Με αφορμή την πρόσφατη Ελληνογαλλική Συμφωνία, τα διάφορα αστικά επιτελεία επιχείρησαν να ωραιοποιήσουν τον σημερινό και ιστορικό ρόλο της καπιταλιστικής Γαλλίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Επιχειρήθηκε να ανανεωθεί η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη περί μιας αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με ισχυρούς θεσμούς και σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από την ταξική τους θέση και τις πολιτικές τους αντιλήψεις. Και μάλιστα όλα αυτά υποστηρίχτηκαν σε μια χρονιά με έντονο ιστορικό συμβολισμό, αφού φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τότε που οι στρατιωτικές δυνάμεις της αστικής Γαλλίας, σε συνεργασία με τις μέχρι πρότινος αντίπαλες δυνάμεις της αστικής Γερμανίας, έπνιγαν στο αίμα την πρώτη απόπειρα εργατικής εξουσίας, εκτελώντας μαζικά τους υποστηρικτές της Παρισινής Κομμούνας.
Βέβαια, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Τα όποια δικαιώματα κατέκτησε η εργατική τάξη στο πλαίσιο του καπιταλισμού στηρίχτηκαν διαχρονικά στους σκληρούς ταξικούς αγώνες της, ενώ την ίδια στιγμή η εκμετάλλευση των ιμπεριαλιστικών υπερκερδών από τις αποικίες επέτρεψε στο γαλλικό κεφάλαιο να προχωρά σε περιορισμένες παραχωρήσεις, ακόμα και να εξαγοράζει τη συναίνεση τμημάτων της εργατικής τάξης. Αυτός είναι ο λόγος που στα αφιερώματα των αστικών εφημερίδων και διαχρονικά στις αστικές αναλύσεις για τη Γαλλία αποσιωπούνται οι εγκληματικές γαλλικές ευθύνες για την αποικιοκρατία και την καταστολή των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Ασία και την Αφρική και γενικότερα αποκρύβονται οι ενέργειες του καπιταλιστικού κράτους που στράφηκαν ενάντια στις εργατικές – λαϊκές μάζες στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες.
Φυσικά, τα προηγούμενα αποτελούν μόνο τον πρόλογο για την απόκρυψη των σημερινών γαλλικών συμφερόντων στη Μεσόγειο και στην Αφρική. Γι’ αυτό και λοιδορήθηκαν οι θέσεις του ΚΚΕ που επισήμαναν την όλο και βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τους κινδύνους που προκύπτουν από αυτή. Χαρακτηριστικά, «ΤΑ ΝΕΑ» σε δημοσίευμα της 8ης Οκτώβρη έγραψαν:
«Στην χθεσινή αγόρευση από κοινοβουλευτικού βήματος για την ελληνογαλλική συμφωνία ο Δημήτρης Κουτσούμπας ζήτησε να ρωτήσουμε κανέναν Μικρασιάτη τι έκαναν τα γαλλικά πλοία 99 χρόνια πριν στη Σμύρνη. Πράγματι, η ιστορία έχει καταγράψει ότι δεν έκαναν τίποτα. Ωστόσο, κάτι που συνέβη μια εκατονταετία πίσω δεν λογίζεται ως επιχείρημα σε σημερινή πολιτική κουβέντα. Εκτός αν ζεις στον προηγούμενο αιώνα».
Απαντώντας σε αυτά τα επιφανειακά επιχειρήματα, ο «Ριζοσπάστης» ξεκινά μια σειρά άρθρων όπου θα αναδείξει τη διαχρονική πορεία και τα εγκλήματα του γαλλικού ιμπεριαλισμού.
«Στο Σηκουάνα, το βάρος των οστών. Ρίχνονται στο Σηκουάνα από το μεγάλο άλμα1».
Στις 17 Οκτώβρη 1961, σε μια περίοδο που πολλές πρώην αποικίες στην Αφρική είχαν πρόσφατα αποκτήσει την ανεξαρτησία τους2 και ενώ μαινόταν η αλγερινή επανάσταση από το 1954 3 και οξύνονταν οι αντιδράσεις των Γάλλων αποίκων4, σημειώθηκε μία από τις μεγαλύτερες σφαγές εκ μέρους του γαλλικού καπιταλιστικού κράτους, όταν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις διέλυσαν διά της βίας διαδήλωση κατά του πολέμου στην Αλγερία και κατά της επιβολής απαγόρευσης κυκλοφορίας τις βραδινές ώρες. Ο επίσημος απολογισμός τότε ανέφερε 50 έως 200 νεκρούς, κυρίως Αλγερινούς μετανάστες εργάτες, πολλοί από τους οποίους δεν βρέθηκαν ποτέ, αφού οι Γάλλοι αστυνομικοί τούς πέταξαν στον Σηκουάνα. 11.538 διαδηλωτές συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο Παλέ ντε Σπορ και στο στάδιο Pierre de Coubertin.
