28η Οκτωβρίου 1940: Το ημερολόγιο του Στέλιου Βαμβέτσου

Έλληνες στρατιώτες σε πυροβόλο της 8ης Μεραρχίας κατά την ιταλική εισβολή του Οκτώβρη 1940
Φώτο Αρχείου / Έλληνες στρατιώτες σε πυροβόλο της 8ης Μεραρχίας κατά την ιταλική εισβολή του Οκτώβρη 1940

Με αφορμή την επέτειο έναρξης του ιταλοελληνικού πολέμου, ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει σήμερα σελίδες από το ημερολόγιο του Στέλιου Βαμβέτσου, αξιωματικού του Πυροβολικού και αργότερα στελέχους του ΚΚΕ. Το ημερολόγιο, βασισμένο σε σημειώσεις της περιόδου, γράφτηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ αντίγραφό του σώζεται στο Αρχείο του ΚΚΕ.

Στέλιος Βαμβέτσος

Ο Στέλιος Βαμβέτσος με τη στρατιωτική στολή αξιωματικού του πυροβολικού σε κάποιο μνημείο
Ο Στέλιος Βαμβέτσος με τη στρατιωτική στολή αξιωματικού του πυροβολικού σε κάποιο μνημείο

Ο Στέλιος Βαμβέτσος γεννήθηκε το 1910 στα Τρίκαλα. Το 1933 αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Ο πόλεμος του 1940 τον βρήκε με τον βαθμό του Λοχαγού – διοικητή μηχανοκίνητης πυροβολαρχίας.

Τον Μάρτη 1943 κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ και τον Σεπτέμβρη του ίδιου έτους έγινε μέλος του ΚΚΕ. Στον ΕΛΑΣ υπήρξε Διοικητής Συντάγματος, Επιτελάρχης Ταξιαρχίας, Διευθυντής του ΙΙ Γραφείου στο Κλιμάκιο Γενικού Στρατηγείου Ηπείρου. Μετά τη Συμφωνία της Καζέρτας ήταν εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ στο αρχηγείο του ΕΔΕΣ.

Από το 1945 έως το 1946 έδρασε στα Τρίκαλα. Τον Αύγουστο 1946 εξορίστηκε στη Νάξο και μετέπειτα στην Ικαρία, στη Σαντορίνη, στη Μακρόνησο, στον Άη Στράτη. Αποφυλακίστηκε το 1952 και μέχρι το 1958 έζησε στα Γιάννενα.

Το 1955 έγινε μέλος της ΝΕ της ΕΔΑ, ενώ τις περιόδους 1957-58 και 1962-67 ήταν γραμματέας της. Παρεμβλήθηκε η σύλληψη και εξορία στον Αη Στράτη την περίοδο 1959-1961. Το 1967 εκτοπίστηκε στη Γιούρα και στο Παρθένι της Λέρου έως τον Δεκέμβρη 1970.

Μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ήταν Γραμματέας της ΝΕ Ιωαννίνων του ΚΚΕ, μέλος της Επιτροπής Περιοχής Ηπείρου και Νήσων, υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ και δημοτικός σύμβουλος Ιωαννίνων. Αγωνίστηκε για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

Οι πολύχρονες φυλακίσεις είχαν υποσκάψει την υγεία του. «Έφυγε» από τη ζωή τον Ιούλη 1981, σε ηλικία 71 ετών, και κηδεύτηκε στα Γιάννενα συνοδεία πλήθους κόσμου.

* * *

Την αξία του Βαμβέτσου ως στρατιωτικού αναγνωρίζουν στα γραπτά τους στρατηγοί του αστικού στρατού, ανάμεσά τους ο Χ. Κατσιμήτρος, τότε διοικητής της 8ης Μεραρχίας της Ηπείρου, και αργότερα υπουργός της Κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου μιλώντας για το «εύστοχο πυρ του λοχαγού Βαμβέτσου» και την «πυροβολαρχία φάντασμα».

