8 Μάρτη – η Γέννηση μιας Παγκόσμιας Μέρας: Μια ιστορία παλιά και σύγχρονη…

Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Δεύτερης Διεθνούς Συνδιάσκεψης Σοσιαλιστριών γυναικών στην Κοπεγχάγη (1910), η επαναστάτρια και αγωνίστρια του παγκόσμιου εργατικού κινήματος Κλάρα Τσέτκιν πρότεινε να καθιερωθεί η 8η Μάρτη ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, ώστε να τιμηθούν οι προηγούμενες ιστορικές διαδηλώσεις των αμερικανίδων εργατριών. Να αφιερωθεί στις εργαζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου και στον αγώνα για το δικαίωμα ψήφου που, ακόμη, δεν είχε καταχτηθεί.

Οι γυναικείοι εργατικοί αγώνες του 19ου και του 20ου αιώνα δεν ήταν πυροτέχνημα, ούτε κεραυνός εν αιθρία. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού έβγαλε μαζικά τις γυναίκες στην παραγωγή, δημιουργώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις και για ανάπτυξη της πάλης τους. Σε Ευρώπη και Αμερική, οι εργάτριες δούλευαν μαζί με ανήλικα παιδιά σε εργοστάσια και ορυχεία, από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, συχνά χωρίς καμία ώρα ξεκούρασης. Τα αιτήματά τους περιλάμβαναν ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς, καλύτερες αμοιβές, μείωση των ωρών εργασίας. Η πρώτη καταγεγραμμένη απεργία εργαζόμενων γυναικών έγινε στην Αγγλική πόλη Ουόρτσεστερ (1804) από τις εργάτριες που κατασκεύαζαν γάντια. Ακολούθησαν οι Γαλλίδες καπελούδες (1831).

Το 1875, οι εργάτες των υφαντηρίων στην Αγγλική πόλη Ντιούσμπερι κατέβηκαν σε απεργία με αφορμή τις περικοπές που έγιναν στο μεροκάματό τους. Ήταν η πρώτη φορά που άντρες και γυναίκες εργαζόμενοι εκπροσωπήθηκαν από αποκλειστικά γυναικεία συντονιστική απεργιακή επιτροπή. Φαίνεται μάλιστα ότι οι άντρες εργάτες είπαν πως οι γυναίκες ήταν καλύτερες οργανώτριες από αυτούς. Το 1888, η απεργία των εργατριών στις φάμπρικες κατασκευής σπίρτων του Λονδίνου, και παρά την προσπάθεια καταστολής που ακολούθησε, με συλλήψεις, τραυματισμούς και απολύσεις, στέφθηκε με επιτυχία. Οι εργάτριες πέτυχαν μερική αύξηση του μεροκάματου.

Στις ΗΠΑ, η πρώτη αποκλειστικά γυναικεία απεργία έγινε το 1820 στη Νέα Αγγλία, στις βιοτεχνίες ενδυμάτων, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες δουλειάς, αξιοπρεπείς μισθούς και μικρότερα ωράρια. Το 1828 η απεργία των υφαντριών στο Ντόβερ είχε επιτυχία 100%. Υπήρξε μάλιστα μια εφημερίδα που κάλεσε την κυβέρνηση να ενεργοποιήσει την πολιτοφυλακή, για να προλάβει την επιβολή… γυναικοκρατίας! Το 1834 και το 1836 έγιναν δύο μεγάλες απεργίες από τις βαμβακεργάτριες της βιομηχανίας Lowell στη Μασαχουσέτη που είχαν υποστεί μια σειρά περικοπών στα μεροκάματά τους. Ειδικά το 1836, η απεργία κατατρόμαξε τις αρχές (που νόμιζαν ότι επρόκειτο για λαϊκή επανάσταση!).

Δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν εύκολη δουλειά αυτές οι κινητοποιήσεις. Οι γυναίκες δούλευαν στο εργοστάσιο ογδόντα μία ώρες για τρία δολάρια τη βδομάδα. Το ένα τέταρτο από το πενιχρό βδομαδιάτικό τους κάλυπτε τα έξοδα για τη στέγασή τους στους κοιτώνες της εταιρείας. Αρχικά η δουλειά ξεκινούσε στις 7. Αργότερα όμως, όταν οι επιστάτες παρατήρησαν πως οι γυναίκες ήταν λιγότερο «κινητικές» όταν προηγουμένως είχαν φάει, οι βαμβακοβιομήχανοι τις υποχρέωσαν να έρχονται στις 5 για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, με ένα μόνο μισάωρο διάλειμμα στις 7, ίσα-ίσα για να μην πέσουν οι γυναίκες κάτω από την πείνα!

Οι κινητοποιήσεις των γυναικών δεν πέτυχαν αμέσως. Οι εργάτριες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη δουλειά τους λίγες μέρες αργότερα και μάλιστα με μικρότερη αμοιβή. Η εταιρεία είχε τη δύναμη στα χέρια της. Ένα ιστορικό κακής συμπεριφοράς και απειθαρχίας μπορούσε να αποτρέψει την πρόσληψη μιας εργάτριας. Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν μακροπρόθεσμο, γιατί οδήγησε στην ίδρυση του πρώτου γυναικείου εργατικού σωματείου το 1844. Η έντονη δραστηριότητά του οδήγησε στις πρώτες μεταρρυθμίσεις στις συνθήκες εργασίας στην κλωστοϋφαντουργία.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημιουργήθηκαν σωματεία και στους κλάδους των καπνεργατριών, των ραφτρών, των τυπογράφων, των μοδιστρών και των εργαζόμενων σε πλυντήρια. Η ανάγκη που οδήγησε τις γυναίκες (πολλές από αυτές χήρες) να βγουν στην παραγωγή, συνέβαλε και στη μαζικοποίηση των εργατικών τους σωματείων.

Το 1900 οι εργαζόμενες στις βιομηχανίες ενδυμάτων συγκρότησαν μερικά από τα πιο σημαντικά σωματεία στην ιστορία των ΗΠΑ. Οι συνθήκες εργασίας στα κέντρα του εμπορίου ενδυμάτων στις μεγάλες πόλεις, όπως η Ν. Υόρκη, ήταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Υπήρχαν συχνά πυρκαγιές, το φως ήταν ανεπαρκές, ο ήχος των μηχανημάτων εκκωφαντικός, το περιβάλλον μολυσμένο. Οι γυναίκες δέχονταν πρόστιμα ακόμα κι αν μιλούσαν, γελούσαν ή τραγουδούσαν, για τους λεκέδες από τα λάδια των μηχανών πάνω στα υφάσματα, για τις ραφές που ήταν πολύ στενές ή πολύ χαλαρές… Οι υπερωρίες ήταν συχνές, αλλά η πληρωμή γι’ αυτές όχι.

Το Φλεβάρη του 1910 έληξε μια μεγάλη και μακροχρόνια απεργιακή κινητοποίηση, που είχε ξεκινήσει τον Δεκέμβρη του 1909, γνωστή σαν «απεργία της μπλούζας», από εργάτριες που κατασκεύαζαν ένα συγκεκριμένο τύπο γυναικείου ρούχου με στενή μέση και φουσκωτά μανίκια. Για 13 βδομάδες, μέσα στο καταχείμωνο, χιλιάδες εργάτριες που έφτασαν και τις 20000, μεταξύ 16 και 25 ετών, διοργάνωσαν και συμμετείχαν σε πικετοφορίες καθημερινά με ενθουσιασμό και πείσμα. Οι αστυνομικοί τις ξυλοκοπούσαν και τις φόρτωναν σε κλούβες και τα δικαστήρια ήταν προκατειλημμένα υπέρ των ιδιοκτητών. Ωστόσο, η απεργία δεν διαλύθηκε παρά μόνο όταν έγιναν συμβιβασμοί στις περισσότερες επιχειρήσεις.