Αγρια καταστολή
Η αρχή των γεγονότων της νύχτας της 17ης Οκτώβρη πρέπει να αναζητηθεί στην 5η Οκτώβρη 1961, όταν ο Μορίς Παπόν5, διοικητής της αστυνομίας στο Παρίσι, επέβαλε απαγόρευση κυκλοφορίας στους Αλγερινούς και μουσουλμάνους της Γαλλίας από τις 8.30 μ.μ. έως τις 5.30 π.μ. Οι Αλγερινοί μετανάστες (350.000 ζούσαν στα 1961 στη Γαλλία, συγκροτώντας τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κοινότητα της Ευρώπης) θεώρησαν φυσικά την απαγόρευση ρατσιστική και αυθαίρετη. Περισσότεροι από 30.000 άνθρωποι πορεύτηκαν ειρηνικά στους δρόμους τoυ Quartier latin, στις Grands Boulevards, κοντά στα Ηλύσια Πεδία, συγκεντρωμένοι στις κεντρικές πλατείες της πρωτεύουσας.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Jean – Luc Einaudi, ο Παπόν είχε στη διάθεσή του, για να εμποδίσει τη διαδήλωση, 7.000 αστυνομικούς και 1.400 CRS και Gendarmes Mobiles (ΜΑΤ και αστυνομικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση των διαδηλώσεων αντίστοιχα). Η αστυνομία μπλόκαρε όλες τις εισόδους στην πρωτεύουσα, τους σταθμούς του μετρό και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς για να εμποδίσει τη μετακίνηση του κόσμου. Παρ’ όλα αυτά πολλές δεκάδες χιλιάδες Αλγερινοί μπόρεσαν να πάρουν μέρος στη διαδήλωση, στην οποία καλούσε το καθοδηγούμενο από αστικές πολιτικές δυνάμεις Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (FLN).
Μαζικές συγκεντρώσεις στο κέντρο του Παρισιού
Οι Αλγερινοί διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στα προάστια του Παρισιού (βόρεια, δυτικά και νότια) και κατέβηκαν μαζικά στους δρόμους ζητώντας να αρθεί η απαγόρευση κυκλοφορίας και την ανεξαρτησία της Αλγερίας με βασικά συνθήματα: «Οχι στην απαγόρευση κυκλοφορίας!», «Διαπραγματευτείτε με την προσωρινή κυβέρνηση της Αλγερίας», «Ανεξαρτησία για την Αλγερία», «Ειρήνη στην Αλγερία», «Ζήτω το Απελευθερωτικό Μέτωπο».
Ο Moχάμεντ Ζουαουί, στέλεχος του FLN στο Παρίσι, αναλαμβάνει τη διοργάνωση της διαδήλωσης. Σχεδιάζει να συγκεντρώσει τα μαζικά μπλοκ των διαδηλωτών σε τρεις τομείς: Στην περιοχή Etoile για τους Αλγερινούς των δυτικών προαστίων, στις λεωφόρους Saint-Michel και Saint-Germain για τα νότια προάστια και τέλος στα Grands Boulevards για τα βόρεια και βορειοανατολικά προάστια.
Στις 17 Οκτώβρη βρέχει αργά το απόγευμα. Χιλιάδες Αλγερινοί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, με κυριακάτικα ρούχα για να υποδηλώσουν την επιθυμία τους για αξιοπρέπεια, άρχισαν να κινούνται προς τα σημεία των συγκεντρώσεων. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι ο αριθμός των διαδηλωτών ήταν 20.000 – 30.000, άλλες ανεβάζουν την εκτίμηση σε 50.000 και δύο εσωτερικές αξιολογήσεις του FLN μιλούν για 28.000 και 40.000.
Η Paulette Peju, κομμουνίστρια δημοσιογράφος και υποστηρίκτρια του FLN, έγραψε στην εφημερίδα «Liberation»: «Τριάντα, σαράντα χιλιάδες Αλγερινοί κατέκλυσαν τις Grands Βoulevards έως το Quartier Latin και την πλατεία Concorde έως την πλατεία Etoile».
Τα θύματα της Σφαγής
Η αντίδραση της αστυνομίας ήταν χωρίς προηγούμενο βίαιη. Οι αστυνομικοί περίμεναν τους διαδηλωτές στις εξόδους των σταθμών του μετρό και στον δρόμο για να τους χτυπήσουν. «Οι πιο αδύναμοι χτυπήθηκαν μέχρι θανάτου, το είδα με τα μάτια μου», δήλωσε ο Αλγερινός διαδηλωτής Saad Ouazen το 1997. Αν και δεν είχαν αντισταθεί καθόλου, δεκάδες διαδηλωτές σκοτώθηκαν από πυρά, άλλοι πνίγηκαν στον Σηκουάνα.
«Από τον 19ο αιώνα είναι μία από τις λίγες φορές που η αστυνομία πυροβόλησε εργάτες στο Παρίσι», σημειώνει ο ιστορικός Benjamin Stora. Τις επόμενες βδομάδες αλιεύτηκαν στον Σηκουάνα δεκάδες πτώματα Αλγερινών με πρησμένο πρόσωπο. Ο Stora εκτιμά ότι η αστυνομική βία και καταστολή προκάλεσε εκατό θανάτους, ο Βρετανός ιστορικός Jim House μιλά για «τουλάχιστον» 120 – 130 άτομα, ενώ για τον Jean – Luc Einaudi, συγγραφέα του «La bataille de Paris» (Η μάχη του Παρισιού), οι δολοφονημένοι ήταν πάνω από 150.