Στις 26 Αυγούστου 1940 ο Στέλιος Βαμβέτσος πήρε εντολή να μετακινήσει την πυροβολαρχία που διοικούσε από τα Τρίκαλα προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Η δικτατορία του Μεταξά, εκφράζοντας τα γενικότερα συμφέροντα της αστικής τάξης και τη σύνδεση του ελληνικού αστικού κράτους με τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας, αντιτάχθηκε στις δυνάμεις του φασιστικού Αξονα και προσανατολίστηκε στην υπεράσπιση της εδαφικής επικράτειας – στην απόκρουση της επίθεσης.

Η επιτιθέμενη φασιστική Ιταλία είχε μεγάλη υπεροπλία ιδίως σε τανκ και αεροπλάνα. Από την ελληνική πλευρά, η δικτατορία Μεταξά διατηρούσε ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, γιατί φοβόταν και μια επίθεση από τη Βουλγαρία.

Στα ελληνοαλβανικά σύνορα το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού σχεδίαζε μια οπισθοχώρηση, ώστε η γραμμή άμυνας να οχυρωθεί νοτιότερα. Κατά συνέπεια, τα τμήματα του Ελληνικού Στρατού που βρίσκονταν κοντά στα σύνορα, είχαν σκοπό την καθυστέρηση του επιτιθέμενου.

Αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς και στις διηγήσεις του Βαμβέτσου για τις πρώτες μέρες του πολέμου, όταν στις 3 Νοέμβρη γράφει στο ημερολόγιό του: «Οι ελπίδες μας για μια αποτελεσματική άμυνα στο Καλπάκι άρχισαν να σβήνουν»… Τελικά, στο πεδίο της μάχης ανατράπηκε η ιταλική επίθεση και δεν πραγματοποιήθηκε η οπισθοχώρηση.

Τα γεγονότα αυτά δείχνουν τον μεγάλο ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα στον πόλεμο, την ικανότητά του να αντισταθεί, να ανατρέψει ισχυρά εξοπλισμένους στρατούς. Είναι διαχρονικής σημασίας συμπέρασμα, που επιβεβαιώθηκε και στη μεγάλη ανάπτυξη αργότερα του ΕΛΑΣ.

Τα αποσπάσματα που δημοσιεύουμε παρακάτω είναι επιλογή από τα γεγονότα της περιόδου 27 Οκτώβρη – 4 Νοέμβρη 1940.

Σελίδες ημερολογίου

Χάρτης με τις μετακινήσεις στρατευμάτων κατά την έναρξη της ιταλικής εισβολής 28 Οκτώβρη 1940
Χάρτης με τις μετακινήσεις στρατευμάτων κατά την έναρξη της ιταλικής εισβολής 28 Οκτώβρη 1940

27 Οκτωβρίου 1940.- Ο καιρός είναι λίγο συννεφιασμένος και οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου έχουν αρχίσει. Τίποτε ακόμα το νεώτερον από τα σύνορα, οι θέσεις καταυλισμού της πυρ/χίας μου είναι περίπου 30 χιλ/τρα πίσω από τα σύνορα. Κοντά είναι το χωριό Νεγράδες και πολύ κοντά η θέση της πυρ/χίας μου που θα την καταλάμβανα με την έναρξιν των επιχειρήσεων (…)

28 Οκτωβρίου 1940.- Είναι ακόμα νύχτα. Στο βαθύ μου ύπνο ακούω κάτι σαν μπουμπούνισμα. Κάποτε κάποτε μισοξυπνάω και ακούω το μπουμπούνισμα αυτό χωρίς καμιά διακοπή. Περίεργο μπουμπούνισμα λέω μέσα μου, χωρίς διακοπή, έχοντας όμως υπόψιν μου πως το βράδυ που πήγα να κοιμηθώ ο ουρανός ήταν βαριά συννεφιασμένος δεν ανησύχησα καθόλου. Ξανακοιμήθηκα, μα δεν θα πέρασαν ούτε πέντε λεπτά της ώρας και ξυπνάω πάλι από τα χτυπήματα που έκανε στην πόρτα του δωματίου μου ένας στρατιώτης μου, που συγχρόνως φώναζε δυνατά «Κύριε Λοχαγέ κύριε Λοχαγέ, ο κύριος Ταγματάρχης είπε να κατεβήτε αμέσως στην πυρ/χία. Οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο» (…)