Το Μάρτιο του 1912 οργανώνεται στη Ν. Υόρκη μια πραγματικά μεγαλειώδης πορεία. 23000 γυναίκες, εργάτριες στις κλωστοϋφαντουργίες, διαδήλωσαν και πάλι, απαιτώντας 10ωρη βάρδια, καλύτερες συνθήκες εργασίας, ίσο μισθό με τους άντρες, την κατάργηση της παιδικής εργασίας και το δικαίωμα ψήφου. Το σύνθημά τους ήταν «Ψωμί και Τριαντάφυλλα».

Ακολούθησαν πολλές διαδηλώσεις γυναικών στις 8 του Μάρτη (στη Γερμανία και τη Γαλλία το 1914, στην προεπαναστατική Ρωσία το 1917), διεκδικητικές και τιμητικές ταυτόχρονα.

Στην Ελλάδα, η πρώτη απεργία εργατριών έγινε στις 13 Απριλίου του 1892, από τις υφάντριες του δεύτερου εργοστασίου υφαντουργίας των Αδελφών Ρετσίνα, στον Πειραιά. Εκείνη τη χρονιά, η συγκεκριμένη υφαντουργία αποφασίζει να μειώσει την αμοιβή που κατέβαλλε στις εργάτριες κατά 20%.

Είναι η χρονιά που οι Αδελφοί Ρετσίνα αποκτούν το πέμπτο εργοστάσιό τους και απασχολούν συνολικά 2000 εργάτες κι εργάτριες. Παράγουν βαμβακερά υφάσματα, γνωστά και ως ‘ρετσίνες’. Η υφαντουργία τους ήταν εκείνη την εποχή η σημαντικότερη των Βαλκανίων. Με την κοινοποίηση της απόφασης, 60 (ή και περισσότερες) εργάτριες αρνούνται να δουλέψουν και, διασχίζοντας σε πορεία τους δρόμους του Πειραιά, πηγαίνουν στη διεύθυνση του εργοστασίου να διαμαρτυρηθούν. Γύρω στο 1900, το εργοστάσιο εκείνο (εκτός από 50 εργάτες και 10 υπαλλήλους) απασχολούσε 200 εργάτριες, άρα το ποσοστό που απέργησε υπολογίζεται περίπου στο 30%. Δε συνέφερε να γίνουν παραδείγματα προς μίμηση. Αντίθετα, έπρεπε να διατηρηθεί το «διαίρει και βασίλευε» ανάμεσα στις γυναίκες (που πληρώνονταν λιγότερα) και στους άντρες εργάτες. Με ανύπαρκτη ακόμα την εργατική νομοθεσία και, στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού, οι εργάτες δούλευαν εξαντλητικά. Σε ισχύ βρισκόταν η ατομική συμφωνία μεταξύ εργάτη και εργοδότη που μόνος του καθόριζε τον χρόνο δουλειάς, την πρόσληψη και απόλυση των εργατών, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης. Ο τύπος τότε τήρησε σιωπή. Η Τρικουπική «Εφημερίς» του Κορομηλά μόλις που αναφέρει την απεργία στις «μικρές ειδήσεις», υποβαθμίζοντας και στηλιτεύοντάς τη. Πάντως, η «Εφημερίς των Κυριών» της Καλλιρόης Παρέν (που εκδίδεται από το 1887), υπερασπίζεται τις γυναίκες απεργούς, χωρίς να μασάει τα λόγια της, δείχνοντας ξεκάθαρα την αντίθεση ανάμεσα στις εργάτριες που μόλις κέρδιζαν το ψωμί τους, ενώ πλούτιζαν με τον ιδρώτα τους τα πορτοφόλια των εργοστασιαρχών.

Στη συνέχεια, οι γυναίκες της εργατικής τάξης στην Ελλάδα έλαβαν μέρος σε πολλές κινητοποιήσεις, δίνοντας και θύματα στον αγώνα για την κατάκτηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων που ήταν το πρώτο ουσιαστικό βήμα για τη χειραφέτηση και την ισοτιμία τους.

Εύη Κοντόρα
Μέλος του Τμήματος της ΚΕ για την Ισοτιμία των Γυναικών
Β’ Αντιπρόεδρος της ΟΓΕ

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...