Ο Γ. Παπανδρέου, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Γ. Κατρούγκαλος και ο ομότιμος καθηγητής, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών και αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Χρήστος Ροζάκης, επιχείρησαν από το βήμα της εκδήλωσης που διοργάνωσε το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) να δώσουν απάντηση στο ερώτημα εάν, κατά πόσο και υπό ποίες προϋποθέσεις «Μας συμφέρει η Χάγη;». Η εκδήλωση έγινε στο Ωδείο Αθηνών το απόγευμα της Τρίτης, 18 Φεβρουαρίου.
Στρώνοντας το δρόμο προς την συνδιαχείριση, όλοι τους, με την μια ή την άλλη διατύπωση, συμφώνησαν στην αξία του διαλόγου με την γείτονα χώρα. Ο μεν Παπανδρέου υπερασπίστηκε «το κεκτημένο του Ελσίνκι» ως μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αναγνωρίζοντας ωστόσο «ότι σήμερα έχουν πια πολλά αλλάξει και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και στην περιοχή, και στην Τουρκία». Αναφερόμενος δε στην επιλογή της Χάγης, ειπε ότι μπορεί να είναι επωφελής αλλά και με την επίγνωση ότι «μια προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη ευνοεί συνήθως ισορροπημένες και όχι μαξιμαλιστικές λύσεις».
Με την σειρά της η Ν. Μπακογιάννη εμφανίστηκε να νοσταλγεί το Ελσίνκι, λέγοντας ότι «δυστυχώς δεν υπάρχει πια … Η Τουρκία δεν θα γίνει ποτέ μόνιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Από την πλευρά του ο Γ. Κατρούγκαλος δήλωσε μεταξύ άλλων χαρακτηριστικά “ότι τίποτα δεν μπορεί να κερδίσει με μονομερείς ενέργειες, αλλά να είναι και συνείδηση της δικής μας πλευράς ότι η συμπερίληψη της Τουρκίας στην ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να γίνει με όρους διεθνούς δικαίου και να είναι αμοιβαία επωφελής”.
Τελευταίος τοποθετήθηκε ο Χ. Ροζάκης, προτείνοντας την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών που έχουν διακοπεί με ευθύνη της Τουρκίας από το 2016.
Υπενθυμίζουμε ότι με τις Συμφωνίες της Μαδρίτης (1997) και του Ελσίνκι (1999) στο πλαίσιο Συνόδων Κορυφής του ΝΑΤΟ και της ΕΕ αντίστοιχα, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναγνώρισε “νόμιμα” και “ζωτικά συμφέροντα” της Τουρκίας στο Αιγαίο και αποδέχθηκε την ύπαρξη “μεθοριακών διαφορών”. Επίσης το 1999 δρομολογήθηκε διαδικασία της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης, με την ανάπτυξη της συνεργασίας σε τομείς “χαμηλής πολιτικής” (οικονομία, εμπόριο, τουρισμός, κ.λπ.), με “διερευνητικές επαφές” για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και τέλος με επαφές κυρίως μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο χωρών και την υιοθέτηση αμερικανοΝΑΤΟικής έμπνευσης Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (MOE). Τα ΜΟΕ, που ξεκίνησαν τότε και ξαναάρχισαν στις μέρες μας, επί της ουσίας, αποσκοπούσαν και αποσκοπούν στην επιβολή ενός καθεστώτος ελληνοτουρκικής συνδιαχείρισης του Αιγαίου υπό ΝΑΤΟϊκή εποπτεία, με παράλληλη αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών και εγκατάλειψη από ελληνικής πλευράς του δικαιώματος άμυνας.



