96 έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ Χαρακτηρίζονται ως χρήζοντα ειδικής κρατικής προστασίας

Θεόφιλου Χατζημιχαήλ
Φώτο Αρχείου / Στιγμιότυπο από τις εργασίες συντήρησης έργων του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ στο Μουσείο Θεόφιλου στη Βαρειά Λέσβου / Πηγή: Eurokinissi

Συνολικά 96 έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ χαρακτηρίζονται ως κινητά μνημεία με απόφαση της υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνας Μενδώνη.

Πρόκειται για 86 έργα, που φυλάσσονται στο Μουσείο Θεόφιλου στη Βαρειά Λέσβου, ιδιοκτησίας του Δήμου Λέσβου και 10 έργα του από τη συλλογή του Αλέξανδρου και της Δωροθέας Ξύδη, που ανήκουν και φυλάσσονται στο MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης-Συλλογές Μακεδονικού Μουσείου και Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη.

Ο χαρακτηρισμός των έργων αυτών, που συνιστούν ιδιαίτερης σημασίας σύνολα από έργα του ζωγράφου, ως κινητών μνημείων έγινε ύστερα από την ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων και τη σχετική εισήγηση της Διεύθυνσης Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Το 1976 το υπουργείο Πολιτισμού προχώρησε σε χαρακτηρισμό των έργων «του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ οπουδήποτε και εάν ευρίσκονται χρήζοντα ειδικής κρατικής προστασίας». Την προστασία είχε ζητήσει με έγγραφό του ένα χρόνο πριν ο τότε αναπληρωτής προϊστάμενος της Εφορείας Κλασικών Αρχαιοτήτων Βόλου και μετέπειτα πανεπιστημιακός, Γεώργιος Χουρμουζιάδης και πρώην βουλευτής του ΚΚΕ.

Τα έργα δημιουργήθηκαν από το Θεόφιλο το χρονικό διάστημα 1926-1933. Το2016 το Κεντρικό Συμβούλιο Νεώτερων Μνημείων είχε χαρακτηρίσει ως μνημεία 37 έργα του ζωγράφου από το Μουσείο-Βιβλιοθήκη Στρατή Ελευθεριάδη-Teriade. Πρόκειται για έργα που ζωγράφισε ο Θεόφιλος για τον συλλέκτη έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη (Tériade).

Στα έργα του Θεόφιλου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, αυτά που παρουσιάζουν τη φύση και τον άνθρωπο και εκείνα που περιγράφουν θέματα από την ελληνική μυθολογία, ιστορία και θρησκεία.

Ο Θεόφιλος, o οποίος φορούσε πάντα τη φουστανέλα, γεννήθηκε μεταξύ 1867 και 1870 στη Βαρειά Λέσβου. Είχε άλλα 7 αδέλφια και πέρασε δύσκολη παιδική ζωή. Γιος τσαγκάρη και εγγονός αγιογράφου, έμαθε τις βασικές γνώσεις της ζωγραφικής από τον παππού του.

Νέος πηγαίνει στη Σμύρνη, όπου εργάζεται ως θυροφύλακας, και θα διαμορφώσει το θεματολόγιο του από τον κόσμο της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της νεώτερης Ελλάδας. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Βόλο ζωγραφίζοντας για ελάχιστα χρήματα στους τοίχους μαγαζιών της πόλης και του Πηλίου.

Στην Ανακασιά του Βόλου το 1912 ο τσιφλικάς Γιάννης Κοντός του αναθέτει την τοιχογράφηση του σπιτιού του. Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει σκηνές από την Επανάσταση του ’21, αρχαίους θεούς και τοπία. Η οικία Κοντού αποτελεί σήμερα το Μουσείο Θεόφιλου.

Το 1927 επιστρέφει στη γενέτειρά του όπου συνεχίζει να ζωγραφίζει. Δημιουργεί τοιχογραφίες σε χωριά του νησιού και η αμοιβή του είναι ένα πιάτο φαγητό και λίγο κρασί. Εκεί τον συναντά ο καταξιωμένος κριτικός τέχνης και εκδότης Στρατής Ελευθεριάδης (Tériade), ο οποίος διέμενε στο Παρίσι και είναι ο άνθρωπος που θα κάνει γνωστό το έργο του Θεόφιλου. Μετά από 27 χρόνια από το θάνατό του, το 1961, εγκαινιάζεται μεγάλη έκθεση με έργα του Θεόφιλου στο Μουσείο του Λούβρου αποτελώντας ύψιστη αναγνώριση του συνολικού έργου του Έλληνα ζωγράφου με την φουστανέλα.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...