Το Γαλάζιο Τετράδιο

«Το Γαλάζιο Τετράδιο» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα αρκετά διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Με επίκεντρο τον Λένιν, αλλά κυρίως με την ανθρώπινη πλευρά και την καθημερινότητα του μεγάλου στοχαστή, που με τρόπο γλαφυρό μας δίνει ο Εμμανουήλ Καζακέβιτς.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι εμπνευσμένος από ένα τετράδιο με γαλάζιο εξώφυλλο, όπου ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ είχε συγκεντρώσει το υλικό το οποίο επεξεργάστηκε και εξέδωσε σε ολοκληρωμένη μορφή με το έργο του «Κράτος και Επανάσταση. Η διδασκαλία του Μαρξισμού για το Κράτος και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση».

Με αυτό το έργο του ο Λένιν αποτίναζε την οπορτουνιστική σκουριά των αστικών κοινοβουλευτικών αυταπατών που είχαν επικαθίσει στη μαρξιστική θεωρία για το κράτος. Χαρακτηριστική για την έγνοια του Λένιν και τη μεγάλη σημασία που έδινε σ’ αυτές τις σημειώσεις, είναι η εξής επιστολή του προς τον Κάμενεφ τις μέρες του Ιούλη του 1917:

«…αν με ξεκάνουν, σας παρακαλώ να εκδώσετε το τετράδιό μου, Ο μαρξισμός για το κράτος. Σκάλωσε στη Στοκχόλμη. Εχει μπλε εξώφυλλο και είναι δεμένο […] To θεωρώ σπουδαίο γιατί όχι μόνο o Πλεχάνοφ, αλλά και ο Κάουτσκι τα μπέρδεψαν».

Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το απόσπασμα, που λέει:
«ο σκοπός του (γαλάζιου τετραδίου) τότε ήταν να δώσει μια απάντηση στον Μπουχάριν και σε μερικούς ακόμη Ρώσους μαρξιστές, να ξεσκεπάσει τις πλαστογραφίες και τις μικροαστικές πλάνες του Κάουτσκι και κάποιων ακόμη Γερμανών σοσιαλδημοκρατών που είχαν πια παραπαχύνει…».

Στις 7 Ιούλη 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση δημοσίευσε διάταγμα για τη σύλληψη και προσαγωγή του Λένιν σε δίκη. Ο Λένιν με τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας της ΚΕ των μπολσεβίκων πέρασε στην παρανομία και από την Πετρούπολη στις 11 Ιούλη κατέφυγε μεταμφιεσμένος στο Ραζλίφ (ΒΔ του Λένινγκραντ), στις όχθες μιας λίμνης, στην καλύβα ενός μπολσεβίκου εργάτη, του Εμελιάνοφ.

Η πλοκή του έργου, εκτυλίσσεται στο δίμηνο της παραμονής του Λένιν σε αυτό το κρησφύγετο, έως τη μέρα που μεταμ­φιεσμένος, ξυρισμένος, με περούκα, τραγιάσκα και μια πλαστή εργατική ταυτότητα με το επώνυμο Ιβανόφ, ξεκίνησε για τη Φινλανδία, αλλάζοντας την κρυψώνα του για μεγαλύτερη ασφάλεια (αυτή είναι και η ιστορική φωτογραφία του οπισθόφυλλου της ΣΕ).

Η λογοτεχνική αφήγηση είναι βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα και αποτυπώνει ουσιαστικές πλευρές της δράσης του μπολσεβίκικου κόμματος από την περίοδο που ο Λένιν επεξεργάστηκε και έθεσε νέα γραμμή με στόχο την άμεση κατάληψη της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, τις γνωστές «Θέσεις του Απρίλη» του 1917.

Ποιο το ιστορικό φόντο στο οποίο εξελίσσεται το βιβλίο; Η αλλαγή που πραγματοποιήθηκε το Φλεβάρη του 1917 ήταν αλλαγή τάξης που βρισκόταν στην εξουσία. Η εξουσία άλλαξε χέρια. Από τα χέρια των γαιοκτημόνων και των πριγκίπων, με τους οποίους συμβιβαζόταν ως τότε ένα τμήμα της αστικής τάξης, η εξουσία πέρασε στα χέρια της αστικής τάξης. Ο Λένιν χαρακτήρισε την επανάσταση του Φλεβάρη ως αστικοδημοκρατική επανάσταση: η αστική τάξη, αφού η πολιτική δράση των μαζών ανέτρεψε τον τσάρο, διαμόρφωσε κυβέρνηση που αντιστοιχούσε στα συμφέροντά της, συνεπικουρούμενη από τους οπορτουνιστές και τα μικροαστικά κόμματα που τότε πλειοψηφούσαν στα σοβιέτ.

Όλη η περίοδος μετά το Φλεβάρη του 1917 απαιτούσε γερό τιμόνι και προσήλωση στην επαναστατική στρατηγική, αφού μετά το γκρέμισμα του τσάρου ο σχηματισμός της αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης είχε και τη στήριξη των σοβιέτ, τα οποία συγκέντρωναν επαναστατημένες μάζες εργατών και αγροτών, που όπως είπαμε σε αυτά πλειοψηφούσαν εκείνη την περίοδο οι εσέροι και οι μενσεβίκοι.

Αυτές οι δυνάμεις θεωρούσαν ότι η επανάσταση εί­χε ολοκληρωθεί με την ανάδειξη της Προσωρινής Κυβέρνησης. Από αυτή την πολιτική τοποθέτηση δεν κατάφερναν να διαχωριστούν ακόμα και κάποιοι μπολσεβίκοι ηγέτες.

Σε αυτές τις συνθήκες τους εργάτες (όπως γράφει το βιβλίο) τους «είχε συνεπάρει αυτό το κύμα με τις άγνωστες ως τώρα ελευθερίες, έχαναν τον καιρό τους κυνηγώντας σπιούνους ντυμένους πολιτικά, ξημεροβραδιάζονταν στις συγκεντρώσεις και τις συνελεύσεις κι έκαναν εκλογές επί εκλογών […] πριν να έρθει ο Λένιν, ο Εμελιάνοφ και πολλοί ακόμη μπολσεβίκοι σκέφτονταν πάνω-κάτω όπως και εκείνος. Μα δεν είχαν κατασταλάξει, κάποτε δεν ήξεραν καλά-καλά τι λένε κι ούτε τα πίστευαν πολύ όσα έλεγαν. Ηταν ευχαριστημένοι με τη νίκη, πανηγύριζαν, και πρόθυμα πίστευε ο ένας τον άλλον – όσους δηλαδή είχαν κόκκινη κονκάρδα».

Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Λένιν με την επιστροφή του από το εξωτερικό στη Ρωσία έγινε απίστευτα δημοφιλής και ζητωκραυγάστηκε από πολλούς. Μιλάμε ακόμα για το Φλεβάρη του 1917. Ο Λένιν όμως χάραξε τη γραμμή ανατροπής της αστικής κυβέρνησης, χάλασε αυτή τη σχεδόν γιορταστική ατμόσφαιρα ευφορίας. Χαρακτηριστική είναι η φράση του στις «Θέσεις του Απρίλη»: «να ρίξουμε ξίδι και χολή στο γλυκό νεράκι της επαναστατικής λογοκοπίας». Με τις «Θέσεις του Απρίλη» ο Λένιν διαμορφώνει τη στρατηγική του Κόμματος των μπολσεβίκων μέσα στην αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη. Καλεί σε πλήρη διαχωρισμό και ανεξαρτησία του εργατικού επαναστατικού κινήματος από το παλιό οπορτουνιστικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα. Το καθήκον που μπήκε στην ημερήσια διάταξη ήταν αυτό της προετοιμασίας για τη σοσιαλιστική-προλεταριακή επανάσταση. Η ξεκάθαρη πλέον γραμμή των μπολσεβίκων δέχτηκε τη λυσσασμένη επίθεση της αστικής τάξης και των διάφορων οπορτουνιστών.

Τον Ιούλη η Προσωρινή Κυβέρνηση, με τη στήριξη των σοβιέτ, πέρασε στην αντεπίθεση με σκληρά κατασταλτικά μέτρα ενάντια στους μπολσεβίκους και το εργατικό κίνημα. Σε μια πορεία, η αστυνομία έκλεισε τις μπολσεβίκικες εφημερίδες, ξεκινούν διώξεις ενώ εκτο­ξεύτηκε οχετός λάσπης ενάντια στους μπολσεβίκους από αστούς αλλά και οπορτουνιστές που παλιότερα είχαν θητεύσει στο εργατικό κίνημα της Ρωσίας. Ο Λένιν περνάει στην παρανομία και κάπου εδώ ξεκινάει η αφήγηση του βιβλίου μας.

Η πένα του Καζακίεβιτς αποτυπώνει λογοτεχνικά αυτή την αταλάντευτη στάση του Λένιν απέναντι στους οπορτουνιστές, καυτηριάζει τα κούφια λόγια μακριά από το λαό και τον μικροαστισμό που τους διέπει:

«Τους έβλεπε όλους αυτούς τους πρώην ανθρώπους, τα ακαδημαϊκά τους μούσια και τα αναφουφουλιαστά μάγουλά τους, άκουγε τι έλεγαν όλο μίσος και φόβο.
Και τους απαντούσε. Τους ξεσκέπαζε ότι διαστρέφουν τα πράγματα, λένε ψέματα, είναι αστοιχείωτοι, μισούν την επανάσταση, φοβούνται το λαό, περιφρονούν τους Ρώσους εργάτες και την προλεταριακή δημοκρατία και κάνουν τεμενάδες στην ευρωπαϊκή δημοκρατία των αστών με τα γλυκανάλατα εργατικά συνδικάτα και τα δήθεν “μαρξιστικά” καφέ σαντάν
».

Μέσα από δεκάδες περιστατικά στο βιβλίο αποτυπώνεται με γλαφυρότητα ο εξαιρετικά αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων, μόλις τέσσερις μήνες πριν την ένοπλη εξέγερση και κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.

