Η διαπάλη με τον αστικό φεμινισμό

Το αστικό φεμινιστικό κίνημα είχε καταγράψει ήδη μια σύντομη πορεία πριν την ίδρυση του ΣΕΚΕ, επιδιώκοντας κυρίως την κατάργηση προκαπιταλιστικών ανισοτήτων σε βάρος της γυναίκας και την επέκταση των αστικών δικαιωμάτων για αυτήν. Το 1887 ιδρύθηκε η Οικοκυρική Σχολή. Την ίδια χρονιά η Καλλιρρόη Παρρέν εξέδωσε την Εφημερίς των Κυριών, ενώ δύο χρόνια αργότερα ίδρυσε το Κυριακάτικο Σχολείο των Άπορων Γυναικών και Κορασίδων και το 1896 την Ένωσιν Ελληνίδων. Η Παρρέν τασσόταν υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης μέσω της εκπαίδευσης και της συμμετοχής της γυναίκας στην αγορά εργασίας. Το 1904 ιδρύθηκε το Κυριακάτικο Σχολείο των Εργατριών του Πειραιά και το 1911 το αντίστοιχο Σχολείο της Αθήνας. Το 1908 ιδρύθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων. Το 1911 η Καλλιρρόη Παρρέν πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Λυκείου Ελληνίδων.

Οι δραστηριότητες του αστικού φεμινισμού δε γνώρισαν μεγάλη αποδοχή των αστικών πολιτικών δυνάμεων για ένα μεγάλο διάστημα. Ο ρόλος τους, όμως, αναβαθμίστηκε στην προοπτική των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Από το 1912, η Εφημερίς των Κυριών διεξήγαγε καμπάνια υπέρ των επιδιώξεων της Ελλάδας στους Βαλκανικούς Πολέμους. Όπως αναφερόταν σε άρθρο:

«Εις τους παλαιούς καλούς χρόνους αι γυναίκες της Σπάρτης εστεφάνωναν και ετίμων τους νικητάς. Την στιγμήν αυτήν όπου οι αγωνιζόμενοι άνδρες μας αναδεικνύονται μεγάλοι ως οι Έλληνες της δοξασμένης εποχής, ας μιμηθώμεν και ημείς τας Σπαρτατιάτιδας. Δύο είναι την στιγμήν αυτήν αι μεγάλαι φυσιογνωμίαι, εις τας οποίας οφείλεται η αναγέννησίς μας, το μεγαλείον του Έθνους μας, η δόξα και ο θρίαμβος της Ελλάδος. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ο Ελευθέριος Βενιζέλος.»

Η δράση του φεμινισμού προς όφελος του αστικού εθνικισμού πήρε νέες διαστάσεις στη συνέχεια. Η Καλλιρρόη Παρρέν ίδρυσε το Νοέμβρη του 1914 τον Πατριωτικό Σύνδεσμο Ελληνίδων που βρισκόταν υπό την κηδεμονία της βασίλισσας Όλγας και είχε σκοπό την πολιτική κινητοποίηση των γυναικών.

Ο αστικός φεμινισμός δεν έμεινε ανεπηρέαστος από τις αντιθέσεις του αστικού πολιτικού συστήματος. Το 1917, μετά από την υπερίσχυση του Βενιζέλου, ο Πατριωτικός Σύνδεσμος μετονομάστηκε, αναγνωρίστηκε και χρηματοδοτήθηκε από το υπουργείο Περιθάλψεως ως Πατριωτικό Ίδρυμα Περιθάλψεως. Την επόμενη χρονιά η Καλλιρρόη Παρρέν, που είχε περάσει με το μέρος των μοναρχικών, εξορίστηκε στην Ύδρα. Ωστόσο, το Πατριωτικό Ίδρυμα συνέχισε να λειτουργεί με αποκλειστικό σκοπό τη στήριξη των στρατιωτών στα μετόπισθεν. Την ίδια χρονιά, η Αύρα Θεοδωροπούλου (σύζυγος του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, υπουργού των κυβερνήσεων του Βενιζέλου) ίδρυσε το Σωματείο της Αδελφής του Στρατιώτη.

