της ιδέας, παρουσιαζόταν με την κίνηση, με τις χειρονομίες, με την έκφραση του προσώπου και του σώματος, και βέβαια με τα κοστούμια. Μία νέα αφαιρετική έκθεση της ιδέας, για αυτό μιλάμε για νέα αντικειμενικότητα.

Το Νέο αυτό, έρχεται να ενισχυθεί από την παρουσία και συνεργασία και άλλων πρωταγωνιστών δασκάλων στη σχολή, με την παρουσία του Γιοχάνες Ίττεν. Έχουμε όπως θα δούμε και μία άλλη εκδοχή, που συμβάλλει στο φαινόμενο bauhaus, μία μυστικιστική θεώρηση, με στοιχεία πολιτισμικά της Ανατολής, τόσο στη θεωρία όσο και στις τεχνικές.

Ο Ίττεν ήταν Ελβετός υπήκοος, ξεκίνησε με τη ζωγραφική και στη συνέχεια προσέγγισε το χρώμα και από θεωρητική οπτική, αναπτύσσοντας και εξελίσσοντας μία από τις σπουδαιότερες θεωρίες του χρώματος, που είναι ακόμα και σήμερα ένα βασικό και απαραίτητο σκαλοπάτι γνώσης για όποιον θεωρεί πως εκφράζεται μέσα από τη ζωγραφική. Όπως είπα πριν, είχε μια δική του μυστικιστική προσέγγιση και πνευματικότητα, άνηκε σε ένα κίνημα από την Ανατολή το Μασντασνάν, κάτι σαν γιόγκα θα λέγαμε.

Αυτό το κίνημα είχε αρχικά γεννηθεί στην Αμερική και είχε στοιχεία ανατολικών θεωριών, λίγο γιόγκα, λίγο θεοσοφία, κάτι σαν θρησκευτική σέχτα, ένα μείγμα μυστικισμού. Στις Ηνωμένες πολιτείες είχε πολλούς ακόλουθους και ο ιδρυτής αυτής της σέκτας, ήταν κάποιος Όττο Χάννισκ.

Ο Όττο Χάννισκ ήταν από Γερμανούς γονείς, γεννημένος στις Ηνωμένες πολιτείες. Είχε λοιπόν κάνει τους γύρους του στις διάφορες προτεσταντικές κοινότητες των ΗΠΑ, κυρίως στο Νότο, στις θρησκευτικές κοινότητες των νέγρων, όπου επικρατούσε ο ψαλμός στις λειτουργίες, ο ψαλμός γκόσπελ, με την κίνηση εν είδη χορού των πιστών, στο ρυθμό gospel. Αυτός ο τύπος, είχε επίσης δημιουργήσει γύρω από το όνομά του και μία μυθοπλασία του τύπου, «…πατέρας πρεσβευτής διπλωμάτης και μητέρα πριγκίπισσα από την Περσία και άλλα τέτοια…». Υπάρχουν ακόμα και σήμερα μικρές κοινότητες αυτής της ψευτο θρησκείας στις Ηνωμένες πολιτείες αλλά και στην Ελβετία.

Ο Ίττεν ήταν κάπως επηρεασμένος από αυτή τη σέχτα, και πράγματι, μεταξύ των ασκήσεων που έβαζε στους φοιτητές του, ήταν και διάφορες ασκήσεις γιόγκα, όπως και ασκήσεις πνευματικού συγχρονισμού. Αυτό το πετυχαίναν μέσω ασκήσεων.

Και εδώ βλέπουμε την ομάδα φοιτητών και δασκάλων που εκτελεί ένα είδος άσκησης γιόγκα, αλλά με τραγούδι και συχνά σε ρυθμό με σφύριγμα. Εν ολίγοις, ο Ίττεν θεωρούσε πώς για να μπορέσει να εκφραστεί εικαστικά κάποιος και σε πλήρη αυτοσυγκέντρωση κατά την ώρα της δημιουργίας, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχει και πλήρη έλεγχο του σώματός του, ένα πνευματικό και σωματικό συγχρονισμό και ιδιαίτερα τον συγχρονισμό των χεριών.

Όπως ήταν φυσικό, αυτός ένας επιπλέον λόγος υπόνοιας – υποψίας από την πλευρά των συντηρητικών. Πέραν αυτού, αυτή η ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, ο Johannes Itten, πρόσφερε πάρα πολλά στη σχολή και παραμένει μέχρι και σήμερα ένα σπουδαίο κεφάλαιο στο εικαστικό πεδίο των τεχνών.

Βλέπουμε λοιπόν την ποικιλία προσωπικοτήτων που στελέχωναν την εμπειρία Bauhaus, τις διάφορες θέσεις και απόψεις και αυτό, στη βάση των κανόνων της αρμονίας στη δημιουργία, συνδυάζοντας σκέψη, τεχνική, πνευματικότητα, πέρα από τα κατεστημένα, που κατά βάση επικρατούσαν στην κοινωνία της Θουριγγίας.

Όλο αυτό, είχε φυσικά και τις συχνότατες εναλλαγές στην παρουσία σπουδαστών. Υπήρχαν και αυτοί που δεν συμφωνούσαν με όλα αυτά οπότε, άλλοι έφευγαν και άλλοι έρχονταν. Μία ενδιαφέρουσα κατάσταση εναλλαγής. Υπήρχαν όπως είπαμε, και πάρα πολλοί φοιτητές από άλλες χώρες, με διαφορετικές πολιτισμικές ρίζες και εμπειρίες.

