Στα…200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 – Το ιδεολόγημα της «εθνικής ενότητας»

Επανάσταση 1821

Το alt.gr στο πλαίσιο σειράς άρθρων μπροστά στην 25η Μαρτίου δημοσιεύει το άρθρο του Μάκη Μαΐλη μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνου του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ, με θέμα: 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 – Το ιδεολόγημα της «εθνικής ενότητας»

Με απόφαση της κυβέρνησης της ΝΔ, που έγινε απόφαση της Βουλής, συστήνεται επιτροπή ενόψει της συμπλήρωσης 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 . Σύμφωνα με το άρθρο 114 του σχετικού νόμου, στους σκοπούς της επιτροπής συμπεριλαμβάνονται: «(α) η μελέτη και η υποβολή προτάσεων για την ανάδειξη των αξιών του ελληνικού Εθνους, του πολιτισμού και της ιστορίας, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τη σύσταση του ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα, (β) η ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και ιδιαιτεροτήτων της Ελλάδας, (γ) η δημιουργία ενιαίας εικόνας (branding) της χώρας και των φορέων του Ελληνικού Κράτους…».

Μέσω των παραπάνω σημείων, ιδιαίτερα του (γ) , επιχειρείται η συσκότιση και της Ιστορίας και της πραγματικής εικόνας της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Προβάλλει η πρόθεση της αστικής τάξης να συγκαλύψει την ταξική διαφοροποίηση που διαπερνά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, τον ταξικό χαρακτήρα της πάλης που διεξάγεται.

Στόχος της απόφασης που πήρε η Βουλή είναι η χειραγώγηση των λαϊκών μαζών, η αποδοχή από τους εργαζόμενους ως φυσικού φαινομένου της ληστρικής εκμετάλλευσής τους από το κεφάλαιο, η μόνιμη ενσωμάτωσή τους στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και η εξαφάνιση κάθε σκέψης ότι ο ενωμένος λαός μπορεί να συντρίψει τα δεσμά της κυρίαρχης τάξης και να ανοίξει το δρόμο για ριζικές αλλαγές με την οργάνωση και την πάλη του.

Οι αξίες «του ελληνικού Έθνους», που αναφέρονται στην προηγούμενη απόφαση, αφορούν τις αξίες της αστικής τάξης, άρα δεν είναι αξίες όλων. Είναι σαν την οικονομική ανάπτυξη που προωθούν η κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα, ανάπτυξη υπέρ του κεφαλαίου, αλλά που την λανσάρουν ως ανάπτυξη για όλους ή δίκαιη ανάπτυξη. Η αστική τάξη ήταν προοδευτική όταν διεκδικούσε την εξουσία στις συνθήκες της οθωμανικής φεουδαρχικής εξουσίας. Εδώ και πολλές δεκαετίες έχει γίνει τάξη αντιδραστική, αντίπαλός της είναι ο λαός, δηλαδή η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.

Δεύτερον, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας είναι μέρος της αστικής στρατηγικής, που παζαρεύει τη σημαντική γεωγραφική θέση της χώρας για τη συμμετοχή στη διανομή της λείας και την αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού (Συμφωνία των Πρεσπών, αμερικανικές βάσεις κ.λπ.).

Τρίτον, η δημιουργία ενιαίας εικόνας της χώρας, που επιδιώκουν να διαμορφωθεί μέσω αυτής της απόφασης, δεν έχει την παραμικρή σχέση με την εξαθλίωση που βιώνει η μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία, με την εντεινόμενη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και με την καταπίεση των αυτοαπασχολούμενων από τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Η πλαστογράφηση αποτελεί πάγια πρακτική όλων των αστικών κομμάτων και κυβερνήσεων καθώς και πολλών εντύπων τους και διαφόρων ειδικών εκδόσεων. Επιχειρείται τόσο με την απόκρυψη σειράς ιστορικών γεγονότων όσο και με τη διαστρέβλωση σειράς άλλων, ενώ όλο το στημένο σκηνικό στριμώχνεται στο περιτύλιγμα – ιδεολόγημα της «εθνικής ενότητας», που παρουσιάζεται ως η πεμπτουσία των συμπερασμάτων αυτής της μακρόχρονης πορείας και το μονίμως …επίκαιρο πολιτικό δίδαγμα.

Αυτό εξάλλου διατύπωσε καθαρά και ο Κυρ. Μητσοτάκης.