Μετά από την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοέμβρη του 1920, η Παρρέν επέστρεψε από την εξορία και επαναλειτούργησε τον Πατριωτικό Σύνδεσμο, στον οποίο εντάχτηκε και ο Σύνδεσμος της Αδελφής του Στρατιώτου. Λίγο νωρίτερα, η Αύρα Θεοδωροπούλου μαζί με τη Μαρία Σβώλου και τη Μαρία Νεγρεπόντη προχώρησαν στην ίδρυση του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας (που εξέδιδε το περιοδικό Ο Αγώνας της Γυναίκας).1507 Στα δευτεριάτικα απογευματινά μαζέματα του Συνδέσμου συμμετείχαν και άντρες, όπως ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Δημήτρης Γληνός.

Παράλληλα με τις δραστηριότητες για τις γυναίκες της βενιζελικής παράταξης προχώρησε και η δραστηριότητα των σοσιαλδημοκρατών. Το 1919 η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Σοσιαλιστικού Ομίλου Γυναικών (πόλος συσπείρωσης γυναικών γύρω από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας του Ν. Γιαννιού), ενώ από το 1921 έως το 1923 ήταν διευθύντρια του περιοδικού Ελληνίς. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο Σοσιαλιστικός Όμιλος άσκησε πολεμική τόσο ενάντια στο φεμινισμό όσο και ενάντια στην προσέγγιση του γυναικείου ζητήματος που προάσπιζαν οι κομμουνιστές. Απέναντι σε αυτήν την αυξημένη δραστηριότητα του αστικού φεμινισμού, όλων των εκφάνσεων, προσπάθησε να τοποθετηθεί το ΣΕΚΕ (Κ.) με τις μικρές δυνάμεις του, τονίζοντας τη συσχέτιση του γυναικείου ζητήματος με την κοινωνία της ταξικής εκμετάλλευσης και προτάσσοντας την πάλη για τη γυναικεία χειραφέτηση ως αναπόσπαστο στοιχείο του αγώνα για την ταξική χειραφέτηση:

«Εκ του σημερινού κεφαλαιοκρατικού συστήματος παραγωγής, προκύπτει νέα μορφή πάλης, πάλης δύο αντιμαχόμενων μερίδων της κοινωνίας, πάλης τάξεων. Εφ’ όσον το μεγαλύτερον μέρος των γυναικών, λόγω αυτής ταύτης της οικονομικής εξελίξεως, ρίπτεται εις το έτερον εκ των αντιμαχόμενων στρατοπέδων, το των καταπιεζόμενων, διά να εξασφαλίση κατά τον αυτόν ως οι άνδρες εργάται τρόπον τα μέσα της υπάρξέως των, δεν είνε δυνατόν να αποφύγη τον αγώνα τον οποίον ολόκληρος η τάξις των προλεταρίων είνε ηναγκασμένη να διεξαγάγη κατά των εκμεταλλευτών της. Η κατά τον αγώνα τούτο δράσις της γυναικός δεν είνε δράσις μονομερής, δράσις φύλου, αλλά συμπίπτει αναπόσπαστα με των ανδρών προλεταρίων, καθόσον οι αυτοί οικονομικοί όροι συντρέχουσι, η αυτή εκμετάλλευσις εξασκείται επί αμφοτέρων, τα αυτά συμφέροντα επιδιώκονται, προς κοινόν δε σκοπόν αποβλέπουσιν, τον της τελικής χειραφετήσεως της τάξεως εις ηνανήκουσιν(…) παρουσιάζεται αναμφισβητήτως η ανάγκη της διεξαγωγής και μονομερούς τινός αγώνος, καθαρώς γυναικείου, όπως διορθώση τα μειονεκτήματα ταύτα και αποκτηθώσι όλα εκείνα τα δικαιώματα τα οποία θα δώσουν εις την γυναίκα τα ανάλογα μέσα, όπως αγωνισθή εν ίση μοίρα με τον άνδρα, κατά τον μεγάλον και τελειωτικόν απελευθερωτικόν αγώνα. Τον αγώνα τούτο (…) τον θεωρεί ως απαραίτητον προπαρασκευήν διά τον μεγάλον κοινωνικόν αγώνα.»