Η Fatima Bedar ήταν το νεότερο γνωστό θύμα της αστυνομικής καταστολής. Γεννημένη στη μικρή Kabylie, μαθήτρια στο Γυμνάσιο College commercial et industriel feminin στο Σεν Ντενί ήταν 15 χρόνων όταν πνίγηκε από την αστυνομία, όπως πολλοί Αλγερινοί, στις 17 Οκτώβρη 1961.
Ο πατέρας της, Χοσίν Μπεντάρ, είχε προσχωρήσει το 1940 στις Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις του στρατηγού Ντε Γκολ και είχε συμμετάσχει στις μάχες εναντίον του φασιστικού Αξονα και για την απελευθέρωση της Γαλλίας. Μετά την απελευθέρωση, ο Χοσίν Μπεντάρ, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Σεν Ντενί, έφερε την οικογένειά του στη χώρα πριν από τον πόλεμο της Αλγερίας. Οταν ξέσπασε η αλγερινή επανάσταση, ο ίδιος και όλη η οικογένεια της Fatima υποστήριξαν το FLN. Παρ’ όλα αυτά απαγόρευσαν στη Fatima να συμμετάσχει στην ειρηνική διαμαρτυρία της 17ης Οκτώβρη 1961. Η κοπέλα αψήφησε την απαγόρευση των γονιών της. Ενώ είπε ότι θα πήγαινε στο σχολείο της, τελικά αποφάσισε να πάει στη διαδήλωση. Δεν επέστρεψε ποτέ. Στις 31 Οκτώβρη 1961, το πτώμα της βρέθηκε στο κανάλι του Σεν Ντενί.
Επίσημη αναγνώριση της σφαγής; Η καθυστερημένη και λειψή αποκατάσταση
Στις 8 Απρίλη 1962, οι Γάλλοι ενέκριναν με δημοψήφισμα (σε ποσοστό 91%) την παραχώρηση ανεξαρτησίας στην Αλγερία, ενώ σχεδόν το 100% των Αλγερινών ενέκριναν με δημοψήφισμα την ανεξαρτησία την 1η Ιούλη 1962. Η Αλγερία κηρύχτηκε και επίσημα ανεξάρτητο κράτος στις 5 Ιούλη 1962 και τα επόμενα χρόνια η αστική Αλγερία σύναψε στενές εμπορικές και άλλες σχέσεις με την αστική Γαλλία. Παρ’ όλα αυτά έπρεπε να περάσει μισός αιώνας, ώστε επί προεδρίας Φρανσουά Ολάντ, το γαλλικό κράτος να προχωρήσει σε μια λειψή αναγνώριση των ευθυνών του για τη σφαγή.
Η ιστορικός Raphaelle Branche, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, σημείωσε τότε:
«Για πρώτη φορά, ήταν καιρός και είναι μία σημαντική πρόοδος, ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναγνωρίζει αυτό που συνέβη στις 17 Οκτωβρίου 1961. Αλλά δεν αναφέρει ποιος διέπραξε την “αιματηρή καταστολή”, στην προκειμένη περίπτωση την αστυνομία του Παρισιού, η οποία ενήργησε υπό τις εντολές του νομάρχη της αστυνομίας, Maurice Papon, ο οποίος έδρασε υπό την εξουσία της κυβέρνησης του στρατηγού de Gaulle».
Η δήλωση του Ολάντ δεν αναφερόταν στα γεγονότα και στον αριθμό των θυμάτων της διαδήλωσης. Επίσης, αν και στην πινακίδα του Pont Saint – Michel που τοποθετήθηκε σε ανάμνηση της Σφαγής του Σηκουάνα η διαδήλωση αναφέρεται ως «ειρηνική», ο Φρανσουά Ολάντ απέφυγε να την χαρακτηρίσει τέτοια.
Αντί επιλόγου
Το 2004, η έκθεση «Φωτογραφίζοντας τον Πόλεμο της Αλγερίας», στο Παλάτι Sully στο Παρίσι, αποκάλυψε αδημοσίευτες φωτογραφίες της 17ης Οκτώβρη 1961, που τραβήχτηκαν από τον Γάλλο φωτογράφο της εφημερίδας «France Soir». Απεικονίζουν τους Αλγερινούς διαδηλωτές στοιβαγμένους στην Place de l’ Opera, με τα χέρια τους στο κεφάλι, άλλους άγρια χτυπημένους, και πτώματα στους δρόμους του Παρισιού.
Αυτές οι εικόνες είναι αποκαλυπτικές για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα πράγματα που πρέπει να ανακαλύψουμε γι’ αυτήν την τραγική και αιματηρή νύχτα, γι’ αυτήν τη σφαγή του γαλλικού ιμπεριαλισμού…
Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη



