Του Γιώργου Παλιούρα – Υποστράτηγος Αστυνομίας ε.α.
Η καθιέρωση, το 1991 από τον ΟΗΕ, της 25 Νοέμβρη ως μέρας για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, δεν σημαίνει ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα έγιναν ουσιαστικά βήματα τα χρόνια που ακολούθησαν.
Το πρόβλημα της βίας ενάντια στις γυναίκες έχει πολλές μορφές, με κύρια την εργασιακή βία για τις εργαζόμενες, ιδιαίτερα στις συνθήκες της πανδημίας. Οι συνθήκες εργασίας είναι εξαιρετικά δυσμενείς στα νοσοκομεία και στην εμπορία τροφίμων. Βία είναι και η καταπίεση και η τρομοκρατία από τους εργοδότες στους χώρους εργασίας. Είναι η απλήρωτη υπερεργασία και η απειλή της απόλυσης. Τα μέτρα που λαμβάνονται για την αποφυγή μετάδοσης του κορονοϊού στις επιχειρήσεις είναι μηδαμινά. Οι γυναίκες βιώνουν το διαρκή φόβο για τη μεταφορά της ασθένειας από το χώρο εργασίας ή τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς στο σπίτι. Εκεί επωμίζονται και την ευθύνη των παιδιών και τις εργασίες του σπιτιού, ως συνέπεια της κρατούσας αντίληψης για τη θέση της γυναίκας που ασφαλώς επηρεάζει καταλυτικά και τις οικογενειακές σχέσεις. Αυτό το έδαφος δημιουργεί εντάσεις και στην οικογένεια, ακόμα και την ενδοοικογενειακή βία.
Την περίοδο αυτή, που εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων, η γυναίκα βρίσκεται περισσότερο μέσα στο σπίτι, είναι πασίδηλο ότι τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος τους έχουν αυξηθεί σημαντικά. Αυτό επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία της αστυνομίας. Βέβαια θα πρέπει να τονιστεί ότι το κράτος μένει στις διαπιστώσεις και διαχρονικά δεν παίρνει δραστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας.
Η ριζική αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών θα σήμαινε ρήξεις που έρχονται σε αντίθεση με τις εφαρμοζόμενες αντιλαϊκές πολιτικές των αστικών κυβερνήσεων στον κοινωνικό τομέα. Θα σήμαινε το κράτος να αναλάβει το κόστος οργάνωσης και λειτουργίας δομών, όπως κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές πρόληψης της βίας, μηχανισμούς υποστήριξης, παροχής προστασίας και ελέγχου με κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να αναπτυχθούν κοινωνικές υποδομές για τη στήριξη των κακοποιημένων γυναικών, που σήμερα είναι μόλις 20 σε όλη την Ελλάδα, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του επιστημονικού προσωπικού εργάζεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Με τις πρόσφατες αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, αποδυναμώνεται ακόμα περισσότερο η προστασία των γυναικών που έχουν υποστεί βία. Συγκεκριμένα, απαλείφθηκε ακόμα και η κατώτατη ποινή για τη σεξουαλική παρενόχληση εργαζόμενων γυναικών από εργοδότη (άρθρο 337), ενώ οι μαστροποί διώκονται μόνο βάσει του άρθρου 323Α για την «εμπορία ανθρώπων», εφόσον δηλαδή αποδειχθεί ότι υπάρχει κακοποίηση. Οπότε, αν θεωρηθεί ότι υπάρχει «συναίνεση» της γυναίκας, δεν υπάρχει καν δίωξη(!) ρίχνοντας στα «μαλακά» τους ενόχους. Αυτό δεν αφορά μόνο τη χώρα μας αλλά είναι μια διαπίστωση για όλη την ΕΕ και όλο τον κόσμο που κυριαρχεί η οικονομία της αγοράς.
Στην ΕΕ, την πραγματικότητα αυτή, οι γυναίκες τη βιώνουν με τις ντιρεκτίβες που χειροτερεύουν συνεχώς τις εργασιακές σχέσεις για τη γυναίκα, συνήθως με την υποκριτική επίκληση της ισότητας των φύλων. Η γυναίκα ζει με τα δεσμά της οικονομικής εκμετάλλευσης και καταπιέζεται περισσότερο, παρά την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, που θα μπορούσε να διαμορφώσει καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας.
Πρόσφατα οι γυναίκες της Πολωνίας κατέβηκαν στους δρόμους για να διεκδικήσουν το δικαίωμα στις αμβλώσεις που το απαγόρευσε η ακροδεξιά-αντικομμουνιστική κυβέρνηση της χώρας τους. Στην Ελλάδα τις μέρες αυτές, με το γιορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου διαπιστώσαμε, για μια ακόμη φορά, πώς μεταχειρίζεται το κράτος τις γυναίκες που αντιστέκονται και αγωνίζονται για τις λαϊκές ελευθερίες, με το ξυλοκόπημα, τους προπηλακισμούς, τις προσαγωγές, όπως σε όλο τον αγωνιζόμενο λαό.
Από όλα αυτά βγαίνει το συμπέρασμα πως η εξάλειψη της βίας ενάντια στις γυναίκες μπορεί να γίνει πράξη μόνον όταν ανατραπεί το σάπιο και βάρβαρο καπιταλιστικό σύστημα και πάψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, πάνω στην οποία δομήθηκε διαχρονικά και η ανισότητα μεταξύ άντρα και γυναίκας. Στην κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να συντείνουν οι αγώνες των γυναικών μαζί με όλο το λαϊκό κίνημα.
Γιώργος Παλιούρας
Υποστράτηγος Αστυνομίας ε.α.
πτυχιούχος ΝΟΠΕ/ΕΚΠΑ
και Σχολής Εθνικής Ασφάλειας