Ο Λένιν στο Ραζλίφ κρυβόταν επίσης μαζί με τον Γκριγκόρι Ζηνόβιεφ, μέλος της ΚΕ του μπολσεβίκικου Κόμματος, με τον οποίο ήρθε σε ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση, αφού ο Ζηνόβιεφ θεωρούσε ότι η επίθεση ενάντια στους μπολσεβίκους απομάκρυνε την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης ως άμεσο καθήκον. Ο Ζηνόβιεφ υποστήριζε τη συμμαχία με τους μενσεβίκους και εσέρους και θεωρούσε άσκοπο ο Λένιν να μελετάει την προετοιμασία της επα­νάστασης, πολύ περισσότερο τη θεωρητική στήριξη του τσακίσματος του αστικού κράτους και την εγκαθίδρυση εργατικού.

Μέσα από τους διαλόγους των Λένιν – Ζηνόβιεφ και την αντιπαράθεσή τους αναδεικνύεται η σημασία της στρατηγικής επεξεργασίας του Λένιν για τη νί­κη της Οχτωβριανής Επανάστασης, η διαχρονική σημασία αυτής της επεξεργασίας και της ανάγκης υποταγής της τακτικής στη στρατηγική. Η σύγκρουση με τον Ζηνόβιεφ και η λογοτεχνική της μεταφορά αναδείχνει την προσπάθεια χάραξης της επαναστατικής στρατηγικής από τον Λένιν κόντρα στον υποχωρητισμό ακόμη και στελεχών των μπολσεβίκων. Ο Ζηνόβιεφ μάλιστα αργότερα, τις κρίσιμες μέρες της ένοπλης εξέγερσης τον Οχτώβρη, εξέφρασε με δημοσίευμα την αντίθεσή του, προδίδοντας ουσιαστικά την επανάσταση…
Σκέφτεται ο Ζηνόβιεφ:
«Μα πώς μπορούσε τώρα, ύστερα από το στραπάτσο του Ιούλη όπου τσακίστηκαν και αφοπλίστηκαν τα τμήματα των επαναστατών, να καταπιαστεί με τα ζητήματα της θεωρίας!… όλα αυτά είναι προσποιητά πράγματα, ο Λένιν παρασταίνει τον αισιόδοξο μπροστά στον Εμελιάνοφ …».
Λέγοντας στην ουσία ότι είναι ώρα για υποχώρηση και συμβιβασμό. Την ίδια ώρα βέβαια ο αστικός πολιτικός κόσμος αναδιοργανώνεται.

Απαντάει γλαφυρά ο Λένιν:
«Άλλο είναι το σπουδαίο τώρα. Οι αστοί αποφασίζουν να οργανωθούν για να μας πολεμήσουν, συγκαλούν εθνική συνέλευση που θα συνέλθει φυσικά στη Μόσχα, στην αρχαία πρωτεύουσα για να σημάνουν και οι σαράντα εκκλησιές με τα καμπαναριά τους
Θα συγκεντρωθούν βέβαια οι μεγάλοι βιομήχανοι και οι καρχαρίες των χρηματιστηρίων και των τραπεζών, τσιφλικάδες, στρατηγοί του τσάρου και οι παπάδες της ορθοδοξίας κι από πίσω θα έρχονται σαν τα κλωσόπουλα οι εσέροι με τους μενσεβίκους…
Η αντεπανάσταση ετοιμάζεται να τα παίξει όλα για όλα
»…
…«σας παρακαλώ να πείτε στην κεντρική επιτροπή να ξεσηκώσουν όλους τους εργάτες στο πόδι, μέχρι γενικής απεργίας».

Παρόλα αυτά ο Ζηνόβιεφ επιμένει ότι δεν είναι τώρα η ώρα, ότι αυτή είναι τυχοδιωκτική λογική!

«– Α,να τι σας απασχολεί! Λέει ο Λένιν.
Θέλετε να τους δώσετε μια ευκαιρία να διορ­θώσουν το λάθος τους, δεν μπορείτε να ξεχάσετε ότι αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστές.
Αλλά αυτό είναι παιδική αφέλεια ή, να το πω αλλιώς, στε­νοκεφαλιά που πάει να μπάσει μια ανερμάτιστη νοοτροπία στα ζητήματα της πολιτικής.
Τα σοβιέτ έγιναν τώρα όργανα της αντεπανάστασης, πώς μπορούμε να λέμε ότι έκαναν κάποιο λάθος; Ενιψαν τας χείρας των και μας παρέδωσαν στην αντεπανάσταση, άφησε που μπήκαν και οι ίδιοι στο βάλτο της αντεπανάστασης
[… ]
Ενα είναι το δίδαγμα που βγάζω εγώ από τα γεγονότα του Ιούλη: να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους οι επαναστάτες προλετάριοι. Τότε θα ξαναφτιάξουμε τα σοβιέτ, μα θα ‘ναι αλλιώ­τικα σοβιέτ εκείνα, όχι σαν ετούτα, που καταπρόδωσαν την επανάσταση, όχι τα παλιά σοβιέτ, μα άλλα ξανανιωμένα και οπλισμένα με τα διδάγμα­τα του αγώνα
.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, με βαθιά πίστη στην εργατική τάξη, με στρατηγική για την κατάκτηση της εξουσίας, διαμορφωμένη σε σύγ­κρουση με τις μικροαστικές και οπορτουνιστικές υποχωρήσεις, το κόμ­μα των μπολσεβίκων με ηγέτη το Λένιν κατάφερε να κερδίσει τις εργα­τικές μάζες και τους φτωχούς αγρότες, τους στρατιώτες, με το μέρος της επαναστατικής εξέγερσης ενάντια στην αστική κυβέρνηση, για την ερ­γατική εξουσία.

Μέσα στο βιβλίο του Καζακίεβιτς κρύβονται όμως και άλλες πλευρές, ιδιαίτερα διδακτικές και διαπαιδαγωγητικές για τον νέο κομμουνιστή. Μία από αυτές είναι το πρότυπο του κομμουνιστή, του πρωτοπόρου αγωνιστή. Σε έναν από τους διαλόγους με τον Ζηνόβιεφ, ο Λένιν δείχνει την αταλάντευτη στάση που πρέπει να κρατάει κάθε κομμουνιστής – επαναστάτης, τη γεμάτη ανιδιοτέλεια, την απόφαση ότι θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία μιας μεγάλης πανανθρώπινης υπόθεσης, την απόφαση για θυσίες. Λέει απέναντι στη διστακτικότητα του Ζηνόβιεφ:
«– Α, να λοιπόν περί τίνος πρόκειται! Φοβάστε τις τολμηρές λύσεις!
Τις παράτολμες λύσεις φοβάμαι… (λέει ο Ζηνόβιεφ)
Φοβάστε αυτό που επιδιώκαμε σ’ όλη μας τη ζωή, ό,τι δεν παύαμε να κηρύχνουμε και να ονειρευόμαστε – την επανάσταση του προλεταριάτου!
Φοβάμαι ένα πρόωρο ξέσπασμα που θα ‘ναι καταδικασμένο να αποτύχει. Και τότε τα χάνουμε όλα.
Όλα δε χάνονται ποτέ. Όλα ίσως να τα χάσουμε εγώ και σεις, ο Ουλιάνοφ, ο Ζηνόβιεφ, η Κρούπσκαγια, η Λίλινα.

Το προλεταριάτο δεν πρόκειται ποτέ να χάσει τα πάντα, σας θυμίζω τη φράση που την ξέρετε καλά – δεν έχει να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες του. Ιδανικές περιστάσεις για να κάνουμε την επανάσταση χωρίς να διακινδυνεύουμε κάτι, δεν υπάρχουν».

Τελικά «Το Γαλάζιο Τετράδιο» δεν είναι ακριβώς ένα λογοτεχνικό βιβλίο ή ένα χρονογράφημα κάποιου διαστήματος της ζωής του Λένιν.

Είναι βιβλίο που αφορά το σήμερα του κάθε επαναστάτη, κάθε κομμουνιστή, κάθε νεολαίου που δεν πιστεύει πως το πισωγύρισμα του 1990 είναι οριστικό -αντίθετα πως η έφοδος στον ουρανό της μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης δεν ήταν παρά η αρχή, η μαγιά και πως «Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, είναι ο νέος κόσμος ο σοσιαλισμός».


Διαβάστε στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το 1ο μέρος του βιβλίου, καθώς και ολόκληρο το μικρό -ενσωματωμένο στο ίδιο, διήγημα «οι εχθροί». Μια μικρογραφία των ανθρώπων τις ημέρες εκείνες εκείνων, που συγκλόνισαν τον κόσμο, των «μεγάλων» σαν τον Λένιν αλλά και των κόκκων της άμμου που έχτισαν την ΕΣΣΔ, δίνοντας ακόμη και τη ζωή τους σε καιρό «ειρήνης». Στο τέλος θα βρείτε ένα πλήρες βιογραφικό του συγγραφέα, που λείπει από την ελληνική βιβλιογραφία. Το παραθέτουμε σαν σημείο γραφής της ουσιαστικής συμμετοχικής διαδικασίας στα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας σε πείσμα αυτών που επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Ένα θαμπό φεγγάρι τρεμόφεγγε στον ασπρουδερό ουρανό του βορρά. Στη λίμνη αρμένιζαν δυο βάρκες. Ο Λένιν καθόταν στην πρώτη βάρκα, στην πρύμνη, και κοίταζε τη μακρινή όχθη που έπαιρνε σιγά σιγά να ξεχωρίζει μέσα στο αχνοσκόταδο. Μια σκέψη τον απασχολούσε από ώρα: εκεί που πάνε τώρα, αν το μέρος είναι ήσυχο και σίγουρο, θα παραγγείλει να του στείλουν το γαλάζιο τετράδιο. Και θα τελειώσει εδώ τη μελέτη που ετοιμάζει από καιρό.

Κάμποση ώρα το βλέμμα του ερευνούσε ανυπόμονα την καταχνιά, μα σε λίγο έκλεισε τα μάτια – ό,τι να κάνει τώρα αυτός, όπου να κοιτάει, η βάρκα τραβάει το δρόμο της. Τώρα μονάχα, καθώς έκλεισε τα μάτια, κι άκουσε τους σκαρμούς που τρίζαν, το σιγανό κύλημα του νερού, το χτύπο των κουπιών, τώρα κατάλαβε καλά πού βρισκόταν – μέσα σε μια βάρκα, κάτω από ’ναν ατέλειωτο ουρανό, όπου ο δίσκος του φεγγαριού, κουκουλωμένος με τις άχνες της ομίχλης, τραβιέται συνέχεια αριστερά.