Η μέρα άρχιζε να χαράζει. Όλα είχαν κανονιστεί από πρωτύτερα. Τα τρία πυροβόλα θα πήγαιναν να καταλάβουν την θέση τους που είχαμε ετοιμάσει. Ο ταγματάρχης στο παρατηρητήριο άνωθεν Βέλας. Εγώ με το ένα πυροβόλο θα πήγαινα σε προωθημένη θέση για να αρχίσω αμέσως βολή κατά του προελαύνοντος εχθρού. Παρατηρητήριο μου στο ύψωμα Κούματα πάνω από τη στενωπό Καλπακίου. Δίνω τις τελευταίες μου εντολές και οδηγίες στους στρατιώτες, στους αξιωματικούς μου και όλοι ξεκινάμε για τις θέσεις μας (…)

Σκεφτόμουνα και έλεγα μέσα μου. «Είναι δυνατόν να αμυνθούμε χωρίς να υποχωρήσουμε; Είναι δυνατόν να νικήσουμε;». Έτσι, προχωρώντας έφθασα στην καθορισμένη θέση. Έταξα το πυροβόλο και του έδωσα τα πρώτα στοιχεία. Εγώ ανέβηκα στο παρατηρητήριο. Εκεί βρήκα και τον παλιό μου φίλο Λοχαγό Κώστα Σερβετά, ο οποίος ήταν διοικητής μιας πεδινής πυρ/χίας (…)

Ώρα 10.30 παίρνω τηλεφώνημα του Ταγματάρχου μου. «Ημέτερα τμήματα συμπτύσσονται σύμφωνα με Δ/γήν. Τα εχθρικά τμήματα φθάνουν εις στενωπόν Δελβινακίου. Εκτελέσατε βολήν εντός στενωπού δια 6 βλημάτων». Σε λίγα λεπτά το πρώτο ελληνικό πυροβόλο στον τομέα μας βροντά. Έξι βλήματα εξαποστέλλονται μέσα σε δύο λεπτά της ώρας. Η στενωπός Δελβινακίου είναι σκεπασμένη με ομίχλη και δεν φαίνεται τίποτε. Η βολή εξετελέσθη με ακριβή τοπογραφικά στοιχεία που είχαμε υπολογίσει πρωτύτερα. Έξι βροντές ακούγονται μόνον μέσα στη στενωπό – πάλι ησυχία (…)

29 Οκτωβρίου.- (…) Κατά το απόγευμα αρχίζει μια ραγδαία βροχή. Κατά το βράδυ με παίρνει στο τηλέφωνο ο Ταγματάρχης μου και μου δίνει την εντολή να συμπτυχθώ στη θέσιν της πυρ/χίας μου και με πληροφορεί ότι τα τμήματά μας της προκαλύψεως συμπτυσσόμενα θα φθάσουν αύριο το βράδυ εις την οργανωμένην τοποθεσίαν του Καλπακίου. Δίνω εντολή στον ανθ/γό του πυροβόλου να ταχθή προς πορείαν και να επιστρέψει στη θέση της πυρ/χίας (…)

30 Οκτωβρίου.- (…) ύστερα από πορεία αρκετών ωρών έφθασα στο παρατηρητήριό μου Βέλας (…) Το απόγευμα μας δίδεται από τον αρχηγό Πυρ/κού Συν/χη Μαυρογιάννη η εξής εντολή: «Ημέτερα τμήματα προκαλύψεως συνεπτύχθησαν εντός οχυρωμένης τοποθεσίας Καλπακίου. Παν τμήμα κινούμενον έμπροσθεν του τομέα Καλπακίου είναι εχθρικόν και δέον να εκτελείται βολή. Κατά την διάρκειαν της νυκτός βάλλατε κατ’ αραιά διαστήματα εις καταστραφήσαν υπό ημετέρων γέφυραν Αγίων προς παρενόχλησιν εχθρού δι’ επισκευήν ταύτης».

Κατόπιν τούτου έβγαλα τα στοιχεία βολής της γέφυρας και έδωσα τις σχετικές εντολές στην πυρ/χία μου δια την εκτέλεσιν του προγράμματος. Εχθρικόν τμήμα δεν φαινόταν ακόμα κανένα. Ο δημόσιος δρόμος οδηγούσε από Αλβανίαν προς Καλπάκι – Ιωάννινα ήταν τελείως έρημος. Μπροστά μας απλώνονταν ο κάμπος των Δολιανών. Όλο το έδαφος στο οποίο είχα εντολή να βάλω δια της πυρ/χίας μου ήταν επίπεδο και αραιά δασωμένο. Στην άκρη του κάμπου αυτού περνούσε ο δημόσιος δρόμος, πάνω στον οποίον από την άλλη μέρα θα άρχιζαν να κινούνται οι βαριές εχθρικές φάλαγγες.