Είπε:

«Το 2021 θα είναι μια χρονιά που όλοι οι Έλληνες θα γιορτάσουμε μαζί και ενωμένοι τα 200 χρόνια ελευθερίας του ελληνικού κράτους, με υπερηφάνεια για το παρελθόν μας και αυτοπεποίθηση για το μέλλον μας» («Καθημερινή», 1-8-2019).

«Εθνική ενότητα» δεν υπήρξε ποτέ και ούτε ήταν δυνατό να υπάρξει στην Ιστορία του ελληνικού κράτους, όπως και σε κανένα καπιταλιστικό κράτος. Με την επίκληση της «εθνικής ενότητας» επιχειρούν να εμφανίσουν ως δευτερεύουσας και τριτεύουσας σημασίας τις όποιες κοινωνικές ανισότητες, ιδιαίτερα τις ταξικές, που κατά την αστική προπαγάνδα οφείλουν να υποτάσσονται στο πρωταρχικό, δηλαδή στο λεγόμενο εθνικό συμφέρον. Με αυτόν τον τρόπο ανάγουν τα αστικά συμφέροντα σε συμφέρον όλου του πληθυσμού.

«Η ιστορία των έως τώρα κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων», έγραψαν οι Μαρξ – Ενγκελς και αυτά τα λόγια τους έχουν επιβεβαιωθεί χιλιάδες φορές σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό είχε ήδη αποδειχτεί και με την Επανάσταση του 1821 , επιβεβαιώθηκε και στους δυο αιώνες που την ακολούθησαν. Οι ταξικές αντιθέσεις δεν δημιουργούνται και δεν καθορίζονται από τις όποιες υποκειμενικές διαθέσεις και επιδιώξεις. Εχουν αντικειμενικό χαρακτήρα και είναι ασυμφιλίωτες.

Εθνικισμός και αστικός κοσμοπολιτισμός

Από την πλευρά του, ο ΣΥΡΙΖΑ ασκεί κριτική στη ΝΔ ότι επιδιώκει «να συγκροτήσει ένα νεοφιλελεύθερο, νεοσυντηρητικό αφήγημα, στο οποίο θα προσαρμόζεται η νέα εθνική ταυτότητα και μέσα από το οποίο θα απενοχοποιείται, επομένως θα νομιμοποιείται ιστορικά, η νεοφιλελεύθερη Δεξιά ως η μοναδική εθνική δύναμη» (Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στην «Αυγή», 8-9-2019).

Αν η λεγόμενη Δεξιά επιχειρεί την απενοχοποίηση από το παρελθόν της (που πράγματι επιχειρεί), ο ΣΥΡΙΖΑ προ πολλού αλλά και ως κυβέρνηση έχει απενοχοποιήσει συλλήβδην τον σύγχρονο καπιταλισμό, τον ιμπεριαλιστικό. Βρήκε σ’ αυτόν ανιδιοτελείς συμμάχους, από τον «διαβολικά καλό Τραμπ» μέχρι τον Ομπάμα, τον Μακρόν και την Μέρκελ, την ΕΕ, φυσικά και τον ΣΕΒ της… υγιούς επιχειρηματικότητας. Αυτές οι επιλογές του συγκρούονται με την Ιστορία του εργατικού – λαϊκού κινήματος, που συν τοις άλλοις προσβάλλει βάναυσα, ιδιαίτερα όταν αποφασίζει να το «τιμήσει» (ΕΑΜ, Μπελογιάννης κ.ά.). Εξάλλου, η κριτική του στο ιστορικό παρελθόν περιορίζεται στην πολεμική του κατά της φασιστικής και της λεγόμενης ακροδεξιάς εκδοχής, αφήνοντας στο απυρόβλητο την αστική εξουσία, μαζί και τα οικονομικά της στηρίγματα, που υπηρέτησαν και υπηρετούν όλες οι αστικές αποχρώσεις.

Η διαπάλη του ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ και άλλες αστικές δυνάμεις εκφράζει τη διαπάλη ανάμεσα στον εθνικισμό και τον αστικό κοσμοπολιτισμό, που αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος (βλέπε τη διαπάλη για τη Συμφωνία των Πρεσπών). Οπως η απόφαση της Βουλής για τα 200 χρόνια υπογραμμίζει την «ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και ιδιαιτεροτήτων της Ελλάδας», το ίδιο και ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει αυτά τα πλεονεκτήματα για να προωθήσει την ευρωενωσιακή, φιλοΝΑΤΟική και φιλοαμερικανική πολιτική του.

Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι πρέπει «να υπάρξει ένας ιστορικός αναστοχασμός και μία προσπάθεια Εθνικής αυτοσυνείδησης με σύγχρονους όρους μέσα στο ευρωπαϊκό Πλαίσιο (…) έτσι ώστε η χώρα μας να αποκτήσει μία μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ως χώρα και ως λαός, ξέροντας ακόμα περισσότερο την ιστορία της» (ομιλία του Νίκου Βούτση στη Βουλή, 5-8-2019). Επί της ουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ αναπαράγει το ιδεολόγημα της «εθνικής ενότητας», από την οπτική της «Αριστεράς» του συστήματος.

Αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση

Η Επανάσταση του 1821 ήταν αστική εθνικοαπελευθερωτική. Ηγετική της δύναμη ήταν η ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη, που συγκρούστηκε με την οθωμανική φεουδαρχική εξουσία, έχοντας ως πιο δυναμικό και πρωτοπόρο τμήμα της αυτό που αναπτύχθηκε στη ναυτιλία και στο εξωτερικό εμπόριο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στόχος και αποτέλεσμα της επανάστασης ήταν η συγκρότηση του αστικού έθνους – κράτους, που επιτεύχθηκε με την παρέμβαση ισχυρών ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών της εποχής (της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας), αλλά και της τσαρικής Ρωσίας.

Οσο προχωρούσε η ανάπτυξή της, τόσο η αστική τάξη βρισκόταν σε αντίθεση με τις φεουδαρχικές δομές και σχέσεις παραγωγής, τόσο πιο επιτακτική γινόταν η ανάγκη ανατροπής τους.

Ωστόσο, τα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης δεν κράτησαν ενιαία στάση στο ζήτημα της επαναστατικής πάλης. Η αιτία γι’ αυτό ήταν οι σημαντικές διαφορές συμφερόντων που υπήρχαν μεταξύ τους.

Οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες των θαλάσσιων μεταφορών, πλοιοκτήτες και έμποροι, είχαν ως βασικό στόχο την ισχυροποίησή τους στις διεθνείς αγορές και είχαν διαμορφώσει φιλελεύθερη κοσμοπολίτικη σκέψη. Στην ταλάντευση των Ελλήνων πλοιοκτητών, ως προς τη συμμετοχή τους στην επαναστατική πάλη, έπαιξαν ρόλο και η σχέση τους με το αγγλικό κεφάλαιο και η σύμπλευσή τους με την αγγλική εξωτερική πολιτική. Η Αγγλία δεν επιδίωκε αρχικά το διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αντιφατική ήταν και η στάση των Ελλήνων κοτζαμπάσηδων, που είχαν σημαντικά προνόμια, ενώ μετείχαν στην εκμετάλλευση και καταπίεση των φτωχών Ελλήνων αγροτών. Ωστόσο, δεν έπαυαν να βρίσκονται στα κατώτερα τμήματα του οθωμανικού κράτους, η περιουσία τους μπορούσε να δημευτεί όταν πέθαιναν, ενώ κινδύνευαν να δολοφονηθούν από τους Τούρκους πασάδες και βελήδες. Ακόμα, είχαν αναπτύξει και εμπορική δραστηριότητα και κοινά συμφέροντα με αστικά στρώματα και απ’ αυτήν την άποψη τους συνέφερε η κατάργηση της οθωμανικής κυριαρχίας.

Παρόμοιες ταλαντεύσεις παρουσίαζαν και άλλες δυνάμεις, όπως οι αρματολοί, που είχαν σχέσεις με τον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό.

Ο ανώτερος κλήρος – ιδιαίτερα το Πατριαρχείο – είχε προνόμια στο πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα το Πατριαρχείο να σταθεί αντίθετο με τις αποσχιστικές εθνικιστικές τάσεις. Ενα μικρό μέρος του ανώτερου κλήρου ασπάστηκε τις ιδέες του αστικού Διαφωτισμού. Ομως μεγάλο μέρος του κατώτερου κλήρου συμπορεύτηκε με τους φτωχούς αγρότες.

Οι Φαναριώτες στήριζαν την οθωμανική εξουσία, βλέποντας ότι υπήρχαν δυνατότητες για ακόμα μεγαλύτερη κοινωνική ανέλιξή τους.