Τον κυρίευσε ένα αίσθημα γαλήνης, πρώτη του φορά τα τελευταία χρόνια. Μήνες ολόκληρους –κάπως έτσι του φαινόταν τώρα– πήγαινε τρέχοντας δίχως να παίρνει ανάσα.Πότε να σκαρφαλώνει λαχανιασμένος κάποια πλαγιά, πότε να λύνονται τα γόνατά του στον ορμητικό κατήφορο. Δίπλα του διάβαιναν αστραπή σπίτια, δρόμοι, χώρες και πολιτείες, πλήθη κόσμου.

Ένα σωρό ήχοι βούιζαν συνέχεια στ’αφτιά του – κραυγές σε διάφορους τόνους, ξαναμμένοι ψίθυροι, πλήθος λέξεις ρωσικές και ξένες, λαϊκές και λόγιες, κακοτράχαλες και καλοκαμωμένες μπερδεύονταν η μια με την άλλη και πέφταν όλες μαζί απάνωτου, όπως πέφτει κύματα κύματα ο άνεμος απάνω σ’ όποιον τρέχει ενάντιά του. Τώρα, λοιπόν, σταμάτησε. Και βρέθηκε σε τούτη τη μικρή βάρκα που αρμενίζει στα σκοτεινά νερά, κάτω από τον ασπρουδερό ουρανό. Κόπασε ο στρόβιλος των λέξεων κι η λιτανεία των προσώπων. Έπαψε κι ο πονοκέφαλος με τ’ άλυτα σχεδόν προβλήματα που λιάνιζαν το νου του. Κι απόμειναν μόνο οι σκαρμοί να τρίζουν αλαφρά αλαφρά και το νερό να ξετυλίγει γαλήνια το ατέλειωτο μουρμουρητό του.

Η στεριά στο μεταξύ πλησίαζε. Διόλου απίθανο, με το που θα κάνουν πως βγαίνουν, να τους καλωσορίσουν από κει με τίποτα ομοβροντίες. Ένας μόνο από τους λίγους που ξέραν το μυστικό να ξεστόμισε κάπου μια λέξη, να ’κανε καμιά απροσεξία, και πίσω από κάθε δέντρο θα μπορούσε τώρα να τους καρτεράει ένας γιούνκερ ή ένας κοζάκος. Την περασμένη Κυριακή, έξω από το μέγαρο Ταβρίτσεσκι, ο Λένιν είδε από κοντά κάποιον κοζάκο – ένα πρόσωπο απίθανα κουτό, δίχως μάτια, κοκκινωπό σαν τις ταινίες της περισκελίδας του. Την ξαναθυμήθηκε τώρα τηφάτσα του κοζάκου. Ποιος ξέρει; Ένας τέτοιος παλικαράς σαν εκείνον της περασμένης Κυριακής μπορεί να τους παραμονεύει πίσω από κανένα δέντρο, να τους παρακολουθεί με τις χαραμάδες των ματιών του που δεν μπορούν να δουν τίποτα, μα ξέρουν καλά να σημαδεύουν.

Όχι πως φοβόταν για τη ζωή του. Ίσα ίσα η ζωή του Ουλιάνοφ δεν τον απασχολούσε πολύ. Ο Ουλιάνοφ, που γεννήθηκε εδώ και σαράντα εφτά χρόνια στο Σιμπίρσκ, που καταβρόχθισε βουνά βιβλία και μουτζούρωσε άλλα τόσα βουνά χαρτί, είναι πολύ κουρασμένος. Υποφέρει από αϋπνίες και πονοκέφαλο. Ένας ξαφνικός κι ανώδυνος θάνατος δεν μπορούσε, λοιπόν, να τον τρομάξει αφού το ’ξερε καλά –τι καλά που το ’ξερε από τα νεανικά του χρόνια!– πως δεν είναι παρά ένα θνητό πραματάκι μέσα σε τούτο τον αθάνατο κόσμο!

Τη ζωή όμως του Λένιν, που είναι ο αρχηγός των επαναστατών της Ρωσίας, χρέος του να την προσέχει. Τη ζωή του την έχει ανάγκη η επανάσταση – έτσι φαίνεται, αφού το θάνατό του τόσο πολύ τον θέλουν οι εχθροί της. Όλα τούτα τα χρόνια που ετοίμαζε την επανάσταση, ετοιμαζότανε σιγά σιγά κι ο ίδιος – πορείες στα βουνά και στις πολιτείες της Ευρώπης, κολύμπι στις λίμνες και τα ποτάμια της, πατινάζ, ποδήλατο…Έπρεπε να ’ναι έτοιμος. Ν’ αντέξει και το κορμί στη μεγάλη προσπάθεια όταν θα σημάνει πια η ώρα των έργων. Κι όμως.

Ο ρόλος που θα ’παιζε ο ίδιος στα γεγονότα ήταν κάτι που, τότε τουλάχιστο, δεν το ’χε καταλάβει καλά. Μόνο εδώ και τρεις μήνες, γυρίζοντας στην Πετρούπολη ύστερα από δέκα χρόνια ξενιτιά, άρχισε να το βλέπει καθαρά.

Το πέρασμα μέσ’ απ’ το φινλανδικό έδαφος –εκείνη την τελευταία φάση της παράτολμης αλήθεια επιστροφής στη Ρωσία που έκανε τόσον κρότο σ’ όλο τον κόσμο–το θυμόταν γελώντας κι απορώντας μαζί, όπως θυμάται κανείς ένα περιστατικό προϊστορικής ηλικίας. Να τι τον απασχολούσε τότε και τον ίδιο και τη γυναίκα του: Πώς θα κάνουν, αν το τρένο φτάσει στην Πετρούπολη νύχτα, να πάνε ως την οδό Σιρόκαγια που έμενε η αδερφή του η Άννα Ιλίνιτσνα. Θα ’βρουν άραγε αμάξι αργά τη νύχτα, τώρα μάλιστα την Πασχαλιά, στο σταθμό Φινλανδίας;

Όταν, λοιπόν, αντίκρισε στην πλατφόρμα την τιμητική παράταξη με τους ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού κι όλους τους άλλους που ήρθαν να τον προϋπαντήσουν, τα πλήθη έπειτα έξω στην πλατεία, τους πολεμικούς προβολείς πουφώτιζαν τα κόκκινα λάβαρα και τα μεγάλα πανό με τις επιγραφές: «Καλώς όρισες,Λένιν!» – κατάλαβε αμέσως πόσο φτωχές ήταν εκεί στο εξωτερικό οι παραστάσεις του για τη φόρα που πήραν στη Ρωσία τα γεγονότα και τι σπουδαία και μεγάλη ήταν η δουλειά που γινόταν όλα τούτα τα χρόνια στην ξενιτιά, σ’ εκείνο το μαγγανοπήγαδο της εμιγκράτσιας με τις καθημερινές –δίχως χτυπητά περιστατικά– έγνοιες και σκοτούρες, που ήταν κάποτε πολύ βαρετές και κουραστικές και φαίνονταν τόσο ασήμαντες κι ανάξιες λόγου – τσιμπήματα κουνουπιών πάνω στο θεριακωμένο κορμί του γίγαντα τσαρισμού. Όλος εκείνος ο ταπεινός κι αθόρυβος μόχθος ζωντάνεψε ξαφνικά απάνω σ’ ένα πρόσωπο – μέσα στα πλήθη των διαδηλωτών οΛένιν είδε σε μια στιγμή τον εργάτηΤσουγκούριν, που είχε περάσει από τη σχολή στο Λανζιμό, έξω από το Παρίσι. Ο Τσουγκούριν ήταν μούσκεμα στο δάκρυ.

Από το θωρακισμένο αυτοκίνητο ο Λένιν είδε κάτω μια θάλασσα τραγιάσκες και κασκέτα και κάπως ντράπηκε για τη μαύρη ευρωπαϊκή καπελαδούρα του πουφαλτσάριζε άγρια πάνω στο θωρακισμένο, ανάμεσα στις χιλιάδες των ξεσηκωμένων εργατών. Την έβγαλε, λοιπόν, σαν να ’βγαζε από πάνω του κάτι που δε θα το ξαναχρειαζότανε ποτέ πια. Την έκρυψε για λίγο πίσω του, ύστερα την απίθωσε στο κάθισμα πλάι στο σοφέρ, ένα φαντάρο της μοίρας των θωρακισμένων. Και κατόπιν που ξεκίνησαν και πήγαιναν μέσ’από τους δρόμους της Πετρούπολης, τριγυρισμένοι πάντα από τα πλήθη, ξαναθυμήθηκε πόσο ανησυχούσαν αν θα ’βρουν στο σταθμό αμάξι κι έκανε μ’ έναν αναστεναγμό τη σκέψη ότι τώρα, από δω κι εμπρός, δε θα ξανανέβαινε σ’ αμάξι, ποτέ του πια δε θα ξαναγινόταν «ιδιώτης» – ήρθε η στιγμή ή να γίνει ο αρχηγός της επαναστατημένης Ρωσίας ή να πεθάνει. Παρόλη την έξαρση και τους ενθουσιασμούς τις μέρες εκείνες, το ξανασκέφτηκε αυτό πολλές ακόμη φορές. Και θυμήθηκε τότε τη γεμάτη νόημα σκηνή από την Οδύσσεια: τα μισά χρόνια της ζωής του πλανήθηκε ο Οδυσσέας να φτάσει στην Ιθάκη – έφτασε, μα την πατρίδα του δεν τη γνώρισε. Ο Λένιν γνώρισε βέβαια αμέσως τη δική του Ιθάκη, μα άργησε να καταλάβει πως κι ο ίδιος τώρα ήταν για τη Ρωσία ένας Οδυσσέας.