Το παρατηρητήριό μου είχε υψόμετρο αρκετά σημαντικό κατά συνέπειαν η παρατήρησίς μου ήταν θαυμάσια και αναλογιζόμουν ότι σε μένα θα έπεφτε πολύ μεγάλο βάρος λόγω της σπουδαιότητας του τομέα και ότι οι άνδρες της πυρ/χίας μου θα έπρεπε να καταβάλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες επειδή η πυρ/χία μου δεν θα σταμάταγε ούτε την ημέρα, ούτε την νύχτα. Έτσι και έγινε. Οι ιταλικές φάλαγγες με άξονα τον δημόσιο δρόμο κινήθηκαν για να εκπορθήσουν την στενωπό του Καλπακίου, οπότε ελεύθερα πλέον θα εβάδιζαν προς κατάληψιν των Ιωαννίνων.

(…) Τα πυροβόλα μου ήταν νεωτάτου τύπου με θαυμάσιες βλητικές ιδιότητες. Μέγιστον βεληνεκές 15.000 μέτρα, γωνία βολής σχεδόν 90ο. Η εχθρική αεροπορία και πυρ/κόν θα έπεφταν απάνω μου για να ανακαλύψουν την θέσιν της και να την εξουδετερώσουν, αλλά οι έφεδροι αξιωματικοί της πυρ/χίας μου καίτοι άπειροι από πόλεμο είχαν κάνει ένα θαυμάσιο καμουφλάζ, που παρά τις τεράστιες προσπάθειες που κατέβαλε ο εχθρός δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει.

31 Οκτωβρίου.- (…) Μικρές φάλαγγες πότε απάνω στο δρόμο και πότε ανάμεσα από τα δέντρα του κάμπου προωθούνται συνεχώς. Ωστόσο όμως δεν κάνω καμιά βολή ακόμα εναντίον τους γιατί δεν αξίζει τον κόπο να ξοδέψουμε βλήματα βαρέος πυρ/κού. Είναι ακόμα οι εμπροσθοφυλακές της ιταλικής μεραρχίας. Κατά τις 10 το πρωί τρία αεροπλάνα βομβαρδιστικά του εχθρού φάνηκαν στον ορίζοντα. Έφθασαν απάνω από τη στενωπό του Καλπακίου και εκεί άφησαν τις βόμβες τους.

Ήμουν τόσο κοντά που μόλις τις άφησαν τις έβλεπα με γυμνό μάτι και παρακολουθούσα την κίνησίν τους. Έβλεπα ότι κατευθύνονταν πολύ δεξιότερα από το παρατηρητήριό μας. Σε λίγο ένας τρομερός κρότος ακούστηκε και το έδαφος σείστηκε σαν να γίνονταν σεισμός (…) Ο εχθρός όλο και μας πλησιάζει. Με το σούρουπο δίδεται πάλι η εντολή να συνεχίσω με δραστικότερο ρυθμό την βολή μου εναντίον της γέφυρας των Αγίων.

1 Νοεμβρίου.- Από πολύ πρωί βρίσκομαι με τον ταγματάρχη μου στο παρατηρητήριό μας. Σε λίγο αρχίζουν οι πρώτες βολές του εχθρικού πυρ/κού εναντίον των θέσεών μας. Είναι οι πρώτες βολές επισημάνσεως. Κάπου κάπου πέφτει και κανένα βλήμα στο ύψωμά μας. Πιο κάτω από το παρατηρητήριό μου βρίσκονται τα χαρακώματα του πεζικού μας. Τα πρώτα βλήματα του εχθρικού πυρ/κού άρχισαν να σφυρίζουν γύρω μας. Ήταν η πρώτη φορά που δοκίμαζα το σφύριγμα και τις εκρήξεις. Μερικά βλήματα που έπεφταν πολύ κοντά μας έσπαζαν τις πέτρες και αρκετά κομμάτια έπεφταν στο μικρό όρυγμα του παρατηρητηρίου μας.