Αυτοί που αποτέλεσαν την υποδομή για τη στρατιωτική οργάνωση της επανάστασης , ήταν οι μικροί έμποροι του χερσαίου εμπορίου, οι αγρότες, οι τεχνίτες και οι κλέφτες, που σήκωσαν το κύριο βάρος του επαναστατικού αγώνα και στήριξαν αποφασιστικά τη Φιλική Εταιρεία. Όμως αυτές οι δυνάμεις ήταν αντικειμενικά αδύνατο να διαμορφώσουν αυτοτελές πρόγραμμα εξουσίας. Στην πραγματικότητα ήταν εξαναγκασμένες να ακολουθήσουν την ηγεμονική δύναμη του αγώνα, την αστική τάξη, δηλαδή τον φορέα των νέων σχέσεων παραγωγής, των καπιταλιστικών, για τη δημιουργία αστικού κράτους και το τσάκισμα των φεουδαρχικών σχέσεων παραγωγής.

Κοινωνικές διαφοροποιήσεις και αντιθέσεις

Οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα διάφορα αστικά τμήματα εκφράστηκαν και στο βάθος των επιδιωκόμενων ανατροπών, με αιματηρούς ένοπλους εμφυλίους πολέμους κατά τη διάρκεια της επανάστασης και μετά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Η ελληνική αστική τάξη επιδίωκε τη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού κράτους, με Σύνταγμα και Κοινοβούλιο, με ενιαία εθνική αγορά. Αυτό προϋπέθετε την κατάργηση των ορίων των τοπικών αγορών που είχαν διαμορφωθεί. Το τμήμα που δέσποζε στην αστική τάξη, το εφοπλιστικό κεφάλαιο, επιδίωκε τη δημιουργία μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας που θα συγκέντρωνε κρατικά έσοδα, για να στηρίξει τη διεθνή κίνηση του εμπορικού στόλου. Οι ίδιοι οι πλοιοκτήτες ζητούσαν αποζημιώσεις για τη συμμετοχή τους στον αγώνα, με κτήματα από την εθνικοποίηση των τουρκικών κτημάτων.

Αυτή η επιδίωξη τους έφερε σε σύγκρουση με τους προεστούς (κοτζαμπάσηδες) και τους αρματολούς, που επιθυμούσαν τη διατήρηση και ενίσχυση των τοπικών προνομίων και εξουσιών (συγκέντρωση φόρων κ.ά.) και γι’ αυτό αντιδρούσαν στη συγκρότηση ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους.

Απ’ την πλευρά τους, οι μικροί ιδιοκτήτες γης και οι ακτήμονες προσδοκούσαν τη βελτίωση της οικονομικής τους θέσης καθώς και πολιτικά δικαιώματα, έχοντας χύσει ποταμούς αίματος για τη νίκη της επανάστασης . Ομως η υποθήκευση της εθνικής γης για τα εξωτερικά δάνεια απέκλειε τότε το μοίρασμα της γης στους στρατιωτικούς και στους αγρότες.

Η τύχη χιλιάδων αγωνιστών ακτημόνων και στρατιωτικών ήταν αντίστοιχη με την τύχη των σκαφτιάδων της Αγγλικής Επανάστασης (1649), που διακήρυσσαν στις κινητοποιήσεις τους: «Δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ελευθερία όσο η γη των αγροτών είναι ιδιοκτησία των λόρδων» (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ε1, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1959, σελ. 87).

Στη βάση όλων των προηγούμενων πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της ρευστότητας των κοινωνικών συμμαχιών, των προσωρινών συμβιβασμών και των εμφύλιων συγκρούσεων. Ακόμα, στο γεγονός ότι στην εξέλιξη της επανάστασης έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι τότε μεγάλες δυνάμεις, με βάση τις δικές τους ιδιαίτερες στρατηγικές επιδιώξεις και τον λυσσαλέο ανταγωνισμό τους για κυριαρχία, που καθόριζε τη διαφορετική κάθε φορά στάση τους απέναντι στην επανάσταση και το εδαφικό της όριο.

Το 1830 αναγνωρίστηκε επίσημα η ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, με Πρωτόκολλο που υπέγραψαν στο Λονδίνο οι Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία. Η συγκρότηση του νέου κράτους καθώς και η πάλη για την επέκτασή του πραγματοποιούνταν σε συνθήκες οξύτατου ανταγωνισμού των τότε κομμάτων. Απότοκο αυτών των αντιθέσεων ήταν και η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια (1831). Ταυτόχρονα, δεν υπήρχε πλήρης συμφωνία μεταξύ των διαφόρων αστικών τμημάτων σχετικά με τους ρυθμούς που προχωρούσε η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους.

Η ενδοαστική διαπάλη συνεχίστηκε οξύτατη και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την επιλογή του Οθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας από τις τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις», που έγινε σε σύμπραξη με τους εγχώριους αστούς (Μαυροκορδάτο κ.ά.).