Το κατάλαβε μετά, τις άλλες μέρες. Ένιωσε πως είναι ο άνθρωπος που μπορεί να συλλαμβάνει γρήγορα και σωστά το ρυθμό της επανάστασης, τα σκαμπανεβάσματά της, τα υπόγεια ρεύματα. Ποτέ άλλοτε δεν είχε κατορθώσει να δει τόσο καθαρά τα βαθιά ελατήρια που κινάν τους ανθρώπους, τα πλήθη, τους ανθρώπινους θεσμούς, να καταλάβει τι σημασία είχε το καθετί. Άρχισε να μελετάει προσεχτικά τους συνεργάτες του. Ζύγιαζε τις γνώσεις τους, την αφοσίωσή τους, τις αρετές που είχε ο καθένας τους –άλλοι ρήτορες, άλλοι με τη βαθιά τους μόρφωση κι άλλοι με το ταλέντο της πρακτικής δουλειάς– και ήξερε ότι μερικοί απ’ αυτούς θα μπορούσαν να πάρουν τη θέση του αν ο ίδιος θα ’λειπε. Τώρα όμως ήταν εδώ ο ίδιος και κανείς άλλος δεν μπορούσε να σταθεί στο πόδι του. Όχι πως κρεμάστηκε η επανάσταση από ’ναν άνθρωπο, μα ήταν φανερό ότι αυτόν τώρα είχε αναδείξει για να μπει μπροστά και να την οδηγήσει καλύτερα από κάθε άλλον (…)


ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

Ένα πρωί η γραμματέας του Λένιν, φέρνοντάς του κάποια έγγραφα για να τα υπογράψει, ανησύχησε όπως τον βρήκε πολύ σκεφτικό. Στην καλημέρα της, παρά τη συνήθειά του, δεν αποκρίθηκε και σε κάποια ερώτησή της απάντησε άλλα αντ’ άλλων.
Έβγαινε πια απ’ το γραφείο όταν ο Λένιν τη φώναξε:
– Ένα λεπτό!
Γύρισε και στάθηκε ακίνητη δίπλα στο γραφείο, όπου στην αριστερή μεριά ήταν τακτοποιημένα τα πυκνογραμμένα χειρόγραφα του άρθρου «Ο αριστερισμός – παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», που ο Λένιν είχε αρχίσει να γράφει από χθες, δεξιά κάτι πρακτικά συνεδριάσεων της Κρατικής Επιτροπής Εξηλεκτρισμού της Ρωσίας και στη μέση ο φάκελος που έφερε η γραμματέας με τα έγγραφα προς υπογραφή.

Ο Λένιν, αναποφάσιστος ακόμη, έπαιξε λίγο τα δάχτυλά του στο τραπέζι, κατόπι ρώτησε βιαστικά:

– Είχατε γνωρίσει στην εμιγκράτσια μια Σοφία Μάρκοβνα, που τώρα, καθώς μου είπε κάποιος, εργάζεται στο Επιτροπάτο της Προνοίας;
Η γραμματέας θυμόταν κάποια Σοφία Μάρκοβνα που την είχε γνωρίσει ή στη Γενεύη ή στο Παρίσι – αυτό δεν το θυμόταν καλά.
–Αυτή όμως να είναι; αναρωτήθηκε. Αυτή ήταν θαρρώ μενσεβίκα!
–Ναι, ναι, μενσεβίκα! είπε ζωηρά ο Λένιν. Μενσεβίκα! Πρώην μενσεβίκα.
– Πρώην;
– Πρώην. Μου είπαν ότι εδώ και κάμποσους μήνες έγινε μέλος του κόμματος. Σας παρακαλώ, καλέστε την που τη θέλω. Να έρθει απόψε το βράδυ. Αφού θα έχει τελειώσει η συνεδρίαση του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού και αφού οι Επίτροποι θα έχουν φύγει.
Ο Λένιν πρόσθεσε πιο μαλακά:
– Χωρίς παρακαλώ να την αντιληφθεί κανείς εδώ, καταλάβατε;
Η γραμματέας είπε «μάλιστα», κάπως πιο επίσημα και πιο τυπικά από άλλες φορές – την είχε πειράξει λίγο αυτή η μυστικότητα που έπρεπε να τηρηθεί κατά τη συνάντηση του Λένιν με τη μυστηριώδη αυτή φυσιογνωμία.

Το βράδυ, η «Φυσιογνωμία» ήρθε.
Η Σοφία Μάρκοβνα ήταν μια κοντόσωμη χοντρομπαλού, σαράντα πέντε περίπου ετών, μόλις άρχιζε να υποφέρει από άσθμα.
Μαύρα κουρεμένα μαλλιά, όρθια, σχεδόν σγουρά, παχιά χείλια, μελαψό πρόσωπο, μαύρα σαν κάρβουνα και ζωηρά μάτια – όλα αυτά την έκαναν να μοιάζει κάπως με μαύρη. Ένα παλιό καπελάκι που τώρα το είχε βγάλει και το κρατούσε στα γόνατά της, μακρύ μαύρο φόρεμα και από πάνω τριμμένο πέτσινο χιτώνιο που κάποτε ήταν μαύρο, ενώ τώρα σχεδόν είχε ασπρίσει.
Όταν άκουσε πως τη θέλει ο Λένιν ήρθε σε αμηχανία και αφού κάθισε σ’ένα κάθισμα, που της πρόσφερε η γραμματέας, άρχισε να βομβαρδίζει το ψηλό ταβάνι με εκρήξεις απορίας και κατεβατά αναμνήσεων:

– Τι τρέχει;
– Και γιατί, λοιπόν, λέτε να με κάλεσε;
– Καλό και τούτο!
–Με τον Βλαντίμιρ Ιλίτς γνωριστήκαμε υποθέτω το χίλια εννιακόσια δύο…ή μάλλον όχι – το χίλια εννιακόσια τρία…Ή το χίλια εννιακόσια δύο;…
– Σταθείτε, σταθείτε, που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά;
Στη Γενεύη! Όχι, στοΛονδίνο!…ΣτοΛονδίνο;…Κι όχι στη Βέρνη;…Δυο τρεις φορές με είχε και μένα λούσει στους λόγους του, αλλά σκεφτείτε ότι κι εγώ δεν του χαρίστηκα.
Ποιος μπορούσε τότε να ξέρει ότι ο Λένιν θα είναι ο Λένιν! Για να το καταλάβει κανείς αυτό από τότε, έπρεπε να είναι εξυπνότερος από μένα…
Αν όμως εγώ ήμουν εξυπνότερη, δε θα έτρωγα τα καλύτερα χρονάκια της ζωής μου με τους μενσεβίκους.

–Και τι, λοιπόν, να με θέλει τώρα; Αλήθεια λέτε ότι δε σας είπε τίποτα; Πάντως για κάθε ενδεχόμενο κουβαλώ μαζί μου μερικά νούμερα και μια έκθεση πεπραγμένων του τμήματός μου στο υπουργείο.
Εκεί έχουμε να κάνουμε με ανάπηρους – συντάξεις, δεκανίκια, καροτσάκια…ματογυάλια, διάφορα…ω, να ξέρετε τι σκληρή δουλειά…Τι να γίνει όμως;Πρέπει κάποιος να την κάνει κι αυτή τη δουλειά!

Η γραμματέας πέρασε στο διπλανό δωμάτιο και στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Οι Επίτροποι τουΛαού άρχισαν να βγαίνουν από την αίθουσα των συνεδριάσεων. Ο Τσιτσέριν τη χαιρέτησε με βαθύτατη υπόκλιση των παλαιών καιρών και με κωμικά βηματάκια, που είχαν όμως και τη χάρη τους, τράβηξε βιαστικά προς την πόρτα. Συνεχίζοντας ζωηρή κουβέντα, με παραφουσκωμένες από τα χαρτιά τσάντες, βγήκαν ο Τσιουρούπα και ο Κούρσκι. Ο Λουνατσάρσκι στάθηκε λίγο στην πόρτα φιλονικώντας με τον Σεμάσκο και ξαφνικά, βλέποντας τη γραμματέα, θυμήθηκε ότι της είχε υποσχεθεί ένα εισιτήριο για το θέατρο Τέχνης. Πλησίασε, έγραψε γρήγορα ένα σημείωμα για τη διεύθυνση του θεάτρου και της το έδωσε.ΟΤζερζίνσκι έμεινε κάμποσο μόνος με τον Λένιν. Κατόπιν βγήκε κι αυτός, της έσφιξε σιωπηλά το χέρι κι έφυγε βιαστικά. Έγινε ησυχία. Κάποιος της φρουράς έσβησε το φως του διαδρόμου. Απλώθηκε μισοσκόταδο κι ερημιά. Και πέρασε αμέσως κάποια μυρουδιά παλιών χαρτιών, δαφνόφυλλων και ποντικιών.
Η πόρτα από την αίθουσα των συνεδριάσεων άνοιξε αργά, παρουσιάστηκε ο Λένιν.

–Λοιπόν;
– Είναι εδώ, απάντησε η γραμματέας και μπαίνοντας στο δωμάτιό της κάλεσε τη Σοφία Μάρκοβνα να την ακολουθήσει. Πέρασαν κι οι δυο τους μέσα από την αίθουσα των συνεδριάσεων, η γραμματέας άνοιξε την πόρτα του γραφείου και άφησε τη Σοφία Μάρκοβνα να περάσει.
Αντικρίζοντας το πρόσωπο τουΛένιν πάνω από τη φωτισμένη επιφάνεια του γραφείου η Σοφία Μάρκοβνα ταράχτηκε και για να κρύψει μάλλον την ταραχή της αντί να χαιρετήσει τίναξε μια ομοβροντία:
– Πώς ήταν, λοιπόν, αυτό στα καλά του καθουμένου;

Ο Λένιν χαμογέλασε.
–Αναπάντεχο; ρώτησε, ενώ σηκωνόταν και της έδινε το χέρι.
Όπως βλέπετε, μου χρειάζεστε. Καθίστε.
Εκείνη κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα, οΛένιν βημάτισε λίγο στο δωμάτιο, ύστερα κάθισε στη θέση του. Το φως χτυπούσε κάτω και το πρόσωπό του ήταν στη σκιά, αλλά η Σοφία Μάρκοβνα δεν μπορούσε να μην αντιληφθεί πόσο χλομό και κουρασμένο ήταν αυτό το πρόσωπο.
Προσπάθησε να μη δείξει την ανησυχία της, αντίθετα πήρε ζωηρή πόζα και προσπάθησε να δώσει στο πρόσωπό της αδιάφορη και λίγο αλέγρα έκφραση.
Ο Λένιν όρθωσε τη ράχη του, κοίταξε τη Σοφία Μάρκοβνα στα μάτια και τη ρώτησε:
– Ξέρετε, Σοφία Μάρκοβνα, πού βρίσκεται ο Γιούλι;