(…) τρία αεροπλάνα ελαφρού βομβαρδισμού περνούν από πάνω μας (…) Ήταν ελληνικά. Προχώρησαν λίγο προς τα μέσα, έκαναν μερικούς ελιγμούς πάνω από τον κάμπο που κατείχεν ο εχθρός, δεν μπόρεσα να εξακριβώσω αν βομβάρδισαν πουθενά και σε λίγο απεχώρησαν. Ήταν τα πρώτα και τελευταία ελληνικά αεροπλάνα που βλέπαμε, γιατί έκτοτε δεν ξαναείδαμε ελληνικό αεροπλάνο, εκτός από μια αερομαχία που δεν μπορέσαμε λόγω του ύψους να διαπιστώσουμε αν ήταν ελληνικά ή εγγλέζικα.

(…) Το σούρουπο άρχισε να πέφτει. Προσανατολίζω την διόπτρα μου προς την γέφυρα Αγίων για τη νύχτα. Μου δίδεται η εντολή: «Ιταλικόν μηχανικόν επισκευάζει εσπευσμένα γέφυραν Αγίων. Βάλλατε καθ’ όλην την νύχτα δραστικώς». Καταρτίζω το πρόγραμμα βολής. Όλη τη νύχτα άυπνος, οι πυροβοληταί μου το ίδιο. Οι λάμψεις των πυροβόλων μου διασχίζουν τον ουρανό σαν αστραπές. Οι λάμψεις των εκρηγνυομένων βλημάτων μου δεν φαίνονται γιατί η γέφυρα είναι χωμένη σε μια χαράδρα. Ακούω μόνο τους κρότους των εκρήξεων.

Πέφτει συνεχώς ψιλή βροχή και φυσάει κάπως δυνατός αέρας. Κάνω συνεχώς διορθώσεις, πότε δεξιά, πότε αριστερά και άλλοτε κοντύτερα και άλλοτε μακρύτερα, αν και τα στοιχεία βολής τα έχω βγάλει από τα πριν και τούτο λόγω της μεταβολής των καιρικών συνθηκών (…) Κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας ακούγονταν πολύ ευδιάκριτα οι μηχανές των μηχανοκινήτων φαλάγγων του εχθρού, μα δεν διακρινότανε πουθενά φως αυτοκινήτων γιατί προχωρούσαν με σβησμένα φώτα.

2 Νοεμβρίου.- Όταν η ημέρα έφεξε καλά προσκολληθήκαμε στις διόπτρες μας. Έξαφνα σε μια καμπή ενός δρομίσκου κοντά στο χωριό «Παρακάλαμος» διακρίνω ένα άρμα μάχης (τανκ). Είναι σταματημένο κοντά σε ένα τριγωνομετρικό σημείο. Μπορούσα να το χτυπήσω γιατί είχα ακριβή τοπογραφικά στοιχεία. Δεν χάνω καιρό. Δίνω τα στοιχεία στην πυροβολαρχία μου και με το ένα πυροβόλο εξαποστέλλω το πρώτο βλήμα. Πέφτει μακρύτερα περίπου 50 μ. Αμέσως κάνω την διόρθωση και εξαποστέλλω το δεύτερο βλήμα. Πέφτει μόνον 2-3 μέτρα κοντύτερα, αλλά αυτό αρκεί. Τα θραύσματα του εκραγέντος βλήματος καταστρέφουν τη μηχανή του άρματος και αμέσως βλέπω να ξεπηδούν από μέσα δύο Ιταλοί, ενώ συγχρόνως η βενζίνη της μηχανής φλέγεται και το άρμα ζώνεται από τις φλόγες. Παρακολουθώ τη συνέχεια.

(…) Ερευνώ το μέτωπο πάλι. Βλέπω τις εμπροσθοφυλακές του εχθρού όλο και να πλησιάζουν. Εγώ δεν μπορώ να τις χτυπήσω όχι μόνον γιατί δεν είναι η αποστολή μου τέτοια, αλλά και γιατί έχουν πλησιάσει στα υψώματα αρκετά και δεν μου επιτρέπουν οι δυνατότητες βολής. Τα πολυβόλα τώρα έχουν το λόγο.