Ας έρθουμε τώρα στη βασική διδασκαλία, στις βασικές αρχές γνώσεων. Βλέπουμε λοιπόν στη συνέχεια μερικές ασκήσεις. Η χρήση του απλού χαρτιού ως υλικό κατασκευών. Το χαρτί έχει την ιδιότητα, λόγω της ποιότητας της Ύλης, να μην είναι σταθερό, λυγίζει, είναι ευαίσθητο και εύκαμπτο ως υλικό.

Οι ασκήσεις στο χάρτη, όχι χαρτόνι, είχαν ως στόχο, την κατανόηση των κατασκευαστικών δομών. Αυτές είχαν την πρόθεση να ενισχύσουν την αντίληψη, σε ότι αφορά τις δομές και αναφορικά και με τα άλλα εργαστήρια εφαρμογών, τα εργαστήρια υλικών, του ξύλου, της λαμαρίνας, της ύφανσης και λοιπά.

Σκοπός: πώς να κυριαρχήσει ο δημιουργός-φοιτητής, πάνω σε ένα τόσο ευαίσθητο υλικό όπως το χαρτί, δημιουργώντας τις συνθήκες δομών, ώστε να καταστεί δυνατή η κατασκευή μιας φόρμας που να στηρίζεται αυτόνομα και με αυτοτέλεια. Αυτή η κυριαρχία στο υλικό και μάλιστα στο πιο ευαίσθητο και λεπτό (χαρτί), μέσα από μελετημένα τσαλακώματα, ήταν ο στόχος. Εάν αυτό επιτυγχάνονταν στο χαρτί, πόσο πιο εύκολα θα μπορούσε να κυριαρχήσει σε σκληρότερα υλικά.

Αυτές οι ίδιες ασκήσεις, θα δούμε με την πάροδο των δεκαετιών, έγιναν ασκήσεις στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, και ιδιαίτερα στο ΜΙΤ, από δασκάλους της σχολής Μπαουχάους που δίδαξαν κατά καιρούς στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κάτι άλλο πολύ σημαντικό επίσης στο οποίο εξασκούνταν οι φοιτητές, ήταν οι συναρμογές. Συνθέσεις διαφορετικών υλικών και ποιοτήτων μεταξύ τους σε κατασκευές ή συναρμογές.

Με τις μεθόδους αυτές οι φοιτητές δοκίμαζαν και πειραματίζονταν στα υλικά και τον τρόπο που θα πετύχαιναν τις συναρμογές. Υλικά διάφορα: ξύλο, γυαλί, μέταλλο, σύρμα, λεπτές λαμαρίνες, όπως επίσης και δέρμα, γούνες, φτερά πουλιών και άλλα πολλά. Αυτές οι ασκήσεις δεν είχαν να κάνουν με έργα-δημιουργίες τέχνης, ήταν πειράματα μέσα από τα οποία οι φοιτητές ανέπτυσσαν δεξιότητες και εμπειρίες συμπεριφοράς υλικών, συνθέσεις μεταξύ ανόμοιων ποιοτήτων και υφών.

Βλέπουμε λοιπόν πόσο σημαντικό ήταν για την εκπαίδευση των φοιτητών, η επαφή τους με την ύλη. Από το πρώτο στάδιο του προκαταρκτικού έτους σπουδών. Βλέπουμε την προσπάθεια στο να σταθεί σε ισορροπία μία κατασκευή από διαφορετικά υλικά, έτσι γινόταν αντιληπτή και η άλλη ιδιότητα των υλικών, το βάρος.

Όλα αυτά, καταλαβαίνουμε πως είχαν μεγάλο ενδιαφέρον για πολλούς από τους φοιτητές. Ήταν όμως και εκείνοι που πίστευαν πως, παρακολουθώντας τα μαθήματα της σχολής, θα μπορούσαν έπειτα να μπουν στη μισθωμένη εργασία ή να ανοίξουν δικά τους εργαστήρια. Όπως καταλαβαίνετε, έμεναν απογοητευμένοι, γιατί δεν ήταν αυτό που οι ίδιοι πίστευαν, ότι δηλαδή, φοιτώντας στο Bauhaus θα μάθαιναν ότι σε μια επαγγελματική σχολή (τύπου ΕΠΑΛ-ΟΑΕΔ). Έτσι, υπήρχε και αντίστοιχος αριθμός φοιτητών που αποχωρούσαν ανικανοποίητοι.

Εδώ θα σταματήσω για να συνεχίσουμε την επόμενη φορά, στο δεύτερο μέρος, βλέποντας όλα αυτά τα στοιχεία στην εφαρμογή τους, πως και εάν απέδωσαν στα χρόνια αυτές οι εμπειρίες και σε ποιο βαθμό χάραξαν καινοτομία στο συλλογικό υποσυνείδητο στις επόμενες δεκαετίες μέχρι και σήμερα.

* Χρήστος Σκαλκώτος – γλύπτης
Επίκουρος Καθηγητής της ΑΣΚΤ Ιωαννίνων

(http://arts.uoi.gr/web/our_team/skalkotos-christos/)

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...