Σημαντικό ρόλο στην ένταση της διαπάλης με το φεμινισμό διαδραμάτισαν και οι πρωτοβουλίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Τον Αύγουστο του 1920, η Κομμουνιστική Διεθνής αποφάσισε τη συγκρότηση Διεθνούς Γραφείου Γυναικών που άρχισε να λειτουργεί το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς. Σύμφωνα με την απόφαση που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη, ως σκοποί του Διεθνούς Γραφείου Γυναικών προσδιορίζονταν οι ακόλουθοι:

«Το Γραφείον έχει ως έργον:

1) Να συντελεί εις την διάδοσιν της επιρροής της Κομμουνιστικής Διεθνούς μεταξύ των βαθιών μαζών του γυναικείου προλεταριάτου διά μέσω των κομμουνιστικών κομμάτων.

2) Να διευκολύνει την Κομμουνιστικήν Διεθνή εις την αγωγήν συμφώνως προς το κομμουνιστικόν πνεύμα των γυναικείων μαζών του προλεταριάτου και του μισοπρολεταριάτου προσφεύγον εις τας ιδιαίτερας μεθόδους της εργασίας μεταξύ των γυναικών.

3) Να ενισχύη το πνεύμα ανεξαρτησίας των εργατριών προσελκύον αυτάς εις τον αγώνα υπέρ της δικτατορίας του προλεταριάτου και της παγιώσεως του κομμουνισμού.

4) Να λαμβάνει μέρος εις την εργασίαν της Κομμουνιστικής Διεθνούς, εφελκύον την προσοχή της επί των ζητημάτων των θυγόντων την απελευθέρωσιν των γυναικών και την άμυναν των συμφερόντων των μητέρων.»

Λίγο αργότερα, το 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς συγκεκριμενοποίησε περισσότερο την πολιτική έναντι του γυναικείου ζητήματος. Ο πολιτικός προσανατολισμός του γυναικείου κινήματος θεωρήθηκε ταυτόσημος με τις επιδιώξεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δηλαδή με την επίτευξη του στόχου της δικτατορίας του προλεταριάτου:

«Το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου γίνεται το κυριώτερο ζήτημα για την εργατική τάξη όλου του κόσμου, επομένως, για τις εργάτριες (…) Η πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου πρέπει να βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Αυτός είναι ο σκοπός που πρέπει να καθορίζει τις μεθόδους της δράσεως και τη στάση του προλεταριάτου και των δύο φύλων.»

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάλυσης, η χειραφέτηση της γυναίκας θεωρούταν αδύνατη χωρίς την επίτευξη της δικτατορίας του προλεταριάτου και η επίτευξη της δικτατορίας του προλεταριάτου ανέφικτη χωρίς τη συμμετοχή της πλειοψηφίας των γυναικών:

«Παντού, όπου προβάλλει άμεσα το ζήτημα της κατακτήσεως της εξουσίας, τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να ξέρουν να εκτιμούν το μεγάλο κίνδυνο που παρουσιάζουν στην επανάσταση οι αδρανείς μάζες των εργατριών που δεν έχουν μπει στο κίνημα (…) Η πείρα της ουγγρικής επαναστάσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας η ασυνειδησία των γυναικείων μαζών έπαιξε τόσο ελεεινό ρόλο, πρέπει να χρησιμέψει ως ειδοποίηση για το προλεταριάτο των οπισθοδρομημένων χωρών που μπαίνουν στο δρόμο της κοινωνικής επαναστάσεως