Η Σοφία Μάρκοβνα άνοιξε πελώρια μάτια και αμέσως άρχισε κάπως πειραγμένη να κροταλίζει όπως διπλόκαρο πάνω στο πλακόστρωτο:
– Τι λέτε, τι λέτε, Βλαντίμιρ Ιλίτς; Ώστε δεν ξέρετε, λοιπόν, ότι είμαι πια μέλος του κόμματος και ότι έχω διαρρήξει κάθε σχέση με τους μενσεβίκους; Και ότι θεωρώ τώρα το μενσεβικισμό ξεπερασμένο στάδιο στην ιστορία του εργατικού κινήματος, όπως άλλωστε και στη ζωή μου; Ώστε αμφιβάλλετε, λοιπόν, ως προς την ειλικρίνειά μου ή, τι άλλο να υποθέσω;

– Δεν αμφιβάλλω διόλου, είπε μαλακά ο Λένιν. Ηρεμήστε.
Θέλω να σας αναθέσω κάτι. Πρέπει να μάθετε πού βρίσκεται ο Γιούλι, να τον συναντήσετε και να του διαβιβάσετε εξ ονόματός μου… όχι, όχι, μη γράφετε τίποτα. Μην ξεχνάτε τα παλιά ήθη της παρανομίας και του συνωμοτισμού. Τώρα εμείς οι δυο συνωμοτούμε…Ακούστε λοιπόν. Την Παρασκευή, στις έντεκα το βράδυ, από το σταθμό Μπαλτίσκι φεύγει το τελευταίο, επαναλαμβάνω, το τελευταίο επιβατικό τρένο για τοΜινσκ και τη Βαρσοβία. Το τελευταίο, γιατί αυτές τις μέρες περιμένουμε να ξεσπάσει ο πόλεμος με την Πολωνία. Ναι, ναι, οι Πολωνοί αρχίζουν σήμερα αύριο τον πόλεμο, οι πληροφορίες που έχουμε είναι δυστυχώς πολύ έγκυρες. Εσείς βέβαια δε θα πείτε σε κανέναν τίποτα γι’ αυτό, που είναι ακόμη κρατικό μυστικό…Η περίοδος της ανάπαυλας τελειώνει και πάμε τώρα για πόλεμο. Σοφία Μάρκοβνα, αυτή είναι η κατάσταση…
ΟΛένιν σταμάτησε, κατόπιν έκανε μια βιαστική χειρονομία, σαν να πετούσε πέρα δυσάρεστες σκέψεις, και συνέχισε:
– Επομένως ο Γιούλι, αν φυσικά το θέλει αυτό, μπορεί να πάρει το τρένο, βαγόνι έξι, θέση δέκατη πέμπτη. Οι άνθρωποι που θα είναι εκεί στο βαγόνι ξέρουν. Αν θέλει. Αν δε θέλει, ας εξακολουθεί να είναι παράνομος, ας κάνει όπως καταλαβαίνει… Οι μενσεβίκοι, αυτό εσείς το ξέρετε βέβαια καλά, πηγαίνουν ολοταχώς να δημιουργήσουν αντισοβιετική παράνομη κατάσταση και τον Γιούλι, που είναι ο αρχηγός, φρόντισαν να τον κρύψουν…
Εννοείται, εμείς δε θα τους κάνουμε τη χάρη, αντισοβιετική συνωμοσία σ’ αυτές τις συνθήκες της καταστροφής και του πολέμου δε θ’ανεχτούμε.
Στη Ρωσία ή θα στερεωθεί η δικτατορία του προλεταριάτου ή θα επιβάλουν δική τους δικτατορία οι κεφαλαιοκράτες και οι γαιοκτήμονες με τον τσάρο ή και χωρίς τον τσάρο. Όποιος, λοιπόν, είναι τώρα εναντίον της δικτατορίας του προλεταριάτου, υποστηρίζει την άλλη δικτατορία. Ο Μάρτοφ είναι εχθρός, αφού είναι κατά της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτά όμως εσείς δε θα του τα πείτε βέβαια τώρα…δεν πρόκειται να τον πείσετε. Πείτε του μόνο για το τρένο.

Η Σοφία Μάρκοβνα καθόταν άφωνη σαν ποντίκι. Όταν ο Λένιν τέλειωσε, σήκωσε από τα γόνατά της και φόρεσε το μαύρο καπελάκι, με αρκετή μεγαλοπρέπεια, το στερέωσε στα μαλλιά της χρησιμοποιώντας γι’αυτό μεγαλοπρεπέστατη καρφίτσα, και σηκώθηκε.
–Δυο ζητήματα, είπε, πολύ πρακτικά. Πρώτο. Γιατί δεν αναθέσατε αυτή τη δουλειά στον Τζερζίνσκι;
– Γιατί θα του χρειαζόταν κάμποσος καιρός και το τρένο φεύγει μεθαύριο. Το άλλο ζήτημα;
–Το άλλο ζήτημα, επανέλαβε η Σοφία Μάρκοβνα. Ελπίζω δε θα υποχρεωθώ μετά να αποκαλύψω σε οποιονδήποτε…

ΟΛένιν τίναξε τα χέρια.
– Μα βέβαια! απάντησε. Εννοείται. Σε καμιά περίπτωση, ούτε σε μένα ούτε σε άλλον δε θα αποκαλύψετε πού κρύβεται ο Γιούλι…Σε καμιά περίπτωση. Σας απαγορεύω μάλιστα να μου πείτε οτιδήποτε γι’ αυτό… Ούτε και στο Συμβούλιο των Επιτρόπων δεν πρέπει να ξέρουν όσα είπαμε τώρα εδώ. Μεταξύ των Επιτρόπων, ξέρετε, υπάρχουν μερικοί που είναι –πώς να σας το πω– πιο ορκισμένοι λενινιστές, παρά ο ίδιος ο Λένιν.

– Πολύ καλά, είπε η Σοφία Μάρκοβνα και άρχισε να πλέει προς την πόρτα.
Είχε γίνει τώρα σοβαρή, λιγομίλητη, τα μαύρα σαν κάρβουνα περιστρεφόμενα ματάκια κοιτούσαν συλλογισμένα. Στο κατώφλι στράφηκε προς τονΛένιν:
– Βλαντίμιρ Ιλίτς, πρέπει να ξεκουραστείτε, έχετε κουραστεί πολύ.
– Φαίνεται, φαίνεται; ρώτησε ο Λένιν με περιέργεια σαν ν’ άκουσε ένα πολύ ενδιαφέρον νέο.
– Ναι, ναι, ναι, φαίνεται, απάντησε ζωηρά η Σοφία Μάρκοβνα. Προσέξτε…

– Θα το προσέξω. Οπωσδήποτε.
– Και αυτό, είπε η Σοφία Μάρκοβνα πιάνοντας το πόμολο. Γνωρίζω όχι κι άσχημα τα πολωνικά και θα μπορούσα να χρησιμεύσω στο στρατό. Τώρα εννοώ. Με τη νέα τροπή. Τι λέτε; Να παρουσιαστώ στο Επιτροπάτο των Στρατιωτικών; – και χωρίς να περιμένει απάντηση βγήκε.

Η Σοφία Μάρκοβνα ξύπνησε πολύ πρωί. Ξαπλωμένη ακόμη, πριν ανοίξει τα μάτια, ένιωσε πως συνέβη κάτι σπουδαίο και ωραίο που ανανέωσε τη ζωή της.
Η αίσθηση αυτή εξακολουθούσε να τη θερμαίνει και μετά, όταν η νηφάλια μέρα ασκούσε πια τα δικαιώματά της και η δουλειά που ανάθεσε οΛένιν απαιτούσε καθαρή σκέψη και καλομελετημένη ενέργεια.
Οι σκέψεις που έβαλε μπρος αυτή η δουλειά την είχαν κιόλας αποσπάσει από τη σκληρή καθημερινή ζωή, από την καμαρούλα της που ήταν ψυχρή και έρημη, αφού σχεδόν ποτέ δε ζούσε εκεί μέσα – μέρες και νύχτες περνούσε στο γραφείο της, στο Επιτροπάτο, ή γύριζε στις μικροφάμπρικες και στα συνεργεία, όπου γίνονταν τα δεκανίκια, τα ξύλινα ποδάρια, τα καροτσάκια. Συγγενείς δεν είχε, ο άντρας της την άφησε από τότε κιόλας, στους πρώτους καιρούς της επανάστασης. Ήσυχος ανθρωπάκος, γιατρός με δίπλωμα Ζυρίχης, ενώ η αυγή της επανάστασης είχε πια προβάλει και ξάνοιγε το φως της, αυτός έκανε μια μέρα την ανακάλυψη ότι τριγύρω περπατούσαν και άλλες γυναίκες πιο ελκυστικές και πιο ενδιαφέρουσες από τη δική του. Αυτή δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει μια θερμή ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι και να περιποιείται τον εαυτό της. Όλο τον καιρό ήταν απασχολημένη μ’ ένα σωρό ζητήματα των Ρώσων προσφύγων στην Ελβετία, όλων, έξω από κόμματα και ομάδες· έτρεχε να τους βρει δουλειά, σπίτι, κανόνιζε τις δουλειές τους, τις διαφορές τους. Στην Ελβετία ένιωθε όπως στο σπίτι της, αφού μάλιστα ήξερε περίφημα κι όλες τις «ελβετικές» γλώσσες – γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά.

Αφού ντύθηκε και διαπίστωσε ότι είχε μείνει εντελώς νέτη από ψωμί και ξύλα, η Σοφία Μάρκοβνα έφυγε για το Επιτροπάτο.
Μπήκε στο γραφείο του Επίτροπου Αλεξάνδρου Νικολάγιεβτς Βινοκούροφ και του είπε ότι δυστυχώς δε θα μπορέσει να παραβρεθεί στις πολυάριθμες συνεδριάσεις που είχαν οριστεί για σήμερα. Ένιωθε άσχημα – ενώ το έλεγε αυτό, τα μαύρα ζωηρά ματάκια πήραν πραγματικά μια έκφραση θλιμμένη και καταπονεμένη.