(…) παίρνουμε τηλεφώνημα που έλεγε «συλληφθέν τηλεγράφημα του εχθρού δια του ασυρμάτου μας διατάσσει όπως άπαν εχθρικόν πυρ/κόν βάλη κατά οργανωμένης τοποθεσίας Καλπακίου και επί υψώματος Βέλας δραστικώς. Ανακαλύψατε εχθρικάς πυρ/χίας και προσπαθήσατε εξουδετερώσατε ταύτας». Ακριβώς στο ύψωμα Βέλας βρίσκεται το παρατηρητήριόν μας.

Είναι η ώρα 10 πρωινή. Σμήνη εχθρικών βομβαρδιστικών φαίνονται στον ορίζοντα. Έρχονται προς την κατεύθυνσίν μας. Σκύβουμε στο όρυγμά μας. Πλησιάζουν βλέπουμε τα πρώτα σμήνη να αφήνουν τις βόμβες τους. Κατεβαίνουν, κατεβαίνουν, ευτυχώς μας ξεπερνούν και πέφτουν πολύ δεξιότερα και πίσω. Ενας τρομερός σεισμός και μια σκόνη σηκώνεται προς τον ουρανό.

Το εχθρικό πυρ/κό αρχίζει τον καταιγισμόν του. Βρισκόμαστε μέσα σε μια κόλαση πυρός. Τα αεροπλάνα συνεχίζουν τον βομβαρδισμό. Σεισμός από τον βομβαρδισμό, σφυρίγματα δαιμονισμένα και εκρήξεις βλημάτων πυρ/κού, αυτή είναι δική μας, αυτή θα την φάμε, την φάγαμε, θραύσματα οβίδων περνούν πάνω από τα κεφάλια μας, πέτρες από σπασμένους βράχους πέφτουν πάνω μας. Σκύβουμε, γινόμαστε με το χώμα ένα, στριμωχνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, με τα μάτια μας κολλημένα στις διόπτρες. Προσπαθούμε να ανακαλύψουμε εχθρικές πυρ/χίες. Η λιακάδα δεν μας επιτρέπει να διακρίνουμε καλά τις λάμψεις τους (…) Υπολόγιζα ότι όλες οι εχθρικές πυρ/χίες που έβαλαν σε όλον τον τομέα θα ήταν πλέον των 20.

(…) Ευτυχώς η επικοινωνία με την πυρ/χία μου αποκαθίσταται. Ανακαλύπτω σε λίγο δύο εχθρικές πυρ/χίες. Οι λάμψεις τους φαίνονται καθαρά. Είναι τεταγμένες στον κάμπο μέσα σε μια συστάδα δένδρων. Βγάζω γρήγορα τα στοιχεία βολής, τα μεταδίδω στην πυρ/χία μου. Ρίχνω ένα βλήμα δοκιμαστικά. Πολύ ωραία, πέφτει ανάμεσά τους. Δίνω τρεις διαδοχικές υψώσεις και παραγγέλνω δι’ ολοκλήρου της πυρ/χίας μου. Δώδεκα βλήματα εξαποστέλλονται και δώδεκα εκρήξεις φαίνονται καθαρά. Θαυμάσια! Επάνω τους. Συνεχίζω τη βολή. Τα πυρομαχικά τους τινάζονται στον αέρα. Η συστάδα των δέντρων καίγεται. Βλέπω καθαρά τους Ιταλούς πυροβολητάς να εγκαταλείπουν τα πυροβόλα τους, τους κυνηγάω με τη βολή μου. Το τηλέφωνό μου κουδουνίζει.

(…) Σε λίγο το πυρ του εχθρού εκόπασε, μα δεν περνούν λίγα λεπτά ησυχίας και πάλι δεχόμαστε βολήν του εχθρού. Βλέπω πάλι τη μία από τις δύο πυρ/χίες να βάλη. Δίνω πάλι τα στοιχεία. Πυρ. Τινάζονται στον αέρα (…)

3 Νοεμβρίου.- (…) Όλη τη νύχτα έπεσε ραγδαία βροχή, μα τώρα ο καιρός πάλι ξεκαθάρισε. Ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλει. Ερευνούμε συνεχώς το έδαφος. Εχθρικό πεζικό δεν φαίνεται πουθενά. Ερευνώ μακρύτερα τον κάμπο και έξαφνα να μια φάλαγγα ιππικού προς την λίμνη Ζαραβίνα βαδίζει προς το αριστερόν του τομέα μας. Δεν χάνω τα στοιχεία και βάλω συνεχώς, ώσπου η φάλαγγα σκορπισμένη αναγκάζεται να ανακόψει την προχώρησίν της.