Στην ίδια βάση, το δικαίωμα της ψήφου για τις γυναίκες -αν και υιοθετήθηκε ως αίτημα – θεωρήθηκε αδύναμο να απαλλάξει τη γυναίκα από τη διπλή της εκμετάλλευση εντός του καπιταλιστικού συστήματος:

«Η ισότης της γυναίκας, όχι η τυπική, αλλά η πραγματική, δεν μπορεί να υπάρξει παρά μονάχα στο καθεστώς όπου η γυναίκα της εργατικής τάξεως θα εξουσιάζει τα όργανα της παραγωγής και της διανομής, συμμετέχοντας στη διεύθυνσή τους και έχοντας την ίδια υποχρέωση εργασίας που θάχουν και όλα τα άλλα μέλη της εργαζόμενης κοινωνίας μ’ άλλα λόγια, η ισότης ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με το γκρέμισμα του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάστασή του με τις κομμουνιστικές οικονομικές μορφές.»

Η ενιαία πάλη ανδρών και γυναικών για την ανατροπή της αστικής εξουσίας δεν απέκλειε για την Κομμουνιστική Διεθνή και τα ιδιαίτερα όργανα και τις μορφές δράσης για την ταξική συνειδητοποίηση των γυναικών:

«Το Τρίτο συνέδριο υποδεικνύει ως υποχρεώσεις, που τα Κομμουνιστικά Κόμματα πρέπει να τις εκτελέσουν διαμέσου των τμημάτων για την εργασία στις γυναίκες, τα εξής:

  1. Να μορφώσουν τις μεγάλες γυναικείες μάζες με το πνεύμα του κομμουνισμού και να τις προσελκύσουν μέσα στο Κόμμα.
  2. Να χτυπήσουν τις προλήψεις που έχει για τις γυναίκες το ανδρικό προλεταριάτο, ενισχύοντας στο μυαλό των εργατών και των εργατριών την ιδέα της αλληλεγγύης των συμφερόντων των προλεταρίων των δύο φύλων.
  3. Να δυναμώσουν τη θέληση της εργάτριας, χρησιμοποιώντας την σ’ όλες τις μορφές του εμφυλίου πολέμου, να ξυπνήσουν την ενεργητικότητά της κάνοντάς την να συμμετέχει στις ενέργειες των μαζών, στον αγώνα κατά της κα­πιταλιστικής εκμεταλλεύσεως στις αστικές χώρες (κατά της ακρίβειας της ζωής, της κρίσεως των σπιτιών και της αναδουλειάς), στην οργάνωση της κομμουνιστικής οικονομίας και γενικά της ζωής στις σοβιετικές δημοκρατίες.
  4. Να βάλουν στην ημερήσια διάταξη μέσα στο Κόμμα και στα νομοθετικά σώματα τα ζητήματα σχετικά με την ισότητα της γυναίκας και με την υπεράσπισή της ως μητέρας.
  5. Ν’ αγωνιστούν συστηματικά εναντίον της επιδράσεως της παραδόσεως, των αστικών εθίμων και της θρησκείας για να προετοιμάσουν το δρόμο για υγιέστερες και αρμονικώτερες σχέσεις μεταξύ των φύλων και για την ηθική και φυσική εξυγίανση της εργαζόμενης ανθρωπότητος

Επίσης, ως μέτρο για την ταξική συνειδητοποίηση των γυναικών προκρινόταν η σχεδιασμένη πρόσληψη δοκιμασμένων κομμουνιστριών σε χώρες με μεγάλη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού, αλλά και η λήψη οργανωτικών μέτρων. Πιο συγκεκριμένα, η συγκρότηση επιτροπών δράσης για τις γυναίκες σε όλες τις βαθμίδες συγκρότησης των Κομμουνιστικών Κομμάτων, η συμμετοχή της επικεφαλής του τμήματος της Κεντρικής Επιτροπής για τις γυναίκες στις Ολομέλειες και όπου ήταν εφικτό η εκλογή της στην Κεντρική Επιτροπή και τέλος ο ορισμός ανταποκριτριών από κάθε Κομμουνιστικό Κόμμα στη Γραμματεία Γυναικών της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που συνεδρίαζε κάθε έξι μήνες.