Έξω στο δρόμο ήταν άνοιξη. Τα νερά τρέχαν θολά, βιαστικά πλάι στα πεζοδρόμια, τα δέντρα ήταν φορτωμένα μαυροπούλια.

Ακόμη δεν είχαν πρασινίσει, στα κλαριά όμως φούσκωναν μαβιά μπουμπούκια. ΗΣοφία Μάρκοβνα πήγαινε στην τύχη, ακόμα δεν είχε ξεκαθαρίσει πού θα πήγαινε. Βάδιζε γοργά, νιώθοντας πολύ ελαφριά από τη νηστεία και από την ανάμνηση της χτεσινοβραδινής συζήτησης. Ύστερα από τη συζήτηση αυτή, η θερμή και τρικυμισμένη ανοιξιάτικη μέρα της φαινόταν τόσο πρόθυμη για θαύματα, ώστε θα το έβρισκε πολύ φυσικό αν ο πρώτος τυχών τη σταματούσε ξαφνικά και τη ρωτούσε: «Τον Μάρτοφ ζητάτε; Ελάτε μαζί μου, θα σας πάω εγώ.» Παρόλη όμως τη διέγερση και συνάμα μια διάθεση μακαριότητας που πλημμύριζε την ψυχή, η Σοφία Μάρκοβνα δεν έπαψε ούτε στιγμή να σκέφτεται, να μελετάει και να ζυγίζει τα πράματα.
Και κοιτώντας τις φωλιές που είχαν χτίσει στα κλαριά των δέντρων οι κόρακες, είπε μέσα της: «Μάλιστα! Η ανώτατη φωλιά των μενσεβίκων είναι μέσα στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Οικονομίας.» Και έκοψε για τη συνοικία Βαρβάρκα, όπου ήταν το Εμπορικό Μέγαρο. Εκεί είχε εγκατασταθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Οικονομίας.

Οι ηχηροί διάδρομοι του Εμπορικού Μεγάρου ήταν ακάθαρτοι και πολυθόρυβοι.
Τα ασανσέρ δε λειτουργούσαν.
Η Σοφία Μάρκοβνα μόλις κατάφερε να ανέβει στο τελευταίο πάτωμα, ανασαίνοντας βαριά και μετατοπίζοντας με πολλή δυσκολία τα πόδια της. Εδώ εργαζόταν ένας γνωστός, πρώην μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος των μενσεβίκων.
Τώρα είχε αναγνωρίσει τη σοβιετική εξουσία, έκοψε κάθε τυπικό δεσμό με τους μενσεβίκους, αλλά η Σοφία Μάρκοβνα δεν είχε λόγους να πιστέψει στην ειλικρίνειά του.

Το γραφείο ήταν αρκετά ευρύχωρο. Αυτός καθόταν και κάτι έγραφε πολύ συγκεντρωμένος, έχοντας τα γυαλάκια του αφημένα απάνω σε κάποιο χαρτί. Άκουσε το τρίξιμο της πόρτας, σήκωσε το κεφάλι και έβαλε το πενσνέ. Η εμφάνιση της Σοφίας Μάρκοβνα του έκαμε κατάπληξη, αλλά τίποτα δεν είπε και την κάλεσε να καθίσει.
– Πρέπει να δω τον Γιούλι, είπε η Σοφία Μάρκοβνα.
Τα μάτια του άστραψαν.
– Και γιατί διάλεξες να ’ρθεις σε μένα;
– Γιατί εσύ ξέρεις πού είναι.
– Και ποιος σου το είπε εσένα αυτό;
– Πάντως όχι οΤζερζίνσκι, ησύχασε.Το κατάλαβα μόνη μου.
– Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ξέρω. Και τι μ’αυτό;
– Τότε πρέπει να με βοηθήσεις να τον συναντήσω.
– Αλλά ο Γιούλι είναι παράνομος!
– Αν δεν ήταν παράνομος θα τον έβρισκα μόνη μου.

Ο άλλος έμεινε σκεφτικός.Τότε άρχισε να ρωτά η Σοφία Μάρκοβνα:
–Με ξέρεις;
– Σε ξέρω.
– Καλά με ξέρεις;
– Καλά.
– Και μου έχεις εμπιστοσύνη;
– Ναι, αλλά…
– Καταλαβαίνω, ανήκω στο κόμμα των μπολσεβίκων. Πιστεύεις όμως στο λόγο μου;
– Έστω.
– Έχεις, λοιπόν, το λόγο μου ότι κανείς δεν πρόκειται να μάθει από μένα πού βρίσκεται ο Γιούλι. Ακούς; Έχεις το λόγο μου.
– Γιατί όμως τον θέλεις εσύ τώρα; ρώτησε ο συνομιλητής μαδώντας δίχως οίκτο τη μαύρη γενειάδα.
– Έχω να του διαβιβάσω κάτι.
–Από ποιον;
–Αυτό θα το πω μόνο σε κείνον.
– Και είναι, λοιπόν, τόσο πολύ σπουδαίο; Τα πενσνέ ερευνούσαν με επιμονή.
– Έχεις τη γνώμη ότι αν δεν ήταν θα αποφάσιζα να σκαρφαλώσω ως το πέμπτο πάτωμα;
– Περίμενε.
Σηκώθηκε και βγήκε από το γραφείο.
Μισή ώρα περίπου η Σοφία Μάρκοβνα τον καρτερούσε με υπομονή, βυθισμένη στην πολυθρόνα, χτυπώντας την πρασινωπή σφαιρική κεφαλή της καρφίτσας πάνω στο μαύρο καπελάκι, που το είχε βγάλει κα το κρατούσε στα γόνατά της. Τέλος, η πόρτα άνοιξε, ο οικοδεσπότης ξαναγύρισε μαζί με έναν ακόμη, που ήταν ο γνωστός στη Σοφία Μάρκοβνα μενσεβίκος Σουχάνοφ.

Αποφεύγοντας να τη χαιρετήσει ο Σουχάνοφ κοίταξε τη Σοφία Μάρκοβναμε πολύ διαπεραστικό βλέμμα και της είπε με σαρκασμό:
–Καθώς βλέπουμε το μονοκομματικό σύστημα σε ικανοποιεί πλήρως. Πολύ ωραία περνάς και η όψη σου είναι θαυμάσια.
Όχι χειρότερη απ’ό,τι τότε στη Γενεύη που τρώγαμε ελβετικό τυρί και γάλα.
– Σ’ αυτούς που έρχονται από τ’ άλλα κόμματα, έδωσε αμέσως απάντηση η Σοφία Μάρκοβνα, οι μπολσεβίκοι χορηγούν από μια κότα καθ’ εκάστην. Αν θες να παχύνεις, πήγαινε κι εσύ εκεί.
Αλλά πάντα σου θα είσαι λιανός, γιατί τρως τα σωθικά σου.
–Δεν είμαι εγώ που τρώω τα σωθικά μου, αλλά το μονοκομματικό σύστημα μου τα τρώει, είπε σοβαρά ο Σουχάνοφ.

Η Σοφία Μάρκοβνα γέλασε με κέφι.
–Άμα δε φάνε, ξέρεις, εσένα, θα ψοφήσουν της πείνας.
Τα δόντια τους όμως είναι πιο σκληρά για να βάζουν κάτω άλλους, όπως τον Ντενίκιν, τον Κολτσάκ, τον Γιουντένιτς…
– Πάψτε τώρα να τρώγεστε, μουρμούρισε ανόρεχτα ο νοικοκύρης του γραφείου.
–Λες, λοιπόν, ότι θέλεις τον Γιούλι, είπε σιγανά, μετά μικρή σιωπή, ο Σουχάνοφ. Είναι ανάγκη;
–Μεγάλη ανάγκη.
– Νομίζω ότι είναι περιττό να σε προειδοποιήσω ότι…
–Ναι, είναι περιττό. Αυτός που μ’έστειλε με διαβεβαίωσε ότι κανείς δε θα ζητήσει να μάθει πού κρύβεται ο Γιούλι…
– Αυτός που σ’ έστειλε! αναφώνησε ειρωνικά ο Σουχάνοφ!
Πολύ πομπώδες είναι αυτό.

Η Σοφία Μάρκοβνα δεν αποκρίθηκε, του έριξε όμως βλέμμα γεμάτο σημασία, ακίνητη μέσα στην πολυθρόνα απ’όπου, χωρίς να φτάνουν στο πάτωμα, κρέμονταν τα μικρά πόδια της.
– Ποια, λοιπόν, είναι η απόφαση; ρώτησε.
–Η Κεντρική Επιτροπή επιτρέπει στονΜάρτοφ να συναντηθεί μαζί σου.
Στις οκτώ το βράδυ κοντά στο μνημείο των ηρώων της Πλέβνας, στα Ιλίνσκιγιε βαρότα, πλησίασε τη Σοφία Μάρκοβνα ένας που κρατούσε ομπρέλα με φιλντισένια λαβή. Αυτή τον ακολούθησε. Ο άνθρωπος με την ομπρέλα οδήγησε τη Σοφία Μάρκοβνα όχι εκεί που λογάριαζε η ίδια – σε καμιά απόμερη συνοικία της Μόσχας.
Την πήγε ίσια στο κτήριο της Έκτακτης Επιτροπής στην πλατεία Λουμπλιάνκα, έστριψε αμέσως δεξιά και πέρασε στην αυλή του μεγάλου σπιτιού που στέκει πρώτο πρώτο στην οδό Μιασνίτσκαγια.

Μεγάλη ήταν η κατάπληξη της Σοφίας Μάρκοβνα βλέποντας ότι το παράνομο κέντρο των μενσεβίκων ήταν πλάι ακριβώς στην Έκτακτη Επιτροπή. Χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε τι θα έλεγε ο Λένιν αν πήγαινε τώρα να του το πει.
Στην αυλή ο άνθρωπος με την ομπρέλα στάθηκε στη σκιά, κοίταξε κατάματα τη Σοφία Μάρκοβνα και τη ρώτησε με πουντιασμένη φωνή:

–Μήπως κόλλησε κανείς πίσω μας;
–Όσο αφορά εμένα, κανείς! είπε με βεβαιότητα η Σοφία Μάρκοβνα.
Ανέβηκαν στο όγδοο πάτωμα κι ύστερα από μια ξύλινη σκαλίτσα προχώρησαν ακόμη πιο άνω, στη σοφίτα. Ανεβαίνανε πολλή ώρα. Η Σοφία Μάρκοβνα σκαρφάλωνε αργά. Σε κάθε στροφή της σκάλας στεκόταν και ανάσαινε βαριά, ενώ ο άνθρωπος με την ομπρέλα στεκόταν δέκα σκαλιά πιο πάνω και κοιτούσε κάτω ανυπόμονα και αποδοκιμαστικά.

Η σοφίτα ήταν κατοικημένη. Δεξιά κι αριστερά σ’ένα μακρύ διάδρομο συναντούσαν και άφηναν πίσω τους πόρτες, στον τοίχο ανάμεσα στις πόρτες ήταν κολλημένες αφίσες: «Προλετάριε, στ’ άλογα!», «Γράφτηκες εθελοντής;», «Εμπρός να υπερασπίσουμε με τα στήθια την Πετρούπολη!» και άλλα μερικά.
Ο άνθρωπος με την ομπρέλα σταμάτησε έξω από μια πόρτα, χτύπησε δυο φορές. Η πόρτα άνοιξε κι αυτός μπήκε.
Ύστερα από δυο τρία λεπτά ξαναβγήκε κι άφησε να περάσει η Σοφία Μάρκοβνα. Ο ίδιος έμεινε στο διάδρομο.

Η Σοφία Μάρκοβνα δεν περίμενε ότι θα έβλεπε αμέσως τώρα τον Μάρτοφ. Εδώ θα ήταν κάποιος από τους άλλους ηγέτες των μενσεβίκων και αυτός, αφού θαμιλούσε μαζί της, θα την οδηγούσε πια στον Μάρτοφ. Κατάπληκτη όμως είδε ότι στη σοφίτα με το μικροσκοπικό φεγγίτη ζούσε ο ίδιος ο Μάρτοφ.Μέσα στο δωματιάκι ήταν μόνο ένα σιδερένιο κρεβάτι, σκεπασμένο με κίτρινη κουβέρτα νοσοκομείου κι ένα σκαμνί. Πάνω στο σκαμνί έκαιγε μια γκαζιέρα. Ο Μάρτοφ, καθισμένος στο κρεβάτι, ήταν σκυμμένος πάνω από την γκαζιέρα και με ξύλινο κουτάλι κάτι ανακάτευε στην κατσαρόλα.

Ήταν αδύνατος, χλομός, τα βλέφαρα πρησμένα.Το στενόμακρο πρόσωπο, το στενόμακρο γένι, όλο το στενόμακρο σώμα ήταν ακίνητο, προσηλωμένο σ’ αυτό εκεί που έβραζε στην κατσαρόλα. Τίποτα άλλο δε φαινόταν να ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή τον Μάρτοφ. Να όμως που άφησε το κουτάλι στο σκαμνί, δίπλωσε τα στενόμακρα χέρια μέσα στα στενόμακρα μανίκια του τριμμένου πουλόβερ που φορούσε, σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τη Σοφία Μάρκοβνα.

Σιωπούσαν και οι δυο κοιτώντας ο ένας τον άλλον. Τα βλέμματα ήταν επίμονα, έντονα.

– Ποιος, λοιπόν, σε στέλνει; ρώτησε επιτέλους ο Μάρτοφ. Εκείνος;
– Εκείνος, απάντησε η Σοφία Μάρκοβνα.
Το πρόσωπο του Μάρτοφ πήρε έκφραση κακού, αλλά ανίσχυρου ανθρώπου.
– Και τι θέλει;
Άκουσε σιωπηλός όσα είχε να του πει η Σοφία Μάρκοβνα. Το πρόσωπό του σκεπάστηκε γρήγορα με κόκκινες κηλίδες. Πήρε το κουτάλι, ανακάτεψε πάλι την κατσαρόλα, ύστερα ρώτησε με στραβό χαμόγελο.
–Με λυπήθηκε;
– Φαίνεται.
–Δε με λυπήθηκε, όχι, είπε ο Μάρτοφ μιλώντας με τον εαυτό του. Θέλει να μείνει άσπιλος, δε θέλει να βάψει τα χέρια του στο αίμα μου.
– Ίσως, συμφώνησε ήρεμα η Σοφία Μάρκοβνα και ήρεμα πάλι ρώτησε: Κακό, λοιπόν, είναι αυτό; Κακό είναι που δε θέλει να βάψει τα χέρια του στο αίμα σου;
Αυτός ανοιγόκλεισε συγχυσμένος τα βλέφαρα, έκανε κάποια χειρονομία κούρασης, βαριεστιμάρας και γύρισε το πρόσωπο στην άλλη μεριά.
Ήταν κάτι σ’ αυτή τη σκυφτή φτενή ράχη και σ’ όλο αυτό το άθλιο περιβάλλον, που έκανε τη Σοφία Μάρκοβνα να σφίξει την καρδιά της. Ένιωσε ξαφνικά να ξυπνά το παρελθόν, όλη αυτή η ιστορία του δεσμού ανάμεσα στους δυο άντρες, που άλλοτε ήταν φίλοι, άλλοτε εχθροί.
Υπήρχαν στιγμές που ο Μάρτοφ ερχόταν κοντά, πολύ κοντά στον Λένιν, κάπου εκεί όμως πριν από το τελευταίο βήμα σταματούσε. Γιατί σταματούσε; Ήταν η στραβή σκέψη ή κάποιο αίσθημα αντιζηλίας που εμπόδιζε, που δεν άφηνε να ξεπεραστεί το λάθος, λάθος ολόκληρης ζωής. Ή ήταν ο τρόμος εμπρός στις θύελλες που έρχονταν, ο τρόμος που ήταν καρπός πολιτικής ατολμίας, ενώ αυτός τον έπαιρνε για προφητική διαίσθηση.

Ξαφνικά, πάνω σ’ αυτές τις σκέψεις, η Σοφία Μάρκοβνα είδε να προβάλλει καθαρά εμπρός της το πρόσωπο του άλλου, που μιλούσε χθες το βράδυ μαζί της στο Κρεμλίνο. Ένα θερμό κύμα πέρασε μέσα της, γύρισε στον Μάρτοφ και του είπε:
–Αυτός εκεί παλεύει με πολλές δυσκολίες.
– Κι εγώ; Είμαι καλύτερα εγώ; ξέσπασε ο Μάρτοφ και γύρισε το πρόσωπο στη Σοφία Μάρκοβνα. Αμέσως όμως ησύχασε και ρώτησε με παιδική περιέργεια: Αλήθεια; Δεν είναι καλά;

Η Σοφία Μάρκοβνα απάντησε πολύ σοβαρά:
– Οι δικές του σκοτούρες είναι πιο μεγάλες.

ΟΜάρτοφ τινάχτηκε από τη θέση του και φώναξε:
– Πιο μεγάλες; Έτσι νομίζεις εσύ;…Έστω! ο ίδιος φταίει! Ο ίδιος φορτώθηκε τέτοια βάρη! Τι υπεροψία! Τι επιπολαιότητα!
Μα πιστεύει, λοιπόν, στα σοβαρά ότι θα μπορέσει να κρατηθεί; Εδώ;Στη Ρωσία;Ύστερα από τρία χρόνια η Ρωσία θα είναι, όπως η Κίνα, κομματιασμένη σε επαρχίες και σε σφαίρες επιρροής… Η πιο τέλεια μηχανή ύστερα από τρία χρόνια στη Ρωσία θα είναι το γεράνι των πηγαδιών…

Η Σοφία Μάρκοβνα του είπε στον ίδιο σοβαρό τόνο:
– Γιούλι, δεν έχεις δίκιο. Δεν καταλαβαίνεις, δεν μπορείς να καταλάβεις τη δύναμη των εργατών…Έχεις λάθος. Αυτός ξέρει καλύτερα από σένα. Αλλά εσύ δεν τον κατάλαβες, ποτέ δεν μπόρεσες να τον καταλάβεις. Πίστεψέ με. Κι εγώ δεν τον καταλάβαινα, όλοι μας τον βλέπαμε μόνο μέσα στο στενό κύκλο μας, βλέπαμε ότι είναι ένας ευφυής και μορφωμένος, ένας θαυμάσιος άνθρωπος, συνεπής στις απόψεις του, ένας από τους στενούς φίλους αλλά αιώνιος αντίπαλος στις απόψεις μας. Ποτέ όμως δεν είχαμε καταλάβει πόσο σωστά καταλάβαινε αυτός τις μάζες και τι επιρροή ασκούσε πάνω τους, πόσο ήταν μέσα στις μάζες…

Ο Μάρτοφ άκουγε σιωπηλός, κατόπιν έσβησε την γκαζιέρα και μέσα στην ησυχία η φωνή του ακούστηκε σιγανή αλλά οργισμένη και βαθιά από πεποίθηση:
–Δε θέλω να με λυπάται, τον μισώ. Τον μισώ με όλη τη δύναμη που τον αγαπούσα, μισώ το πρόσωπό του και τα χέρια του, όλη την ύπαρξή του, όλα αυτά που έλεγες τώρα εσύ – και την αυτοπεποίθηση που έχει και τη σεμνότητα που έχει και αυτό που έκανε στέλνοντάς σε εδώ να με βρεις και όλα όσα λέει και όσα λένε οι άλλοι γι’αυτόν…Είμαστε εχθροί. Και αν τώρα φύγω, δεν πρόκειται να πάψω να είμαι εχθρός του…
Άρχισε να βήχει, έβηχε πολλή ώρα, κατόπι στο μαντίλι του φάνηκε αίμα. Ο βήχας έπαψε, κι αυτός, κοιτώντας με την άκρη του ματιού του τη Σοφία Μάρκοβνα, της είπε:
–Δε θα του πεις γι’ αυτό εδώ που είδες…
– Καλά.
– Πότε πρέπει να δοθεί απάντηση;
–Απάντηση θα είναι το ταξίδι σου που θα γίνει ή δε θα γίνει.
Του έδωσε το χέρι της. Αυτός αργοπόρησε κάπως, πάντως έδωσε και το δικό του –το αναιμικό και ιδρωμένο χέρι του– και της είπε: Αντίο.
–Μήπως θέλεις να του πω τίποτα; τον ρώτησε και περίμενε.
Αυτός σιωπούσε, κατόπιν είπε: Όχι.