Σε λίγο ανακαλύπτω έναν ουλαμό βαρέως πυρ/κού πίσω από τη λίμνη Ζαραβίνας που βάλλει συνεχώς μέσα στη στενωπό του Καλπακίου. Η απόσταση είναι μεγάλη και δεν μπορώ να προσδιορίσω την ακριβή θέση της. Η απόσταση είναι περίπου 12 χιλ/τρα. Εκτελώ βολήν με κλιμακώσεις μα δεν μπορώ να πετύχω τον στόχο, έπειτα και ο ήλιος με εμποδίζει στον ακριβή προσδιορισμό των εκρήξεων.

Η ώρα είναι περίπου 10. Ένα αναγνωριστικό αεροπλάνο έρχεται, περνάει από πάνω μας και κατευθύνεται προς την πυρ/χία μου. Τηλεφωνώ να καλυφθούν καλά και σταματώ κάθε βολή. Πετάει από πάνω της. Ανιχνεύει την περιοχή, κατεβαίνει πιο χαμηλά, γυρίζει από πάνω, ακόμη χαμηλότερα φθάνει στα 100 μέτρα πάνω από την πυρ/χία μου, η οποία είναι τεταγμένη μπροστά από ένα μικρό ύψωμα.

Το καλό και επιμελημένο καμουφλάζ ξεγελάει τον αεροπόρο (…) Τα βλήματά του πέφτουν ή πολύ δεξιά ή πολύ μπροστά. Πάντως κατάλαβα ότι η πυρ/χία μου έχει προξενήσει τόσες ζημιές και απώλειες στον αντίπαλο που επιδιώκει πάση θυσία να την ανακαλύψει και να την εξουδετερώσει, μα όλα εις μάτην, η πυρ/χία μου παρέμεινε απρόσβλητος.

Στο χωριό Δολιανά πάνω σ’ ένα ύψωμα και ακριβώς στο άγαλμα παρατηρώ κινήσεις. Εκτελώ βολήν ρίχνοντας μόνον τέσσερα βλήματα. Αργότερα κατά την προχώρησίν μας έμαθα από τους κατοίκους του χωριού ότι σκοτώθηκε ο Δ/τής του Συν/τος και δύο αξ/κοί Ιταλοί και οι άλλοι όλοι ετραυματίστηκαν. (…)

Το εχθρικόν πυρ/κόν αρχίζει πάλι την προπαρασκευαστική βολή του. Η εχθρική αεροπορία τους συνεχείς βομβαρδισμούς της. Πάνω στο δημόσιο δρόμο από τη λίμνη Ζαραβίνας βλέπω μοτοσικλέτες να κινούνται ταχύτατα και με αρκετή απόσταση η μία από την άλλη. Δίνω τα στοιχεία στην πυρ/χία, αλλά δυστυχώς πριν προλάβω να διατάξω πυρ η γραμμή κόβεται. Οι τηλεφωνηταί υπηρεσίας πάλι εις κίνησιν. Οι μοτοσικλέτες μας ξέφυγαν.

Η γραμμή σε λίγο γίνεται και μου αναφέρουν ότι ένας τηλεφωνητής τραυματίστηκε στο δρόμο. Ο ταγ/χης μου με διατάσσει να κατεβώ γρήγορα κάτω και αυτός θα διευθύνει την βολήν. Σέρνοντας βγαίνω και περνάω το ύψωμα. Κατεβαίνω ολοταχώς στο δρόμο (μονοπάτι) βρίσκω τους δύο τηλεφωνητάς σχεδόν σώους. Είχε συμβεί κάτι το περίεργον. Μου ανέφεραν ότι ένα βλήμα πυρ/κού έσκασε δίπλα τους και ο μεν ένας δεν έπαθε τίποτε, τον άλλον όμως τον πέταξε περίπου 10 μέτρα μακριά, του κόπηκε όλο το πίσω μέρος της χλαίνης του χωρίς να τραυματιστεί και μόνον από το ένα αυτί έτρεχε λίγο αίμα.