Οι θέσεις και τα οργανωτικά μέτρα της Διεθνούς επηρέασαν σημαντικά την παρέμβαση και δράση του ΣΕΚΕ (Κ) στις γυναίκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα κεντρικά συνθήματα του ΣΕΚΕ (Κ) στις εκλογές του Νοέμβρη του 1920 ήταν το «Σφυρί-Δρεπάνι και ψήφος στο φουστάνι».

Παράλληλα, ενισχύθηκε η αρθρογραφία του Ριζοσπάστη με επίκεντρο το γυναικείο ζήτημα και η αντιπαράθεση με το φεμινισμό. Με αφορμή τη διοργάνωση συνεδρίου γυναικών διαβάζουμε στο Ριζοσπάστη τον Απρίλη του 1921:

«Εώς τώρα οι γυναίκες έβγαιναν μόνο με τα κουτάκια υπέρ του έθνους, τώρα κάνουν και συνέδρια. Κανείς δεν ωμίλησεν διά τον εργατικόν κόσμον τον γυναικείον, διά τα βάσανά του, διά τους όρους ζωής του, διά τας υπηρέτριας, τις πλύστρες, τις σιδερώστρες, τας υπαλλήλους. Η ανωτέρα γυναικεία διανόησις που κάνει το Συνέδριον πού να κατέβει τόσο κάτω!»

Τον επόμενο μήνα, σε παρόμοιο τόνο σχολιαζόταν το αίτημα του φεμινισμού περί δικαιώματος ψήφου των γυναικών:

«Κατά την κυρίαν Παρρέν, αι γυναίκες μας θα συνεχίσουν να είναι τόσο φρόνιμαι και σεμναί, και μετά την απόκτησιν της ψήφου, ώστε να πηγαίνουν συνοδευόμεναι από τον παπάκην των, την μαμάν των, τον αδελφόν των και τον σύζυγόν των! Έτσι την καταλαβαίνει η κύρια Παρρέν, η φεμινίστρια, την γυναικείαν χειραφέτησιν!»

Κριτική γινόταν και σε ζητήματα ταμπού για την εποχή, όπως στο θεσμό του γάμου:

«Ο γάμος, όπως είπαμε, στη σημερινή του μορφή, είναι ο πιο μεγάλος εχθρός του συνειδητού φεμινισμού. Η γυναίκα πληρώνει τον άνδρα για την αγοράν, ενώ ο άνδρας με τα δικά του και ξένα χρήματα αγοράζει όσες γυναίκες θέλει (…) Άλλη ηθική υπάρχει για τον άνδρα, άλλη για την γυναίκα. Άμα η γυναίκα παραβή τη δική της ηθική τιμωρείται με την αγαμία ή με την πορνεία. Ποιο είναι το καλύτερο; Ο σοσιαλισμός θέλει να εξαρτήση τόσο την αρχή όσο και το τέλος του γάμου από την ελεύθερη κρίση και θέλησι των συμβαλλόμενων (…) Η κατάλυση της ανδρικής εξουσίας με τους δύο της στύλους· την ατομική ιδιοκτησία και την οικογένεια στη σημερινή της μορφή, δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συνείδηση ότι αυτό είναι μια πράξις επαναστατική.»

Ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας ίδρυσε το 1921 την Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή, όπου διδάσκονταν Φιλοσοφία, Ψυχολογία και ιδίως του παιδιού, Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία, Ιστορία του Πολιτισμού, Ιστορία της Τέχνης και Αισθητική. Ανάμεσα στους καθηγητές της Σχολής βρισκόταν ο Δημ. Γληνός, αλλά στις διαλέξεις συμμετείχαν και αρκετοί καθηγητές πανεπιστημίου της εποχής.

