Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον θα ανακοινώσει σήμερα πως το Ηνωμένο Βασίλειο θα αυξήσει «πάνω από το 40%» το όριο των πυρηνικών κεφαλών που διαθέτει, αποκάλυψαν το βράδυ χθες Δευτέρα δύο βρετανικά μέσα ενημέρωσης.
Η Ντάουνινγκ Στριτ εξήγησε σε δελτίο Τύπου που δημοσιοποίησε πως ο κ. Τζόνσον θα παρουσιάσει ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων τα συμπεράσματα έκθεσης για την άμυνα, την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική της χώρας, που θα καθορίσει την γραμμή της κυβέρνησης την προσεχή δεκαετία.
Σύμφωνα με τις ηλεκτρονικές εκδόσεις των εφημερίδων Guardian και Sun, σε γνώση των οποίων περιήλθε το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου έκτασης εκατό σελίδων, η κυβέρνηση των Τόρις σκοπεύει να αυξήσει στις 260 τον μέγιστο αριθμό των πυρηνικών κεφαλών που επιτρέπεται να αποθηκεύονται στη χώρα, ενώ στο παρελθόν είχε δεσμευθεί να μειώσει το απόθεμα των πυρηνικών της όπλων στις 180 πυρηνικές κεφαλές περί τα μέσα της δεκαετίας του 2020.
Κατά τα δύο βρετανικά ΜΜΕ, η Ντάουνινγκ Στριτ επικαλείται το «μεγεθυνόμενο φάσμα απειλών» από τη σκοπιά της τεχνολογίας και του στρατιωτικού δόγματος διαφόρων παραγόντων για να δικαιολογήσει αυτή την αλλαγή πορείας, η οποία δεν έχει προηγούμενο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η ουσία είναι οτι η Βρετανία κλιμακώνει την επιθετική πολιτική αναβάθμισης της χώρας στη διεθνή σκηνή και μέσω της στρατιωτικής της αναβάθμισης-και ως κρίκο απο την αποχώρησή της απο την ΕΕ, εφαρμόζοντας το δόγμα που συνοψίζει ο όρος «Global Britain».
Η έκθεση προειδοποιεί εναντίον της «ρεαλιστικής πιθανότητας» κάποια τρομοκρατική οργάνωση να «μπορέσει να διαπράξει επίθεση ΡΒΧΠ (σ.σ. με ραδιολογικά, βιολογικά, χημικά ή πυρηνικά όπλα) ως το 2030», αλλά και εναντίον της «ενεργής απειλής» και της «συστημικής πρόκλησης» που αντιπροσωπεύουν κατά το κείμενο η Ρωσία και η Κίνα αντίστοιχα.
«Μια ελάχιστη, αξιόπιστη, ανεξάρτητη πυρηνική αποτροπή, ενταγμένη στην άμυνα του NATO, παραμένει ουσιώδης για την εγγύηση της ασφάλειάς μας», κατά την έκθεση (1).
Η αλλαγή πλεύσης αυτή καταγράφεται καθώς το Λονδίνο επιδιώκει να ανακτήσει μετά το Brexit καθεστώς μεγάλης δύναμης στο διεθνές σκηνικό,
Η μεταβολή αυτή «θα παραβιάσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει (η Βρετανία) στο πλαίσιο της συνθήκης για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων», κατήγγειλε χθες Δευτέρα σε ανακοίνωσή της η Διεθνής Εκστρατεία για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων (ICAN).
«Η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αυξήσει το απόθεμά του σε όπλα μαζικής καταστροφής εν μέσω πανδημίας είναι ανεύθυνη, επικίνδυνη και παραβιάζει το διεθνές δίκαιο», στηλίτευσε η Μπεατρίς Φιν, η διευθύντρια αυτής της ΜΚΟ, η οποία έχει τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Η οργάνωση Εκστρατεία για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό (Campaign for Nuclear Disarmament, CND) από την πλευρά της βλέπει στην εξέλιξη αυτή το «πρώτο βήμα προς μια νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών», και χαρακτηρίζει την απόφαση της κυβέρνησης του ΗΒ «τεράστια πρόκληση στην παγκόσμια σκηνή».
«Ενώ ο κόσμος συζητάει για την πανδημία (του νέου κορονοϊού) και το κλιματικό χάος, είναι απίστευτο το ότι η κυβέρνησή μας επιλέγει να μεγεθύνει το βρετανικό πυρηνικό οπλοστάσιο», υπογράμμισε η γενική γραμματέας της, η Κέιτ Χάντσον, για την οποία η «κλιμάκωση των διεθνών εντάσεων και η κατασπατάληση των πόρων μας είναι ανεύθυνη και δυνητικά καταστροφική προσέγγιση» της κυβέρνησης των Συντηρητικών.
Η τεράστια αύξηση των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, το 2019 υπολογίζεται σε 1,917 τρις δολάρια, στο 2,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ, με αύξηση κατά 3,6% σε σχέση με το 2018 και κατά 7,2% σε σχέση με το 2010. Οι πυρηνικές δυνάμεις εξακολουθούν να εκσυγχρονίζουν το πυρηνικό τους οπλοστάσιο, αντικαθιστώντας παλιές κεφαλές. Οι 9 πυρηνικές δυνάμεις [ΗΠΑ 5.800, Ρωσία 6.375, Βρετανία 215, Γαλλία 290, Κίνα 320, Ινδία 150, Πακιστάν 160, Ισραήλ 90, Β. Κορέα 30-40], διαθέτουν συνολικά 13.400 πυρηνικά όπλα εκ των οποίων το 90% ανήκει σε ΗΠΑ και Ρωσία. Η ένταση των ανταγωνισμών και της στρατιωτικής προετοιμασίας, συνδυάζεται και με αλλαγές στα αμυντικά δόγματα αρκετών καπιταλιστικών κρατών, π.χ. Γερμανία, Ιαπωνία.
Η τάση αλλαγής του διεθνούς συσχετισμού δύναμης, η απειλητική άνοδος της Κίνας έναντι των ΗΠΑ, της Ρωσίας και άλλων περιφερειακών δυνάμεων, οι προσωρινοί συμβιβασμοί ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, δεν ακυρώνουν τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, για τον έλεγχο των αγορών οι οποίες συνοδεύονται με στρατιωτική ισχύ, πολέμους, ένοπλες ενδοαστικές συγκρούσεις.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, AFP
ag