(…) Στο τηλέφωνο μας παίρνουν συνεχώς και μας παρακαλούν να εκτελέσουμε βολήν πότε εδώ και πότε εκεί. Μα τι να κάνω; Μια βαρειά πυρ/χία ποιον στόχο να πρωτοχτυπήσει; Είναι μεσημέρι και μου δίδεται η Δ/γή να εκτελέσω βολή επειγόντως κατά της γέφυρας Αγίων. Δίνω γρήγορα το παράγγελμα και εξαποστέλλω στη γέφυρα 12 βλήματα και σε συνέχεια άλλα 12. Μετά 5 λεπτά της ώρας επαναλαμβάνω την ίδια βολή.

Ο αξ/κός της πυρ/χίας μου με ειδοποιεί ότι τα πυροβόλα κοκκίνησαν από τις πολλές βολές και πρέπει να σταματήσω. Η έλλειψις υλικού είναι καταφανής. Στον τομέα μας έπρεπε να είναι τουλάχιστον άλλες τρεις βαρειές πυρ/χίες. Για τη βολή αυτή να τι γράφει ο στρατηγός Κατσημήτρος: «Καθ’ ον χρόνον λόχος μηχανικού κατεσκεύαζε την γέφυραν, η βαρειά πυρ/α 105 του Λοχ. Βαμβέτσου δι’ αιφνιδιαστικού πυρός κατεκεραύνωσε τους εργαζομένους πολλοί των οποίων ετέθησαν εκτός μάχης (πλέον των 100 νεκρών και τραυματιών)».

(…) Είναι απόγευμα. Μας έρχεται η είδησις ότι τα τμήματα πεζικού του αριστερού μας υπεχώρησαν και ότι αν δεν κατορθώσουν να ανασυγκροτηθούν και να αμυνθούν εις την δευτέραν γραμμήν θα μας δοθή η εντολή να συμπτυχθώμεν για να αποφύγωμεν την κύκλωσιν. Οι ελπίδες μας για μια αποτελεσματική άμυνα στο Καλπάκι άρχισαν να σβήνουν (…)

Είναι ακόμη απόγευμα της 3ης Νοεμβρίου. Από τη στροφή του δρόμου που βρισκόταν κάτω από το χωριό Δολιανά ξεπετιούνται πολλές μοτοσικλέτες και άρματα μάχης κατευθυνόμενα ολοταχώς προς την στενωπό Καλπακίου με σκοπό να σπάσουν την γραμμή των αντιαρματικών έργων και να εισδύσουν στο εσωτερικόν. Άλλος κίνδυνος λοιπόν διαγράφεται.

Οι δυνατότητες βολής δεν μας επιτρέπουν να βάλω, αλλά τον λόγον έχουν οι πεδινές πυρ/χίες των Λοχαγών Σερβετά και Αλεξοπούλου και η ορειβατική του Λοχαγού Παπαβασιλόπουλου. Αυτό που επακολούθησε ήταν απερίγραπτο. Οι ανωτέρω πυρ/χίες εξαπολύουν φραγμόν καταιγιστικού πυρός, τα άρματα προσπαθώντας να ξεφύγουν διασκορπίζονται έξω του δρόμου, αλλά η χθεσινοβραδινή βροχή έχει κάνει τόσο λασπώδες το έδαφος που βουλιάζουν και δεν μπορούν να κινηθούν. Αλλα ανατρέπονται και άλλα καίγονται (…)

4η Νοεμβρίου.- Ύστερα από αυτές τις αποτυχίες, οι Ιταλοί διστάζουν να συνεχίσουν τις επιθέσεις τους για την διάσπαση της γραμμής Καλπακίου – Καλαμά. Από το πρωί δεν βλέπω καμιά κίνηση ούτε στον κάμπο, ούτε στο δημόσιο δρόμο.

Ο Στέλιος Βαμβέτσος εξόριστος στον Αη Στράτη, το 1950
Ο Στέλιος Βαμβέτσος εξόριστος στον Αη Στράτη, το 1950
Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...