Στην πράξη, τα μαθήματα της Σχολής παρακολουθούνταν αποκλειστικά από γυναίκες της αστικής τάξης. Σχολιάζοντας αυτό το γεγονός, έγραψε η Γαλάτεια Καζαντζάκη:

«Σαν γυναίκα έχω κ’ εγώ νομίζω το δικαίωμα να πω τη γνώμη μου (…) Κι’ έχω το δικαίωμα αυτό ακόμα περισσότερο, γιατί θα μιλήσω έχοντας υπόψιν τη γυναίκα της λαϊκής τάξεως. Τη γυναίκα την ηρωική και ταπεινή που μάχεται με ακατάβλητο ψυχικό σθένος στον σκληρό καθημερινό αγώνα σκληρότερο ακόμα με τις παρούσες οικονομικές συνθήκες. Τη γυναίκα που σηκώνεται από το κρεβάτι της γέννας για να πλύνη τα ξένα ρούχα, για εκείνη που περιμένει ώρες στο κρύο ή στη ζέστη έξω από τα υπουργεία, σωριασμένη με τα παιδιά στο πεζοδρόμιο, να πάρη λίγο κινίνο, κανά κουτί γάλα ή να ρωτήση για τον άνδρα της που πολεμά στο μέτωπο, καθώς και για το κορίτσι που δουλεύει με το μεροκάματο, το εντελώς αμόρφωτο και εγκαταλελειμένο ηθικά και που στη δυστυχία που αντικρύζει δεν ξέρει πολλές φορές ν’ αντισταθεί και πέφτει. Αυτές τις δύο γυναίκες έχοντας υπ’ όψιν ερωτώ τους ιδρυτές της Αν. Γυν. Σχολής που ανέλαβαν τόσο πανηγυρικά να μορφώσουν την Ελληνίδα, γιατί δεν τις θυμήθηκαν.»

Ωστόσο, η συγκεκριμένη περίοδος ανόδου της κομματικής δραστηριότητας για τις γυναίκες ανακόπηκε σύντομα. Η αρθρογραφία στο Ριζοσπάστη και την Κομμουνιστική Επιθεώρηση σταμάτησε, όπως και οι μεταφράσεις ξενόγλωσσων κειμένων. Μία από τις αιτίες ήταν η ένταση του αντικομμουνισμού. Όμως, ο σημαντικότερος λόγος ήταν η ρεφορμιστική στροφή στο ΣΕΚΕ (Κ.), όπως και η προσωρινή παύση των διαδικασιών ένταξής του στην Κομμουνιστική Διεθνή. Αποδείχθηκε έτσι για πολλοστή φορά ότι η συμφιλίωση με την ίδια την ύπαρξη της αστικής εξουσίας, ευνουχίζει βαθμιαία κάθε ριζοσπαστικό στοιχείο ενός κομμουνιστικού κόμματος.

Διόλου τυχαία, λοιπόν, η αναζωογόνηση της ενασχόλησης με τις γυναίκες ταυτίζεται με την περίοδο της περιθωριοποίησης και διαγραφής των ρεφορμιστικών στοιχείων. Μετά από τη Συνδιάσκεψη του Φλεβάρη του 1924, δημοσιεύεται στο Ριζοσπάστη ανακοίνωση του Γυναικείου τμήματος του ΣΕΚΕ (Κ.), όπου επανέρχονταν οι προηγούμενες διακηρύξεις και μάλιστα σε διαπάλη με τον αστικό φεμινισμό:

«Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση κάτω απ’ την διπλή εκμετάλλευση μέσα στην καπιταλιστική Κοινωνία. Κατάσταση που δεν γιατρεύεται με τις φεμινιστικές αυταπάτες που καλλιεργούνε οι κυρίες της “υψηλής αριστοκρατίας”, οι κυρίες του “καλού κόσμου”, οι Ελληνίδες οι μοντέρνες με τους χοροσυνδέσμους και τις χοροεσπερίδες τους.