Δυο χρόνια έπειτα, ενώ ο Λένιν βρισκόταν σε συνεδρίαση του Συμβουλίου των Επιτρόπων, του έφεραν το πρώτο τεύχος του μενσεβίκικου περιοδικού Δελτίο των Σοσιαλιστών που άρχισε να βγάζει στο Βερολίνο οΜάρτοφ. ΟΛένιν γέλασε:
– Νάτος, λοιπόν, κι ο Μάρτοφ!…
– Και πώς τα κατάφερε, αλήθεια, να διαβεί τα σύνορα! απόρησε κάποιος από τους Επιτρόπους. Η Έκτακτη Επιτροπή φαίνεται κοιμόταν.
Μικραίνοντας με πονηριά τα μάτια, ο Λένιν στράφηκε στον Τζερζίνσκι:
–Ακούτε τι σας καταμαρτυρούν;
– Τι να γίνει, έχουμε κι εμείς τα κουσούρια μας, είπε ο Τζερζίνσκι και η όψη του έμεινε ανεξιχνίαστη.
– Πάντως, παρατήρησε άλλος Επίτροπος, μπορεί να μην είναι και άσχημο που η Έκτακτη Επιτροπή αποκοιμήθηκε. Ένας ακόμη εχθρός στο Βερολίνο δεν είναι τόσο επιβλαβής όσο το φωτοστέφανο ενός μάρτυρα σε σοβιετική φυλακή.

Η συζήτηση θύμισε στον Λένιν και τη Σοφία Μάρκοβνα. Μετά τη συνεδρίαση έπρεπε να φύγει αμέσως για το Σοβιέτ της Μόσχας, όπου θα μιλούσε. Φεύγοντας ρώτησε τη γραμματέα:
– Θυμάστε, αλήθεια, τη Σοφία Μάρκοβνα; Δε σας έτυχε να την ξαναδείτε ύστερα από κείνο το βράδυ; Μήπως της χρειάζεται τίποτα;

Η γραμματέας απάντησε με θλιμμένο χαμόγελο:
– Δε χρειάζεται τίποτα, Βλαντίμιρ Ιλίτς. Ύστερα από τη συνάντηση μαζί σας έφυγε για το πολωνικό μέτωπο. Αρρώστησε από εξανθηματικό τύφο και πέθανε.

Ο Λένιν για μια στιγμή μαρμάρωσε.
– Μάλιστα, μάλιστα, είπε κατόπιν και φόρεσε βιαστικά το παλτό του.


ℹ️ Αύγουστος 2013 – ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕΒΕ
▪️ Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Θεμέλιο το 1965 και επανεκδόθηκε το 1977.
▪️ Επίσης κυκλοφόρησε το 1966 από τις ΠΛΕ (Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις).


(βιογραφικό)
Ο Εμμανουήλ Καζακέβιτς (Emmanuil Genrikhovich Kazakevich, Эммануил Генрихович Казакевич, χαϊδευτικά Эмма – Emma), γεννήθηκε στις 24-Φεβ-1913, στο Κρέμεντσουγ της Ουκρανικής Πολτάβα (Кременчуг  Полтавской губернии) και έφυγε από τη ζωή στις 22-Σεπ-1962, στη Μόσχα)

Σπούδασε μηχανολόγος, ασχολήθηκε παράλληλα με τη λογοτεχνία και το θέατρο, πήρεμέρος στην άμυνα της Μόσχας, στην απελευθέρωση της Βαρσοβίας, στην επίθεση και κατάληψη του Βερολίνου και τραυματίσθηκε τρεις φορές.

Εβραίος στην καταγωγή, που σοβιετική κοινωνία της πλήρους εθνικής ισότητας αγκάλιασε και μόρφωσε έγραψε πεζογραφία κυρίως στα ρωσικά, αλλά και στα «γίντις» όπως και ποίηση (κυρίως στα «γίντις»)
|> ΣΣ |> η γίντις ή γερμανοεβραϊκή (iddisch – Yiddish από τους αγγλόφωνους αργότερα) είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι Ασκενάζι (Ashkenazi), της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης.
Αναπτύχθηκε ως μια συγχώνευση από Γερμανικές διαλέκτους με την Εβραϊκή, την Αραμαϊκή, τις Σλαβικές γλώσσες αλλά και από κατάλοιπα Ρομανικών γλωσσών. Η Γίντις χρησιμοποιεί το Εβραϊκό αλφάβητο και ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο μεγαλύτερος αριθμός Εβραίων. <|

Ο Καζακέβιτς έγινε γνωστός μετά τον πόλεμο, όταν έγραψε το διήγημα «Αστέρι» πού αναφέρεται στη ζωή και στα κατορθώματα των οπλιτών στα μετόπισθεν του εχθρού.
Έγραψε επίσης το διήγημα «Δυο στη στέπα» (1948), το μυθιστόρημα «Άνοιξη στον Οντερ» (1949), το διήγημα «η καρδιά του φίλου» (1953), το μυθιστόρημα «ένα σπίτι στην πλατεία» (1956).
Το τελευταίο έργο του είναι το διήγημα «Γαλάζιο τετράδιο», πού αναφέρεται στην παραμονή του Λένιν στο σταθμό Ραζλίφ, που ξαναζωντανεύει και στο διήγημα «Εχθροί», πού κυκλοφόρησε τον Απρίλη 1962, πέντε μήνες πριν το θάνατο του.
Το 1930 αποφοίτησε από το Κολλέγιο Μηχανικών του Χάρκοβο (Харьковский машиностроительный техникум ) και τον επόμενο χρόνο μετακόμισε με τους γονείς του στο Μπιρομπιτζάν (Биробиджан), όπου -με τη βοήθεια των αρχών, οργανώθηκε η εβραϊκή κοινότητα.
Ήταν αρχηγός της ομάδας, μηχανικός, τοποτηρητής και, τέλος, επικεφαλής της κατασκευής του λαϊκού σπιτιού πολιτισμού της πόλης (Дворца культуры, Παλάτι πολιτισμού).
Πρόεδρος της εβραϊκής συλλογικής φάρμας «Вальдгейм» (1932), διοργανωτής του εβραϊκού θεάτρου νεολαίας, διευθυντής του κρατικού (σοβιετικού) εβραϊκού θεάτρου Μπιρομπιτζάν (BirGoset, 1933-1934) και πρόεδρος Περιφερειακής μετάδοσης Yiddish
Το 1935-1938 – συντάκτης με πλήρες ωράριο της εφημερίδας Birobidzhaner Stern και επικεφαλής του λογοτεχνικού τμήματος του Birobidzhan GOSET.

Ο Ε. Kazakevich στην περιφερειακή διάσκεψη της Komsomol (1937)

Άρχισε να δημοσιεύει ποίηση στα Γίντις το 1932 στην εφημερίδα Birobidzhaner Stern (Birobidzhan Star -Биробиджанская звезда), πρώτος αρχισυντάκτης της οποίας ήταν ο πατέρας του.
Την ίδια χρονιά, δημοσιεύτηκε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του «στο Μπιρομπιτζάν (Биробиджанстрой), ακολουθούμενη από τη συλλογή «Гройсэ вэлт» (Большой мир, ο μεγάλος κόσμος 1939) «Σολομών και Εύα» (Шолом и Ева, , 1941), καθώς και δημοσιογραφικά βιβλία (совместно с Давидом Бергельсоном, 1939 και «Дэр вэг кейн бирэбиджан» – Дорога в Биробиджан, 1940)

Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Καζακέβιτς ήταν υπεύθυνος για όλο το λογοτεχνικό μέρος της εφημερίδας Birobidzhaner Stern ενώ το 1933, ένα ποίημα του στε ρωσική μετάφραση του Σεμιόν Μπιτόνοφ δημοσιεύθηκε στην περιφερειακή εφημερίδα «Тихоокеанский комсомолец». Συμμετείχε στη μετάφραση θεατρικών παραγωγών για το Κρατικό Εβραϊκό Θέατρο Birobidzhan (BirGOSET).

Από το 1938 και μετά μετακόμισε στη Μόσχα: το 1941-1945 υπηρέτησε στο στρατό, πρώτα στη λαϊκή πολιτοφυλακή και μετά στις πληροφορίες

Γίνεται μέλος του ΚΚΣΕ (μπ) το 1944

Έγινε γνωστός -όπως ήδη ειπώθηκε, με το πρώτο έργο στα ρωσικά – η ιστορία “Star” «Звезда» (που δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού “Banner” για το 1947) – κέρδισε το Βραβείο Στάλιν (1948).
Για το μυθιστόρημα η άνοιξη στον Όντερr (Весна на Одере»1949) του απονεμήθηκε το Βραβείο Στάλιν το 1950.
Κατά τη 10ετία του 50 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, έγραφε και στα Γίντις με βιβλία που κυκλοφόρησαν από τη Βαρσοβία μέχρι το Μοντεβιδέο και με δημοσιεύσεις για τον Πούσκιν τον Μαγιακόφσκι κά. ενώ το 1959 μετέφρασε σε αρκετές εκδόσεις τις «περιπέτειες του Πινόκιο» του Carlo Collodi)

Η ιστορική νουβέλα «Το γαλάζιο τετράδιο» (Синяя тетрадь) μαζί με το διήγημα «Εχθροί» (враги) υπήρξαν τα τελευταία έργα του Καζακέβιτς.
Θυμίζουμε και πάλι πως ο τίτλος της νουβέλας είναι εμπνευσμένος από ένα τετράδιο με γαλάζιο εξώφυλλο, όπου ο Λένιν είχε συγκεντρώσει την ύλη, στην οποία στηρίχτηκε για να δώσει την τελική μορφή στο βιβλίο του «Κράτος και Επανάσταση»

Η λογοτεχνική αφήγηση είναι βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα από την περίοδο που ο Λένιν επεξεργάστηκε και έθεσε επί τάπητος τακτική με στόχο την άμεση κατάληψη της εξουσίας από τις επαναστατικές εργατικές δυνάμεις, τις γνωστές «Θέσεις του Απρίλη» του 1917

Ταινία

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...