Ενσωματωμένος στο αστικό κράτος ο θεσμός της βασιλείας και λειτουργώντας ως κέντρο εξουσίας, αλλά και έχοντας άμεση διασύνδεση με ξένες δυνάμεις, ήρθε συχνά σε σύγκρουση με το αστικό πολιτικό σύστημα, με επίκεντρο τις αρμοδιότητες κάθε πλευράς (έλεγχο των κυβερνήσεων, του στρατού κ.ά.). Ταυτόχρονα, αυξανόταν συνεχώς η επιρροή της Αγγλίας και ενισχυόταν προς αυτήν ο προσανατολισμός της ελληνικής αστικής τάξης, ενώ υποχωρούσε αναλόγως η επιρροή της Ρωσίας.

Στο έδαφος αυτών των αντιθέσεων ξεδιπλώθηκαν το εκσυγχρονιστικό κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη 1843 για τη θέσπιση νέου Συντάγματος και το αντίστοιχο κίνημα του 1862, που οδήγησε στην έξωση του Οθωνα και στην ανάληψη της βασιλείας από τον Γεώργιο Α’ (1863), συνακόλουθα και στην ψήφιση νέου Συντάγματος (1864).

Κατά την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα άρχισε να διαμορφώνεται ο αστικός δικομματισμός, εν μέσω έντονων τριβών και αστάθειας του αστικού πολιτικού συστήματος, που κορυφώθηκαν με το στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή (1909), την έλευση του Ελ. Βενιζέλου και την ανάληψη από αυτόν της πρωθυπουργίας και την ψήφιση του Συντάγματος του 1911.

Η αστική διαπάλη κορυφώθηκε στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου και πήρε εκρηκτικές διαστάσεις το 1915 και ακόμα περισσότερο το 1916 (30 Αυγούστου), οπότε πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη φιλοβενιζελικό κίνημα ενάντια στην κυβέρνηση της Αθήνας και στον βασιλιά Κωνσταντίνο Α’, ενώ ο Βενιζέλος σχημάτισε στη Θεσσαλονίκη δική του κυβέρνηση. Υπενθυμίζεται ότι τμήμα των αστικών δυνάμεων και ο βασιλιάς είχαν ταχθεί υπέρ της «ουδετερότητας» της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεγονός που ευνοούσε τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία – Αυστροουγγαρία). Ο Βενιζέλος επέμενε να μπει η Ελλάδα στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ (Αγγλία – Γαλλία – Ρωσία).

Η ενδοαστική σύγκρουση οδήγησε στον εμπορικό αποκλεισμό της «Παλιάς Ελλάδας» από την Αντάντ, στην κατοχή της Θεσσαλονίκης από τον γαλλικό στρατό και στην πολεμική σύγκρουση στρατού και βασιλικής κυβέρνησης και των επίστρατων με τον γαλλικό στρατό, που έφτασε έως το κέντρο της Αθήνας. Τελικά η βενιζελική παράταξη επικράτησε και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε. Ακόμα, στη διάρκεια του αντιβενιζελικού πογκρόμ, στο οποίο επιδόθηκαν οι βασιλικοί στην Αθήνα, σημειώθηκαν 35 φόνοι, 922 φυλακίσεις, 503 περιπτώσεις λεηλασίας και 980 απελάσεις και εκτοπίσεις (Νίκος Αλιβιζάτος, «Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1880-2011», εκδ. «Πόλις», Αθήνα, 2011, σελ. 232).

Οι συγκρούσεις φούντωσαν ξανά το 1922, μετά από τη Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, και κορυφώθηκαν με το στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τους Πλαστήρα – Γονατά – Φωκά και την εκτέλεση στου Γουδή 6 πρωτοκλασάτων στελεχών της βασιλικής πλευράς (ανάμεσά τους 3 πρώην πρωθυπουργοί). Μέχρι το 1936, ακολούθησαν 6 στρατιωτικά πραξικοπήματα, με εναλλάξ πρωταγωνιστές βασιλόφρονες και βενιζελικούς.