Σαν και μας υπάρχουνε εκατοντάδες χιλιάδες σ’ άλλες χώρες (…) Μαζύ με τους πιο φωτισμένους και με τους πιο συνειδητούς εργάτες, θα κατέβουμε στον αγώνα για την απελευθέρωσή μας, που είναι δυνατή μόνο με το γκρέμισμα του σημερινού κοινωνικού συστήματος της εκμετάλλευσης, της βίας και της ατιμίας. Μόνο με τη νίκη του Κομμουνισμού.»

Το 1925 ο Ριζοσπάστης έγραψε:

«Όταν λέμε για κίνημα των γυναικών εξετάζοντάς το απ’ την προλεταριακή άποψη δε νοιώθουμε βέβαια ένα ξέχωρο κίνημα με ιδιαίτερα συμφέροντα ξεχωριστά απ’ τα συμφέροντα του Προλεταριάτου. Ίσα ίσα η απελευθέρωση της γυναίκας απ’ τον οικονομικό και κοινωνικό ζυγό συνδέεται αδιάσπαστα με την απελευθέρωση του Προλεταριάτου (…) Μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία η εργαζόμενη γυναίκα είναι αδύνατο να αποχτήσει πραγματικά δικαιώματα αφού κι’ αυτός ο εργαζόμενος άνδρας δεν τάχει. Μα ούτε και οι σχέσεις μεταξύ άνδρα και γυναίκας μπορούν ν’ αλλάξουν εφ’ όσο κυριαρχεί η ατομική ιδιοκτησία ως βάση της παραγωγής και συνεπώς κι’ όλες οι ιδέες, νόμοι και έθιμα που οφείλουν την ύπαρξή τους σ’ αυτήν την οικονομική βάση (…) Ο αγώνας για την απελευθέρωση της γυναίκας δεν είναι αγώνας ψηφισμάτων και επιτροπών, δεν είναι κοινοβουλευτικό ζήτημα. Όχι (…) Η απελευθέρωση της γυναίκας θα βγει ύστερα από γιγάντια πάλη, από μια αμείλιχτη επαναστατική πάλη, που θα σωριάσει σε ερείπια ένα κόσμο που πεθαίνει και θ’ αναγεννήσει, μέσα απ’ τις φλόγες της καταστροφής, μια κοινωνία εργασίας, αγάπης και λευτεριάς. Την πάλη αυτή για το μέλλον την κατευθύνει μια ιστορική τάξη, το Προλεταριάτο, και μαζί του παλεύουν όλοι οι καταπιεζόμενοι. Εκεί είναι κι’ η θέση της επαναστάτριας, της πραγματικά φεμινίστριας γυναίκας (…) Μέσα στις ίδιες οργανώσεις όλοι οι εκμεταλλευόμενοι, άντρες και γυναίκες, θα παλέψουμε για την απελευθέρωση της γυναίκας και του άντρα απ’ την καπιταλιστική τυραννία κι’ εκμετάλλευση, μέσα σε μια κοινωνία εργασίας και λευτεριάς

Υπόδειγμα χειραφέτησης της γυναίκας υπήρξε η εργάτρια και αγρότισσα στη Σοβιετική Ένωση. «Μονάχα σεμιαχώρα», έγραφε ο Νέος Ριζοσπάστης το 1934, «στη μεγάλη Σοβιετική Ένωση, όπου κυβερνάνε οι ίδιοι οι εργάτες και αγρότες, η εργαζόμενη γυναίκα, όχι μόνο σκλάβα δεν είναι, μα απόχτησε μια αληθινή λευτεριά – οικονομική και πολιτική – και γίνεται αληθινά ίση με τον άνδρα.»

Η διαπάλη με το φεμινισμό συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Ένα από τα βασικότερα ζητήματα της διαπάλης, διαχρονικά, ήταν αυτό της γυναικείας ψήφου.

Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ Τόμος Α2 σελ. 483 – 491

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...