Απ’ όλα τα προηγούμενα καθώς και από τις μετέπειτα εξελίξεις (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αγώνας του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ και όσα ακολούθησαν), προκύπτει ότι η περιλάλητη «εθνική ενότητα» ήταν άπιαστο πουλί, όχι μόνο στο πλαίσιο της αντίθεσης ανάμεσα στην αστική τάξη και στις λαϊκές μάζες, αλλά ακόμα και μέσα στο ενδοαστικό πλαίσιο. Βέβαια, πρέπει να υπογραμμιστεί, γιατί αποτελεί και σύγχρονο δίδαγμα, ότι οι αστικές δυνάμεις, ακόμα και τότε που σφάζονταν μεταξύ τους, ήταν απόλυτα ενιαίες όταν επρόκειτο να αντιμετωπίσουν τον λαό.

Μια νέα κοινωνική τάξη ήρθε στο προσκήνιο

Η καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία συντελούνταν ολόκληρη την προαναφερόμενη περίοδο, είχε ως επακόλουθο την αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης, τη συγκέντρωσή της σε μια σειρά βασικούς χώρους (Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Βόλο κ.ά.) και την οργάνωσή της σε πανελλαδικό επίπεδο. Το 1918, ένα χρόνο μετά την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση , που έδειχνε ότι η ανθρωπότητα μπήκε στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, ιδρύθηκε το ΚΚΕ, γεγονός που σήμαινε τη χάραξη μιας ποιοτικής τομής στην ελληνική κοινωνία. Με την ίδρυση του ΚΚΕ (αρχικά ΣΕΚΕ) η εργατική τάξη απέκτησε την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική πρωτοπορία της, αφού το εργατικό κίνημα συνδέθηκε με τη θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού. Η ίδρυση του ΚΚΕ σηματοδότησε ότι η ταξική πάλη εισήλθε σε νέα φάση και ότι η εργατική τάξη συγκέντρωνε βασικές προϋποθέσεις για να παίξει τον δικό της αυτοτελή ρόλο.

Η εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι η αστική τάξη και οι ιδέες της είναι ιστορικά παρωχημένες. Εχει μετατραπεί σε τάξη παρασιτική. Επίκαιρες είναι μόνο οι αξίες της εργατικής τάξης, η θεωρία της σύγχρονης κοινωνικής επανάστασης για το σοσιαλισμό – κομμουνισμό.

Όμως, ο λαός έχει ταυτόχρονα κάθε λόγο να τιμά τον ηρωικό λαϊκό αγώνα του 1821 , τις ανείπωτες θυσίες και τα ολοκαυτώματα των απλών αγωνιστών να ξεκολλήσουν από την τότε λάσπη τη ρόδα της προόδου. Αυτή η τιμή είναι στοιχείο της οφειλόμενης τιμής σε κάθε επαναστατικό κίνημα όπου Γης και κάθε εποχής. Είναι και κληρονομιά των σύγχρονων μισθωτών σκλάβων.

Από την άλλη, κληρονομιά είναι ο αγώνας της Παρισινής Κομμούνας, η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση , τα 20 εκατομμύρια νεκρών Σοβιετικών στον Β’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, οι χιλιάδες νεκροί του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, οι 200 της Καισαριανής, ο Δεκέμβρης 1944, οι 30.000 νεκροί μαχητές του ΔΣΕ, ο Μπελογιάννης και η Ηλέκτρα και χιλιάδες άλλοι. Ο αγώνας τους πηγαίνει πολύ πιο μακριά από αυτόν του 1821 . Εκατομμύρια μαχητές είχαν όραμα μια κοινωνία δίχως εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Καθετί στην εποχή του.

Η ανιστόρητη προπαγάνδα για την ανάγκη «εθνικής ενότητας» συντρίβεται στους τόπους δουλειάς, όπου οι εργάτες συνθλίβονται στη μέγγενη της εκμετάλλευσης, της τρομοκρατίας, των εκβιασμών, της απόλυσης. Συντρίβεται στους διεξαγόμενους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στις συγκρούσεις για το μοίρασμα των πηγών Ενέργειας, στην καπιταλιστική κρίση, που για την έξοδο απ’ αυτήν σε όφελος του κεφαλαίου πλήρωσαν η εργατική τάξη και οι αυτοαπασχολούμενοι, χάρη στην πολιτική των κυβερνήσεων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και άλλων αστικών κομμάτων. Επίκαιρος, ρεαλιστικός και αναγκαίος είναι ο αγώνας για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, για τη Λαϊκή Συμμαχία, τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την εργατική εξουσία.

Από το 1821 μπορούμε να κρατήσουμε το συμπέρασμα ότι η λαϊκή ορμή και εξέγερση μπορεί να σπάσουν και έναν αρνητικό διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο Ριζοσπάστη, φύλλο Σαββατοκύριακου 21-22 Σεπτέμβρη 2019.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...