Τραγική υποστελέχωση του ΟΣΕ, υποχρηματοδότηση, διάσπαση του Οργανισμού σε θυγατρικές που κινούνταν ως ανεξάρτητες εταιρείες, κατατμημένες συμβάσεις για συστήματα ασφαλείας που χρόνισαν και ποτέ δε λειτούργησαν πλήρως, έλλειψη ελέγχων από κρατικούς φορείς, ελλιπής εκπαίδευση καθώς και κατευθυντήριες γραμμές από την ΕΕ με στόχο το «αυγάτισμα» των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων που λυμαίνονται το σιδηρόδρομο. Αυτά είναι, σε γενικές γραμμές, τα πολύ σημαντικά συμπεράσματα, που βγήκαν από την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για το έγκλημα στα Τέμπη, παρά τις όποιες προσπάθειες τόσο της κυβερνητικής πλειοψηφίας να «ρίξει» την ευθύνη για το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στο ανθρώπινο λάθος όσο και των εκπροσώπων του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Αριστεράς να συκοφαντηθεί η πρωτοβουλία του ΚΚΕ για τη σύστασή της.
Μιας εξεταστικής που έκλεισε «άρον – άρον» τις εργασίες της, με ευθύνη της πλειοψηφίας της ΝΔ αλλά και του προεδρείου, χωρίς να έχουν κληθεί σημαντικοί μάρτυρες που θα έριχναν φως τόσο στα αναπάντητα ερωτήματα όσο και στα μεγάλα κενά που υπάρχουν.
Χαμηλά στις προτεραιότητες της ΕΕ η ασφάλεια των επιβατών
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης των μαρτύρων που πέρασαν από την Επιτροπή, φάνηκε πως πίσω από την κατάσταση που επικρατεί διαχρονικά στο σιδηρόδρομο, οφείλεται η πολιτική που θεωρεί την ασφάλεια ως κόστος. Αυτή η πολιτική, που εκπορεύεται από τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ και υλοποιείται από όλες τις κυβερνήσεις, επιτρέπει να μπαίνει πάνω από τα συστήματα ασφαλείας που θα μπορούσαν να αποτρέψουν το έγκλημα, η αύξηση του σιδηροδρομικού χώρου -δηλαδή να κυκλοφορούν περισσότερα βαγόνια- και των ταχυτήτων για το μεταφορικό έργο που φέρνουν περισσότερα κέρδη στον «επενδυτή».
Αυτό το παραδέχθηκε και ο ίδιος ο πρώην υπουργός Μεταφορών, Κ. Καραμανλής, που είπε ότι υποχρέωση της χώρας είναι να έχει ολοκληρωθεί το σύνολο των συστημάτων ασφαλείας, δηλαδή το ERTMS, μόνο στο δίκτυο υψηλών ταχυτήτων μέχρι το 2030.
Εκτός αυτού, υπήρχαν και οι οδηγίες ΕΕ που επέτρεπαν να κυκλοφορούν βαγόνια και τρένα με παλαιότερες προδιαγραφές πυρασφάλειας και κανόνων ασφαλείας, κάτι που παραδέχθηκε στην Επιτροπή ο Μαουρίτσιο Καποτόρτο, διευθύνων σύμβουλος της «Hellenic Train» αλλά και η πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων Ιωάννα Τσιαπαρίκου.
Αυτό είπε και ο Βασίλειος Τσιαμαντής, πρόεδρος της ΡΑΣ από το 2011 έως το 2016, δηλαδή ότι «αν θέλει κανείς να είναι απαιτητικός και να πει ότι εγώ έχω την πολυτέλεια να βγάλω εκτός λειτουργίας σχεδόν το 95% του τροχαίου μου υλικού και να προμηθευτώ καινούριο, θα ήταν μία ενέργεια. Αλλά είναι θέμα κόστους».
Συμβάσεις με … απεριόριστο χρόνο εκτέλεσης
Σημαντικό ρόλο στην καθυστέρηση υλοποίησης των συμβάσεων για τα συστήματα ασφαλείας, έπαιξε και η κατάτμηση τους, για να εξασφαλίζουν περισσότερα κέρδη οι εταιρείες που τις εκτελούσαν.
Οι πραγματογνώμονες της Επιτροπής που συνέταξε το λεγόμενο πόρισμα Γεραπετρίτη, στη σελίδα 205 αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Τα σιδηροδρομικά έργα αποτέλεσαν πεδίο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ διάφορων εργολάβων, κατασκευαστών, προμηθευτών (συνήθως αλλοδαπών). Οι προδιαγραφές ήταν συχνά διαφορετικές από ένα τμήμα χιλιομέτρων έως το επόμενο (επίσης κάποιων χιλιομέτρων), με συνέπεια ασυμβατότητες μεταξύ των τμημάτων ενός ενιαίου κατά τ’ άλλα έργου… Για να ικανοποιηθούν μάλιστα οι προμηθευτές από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η κατάτμηση των έργων κατάντησε συνήθης πρακτική…».
Και ένας εξ αυτών, ο Βασίλης Προφυλλίδης, καταθέτοντας στην Επιτροπή είπε: «Την ημέρα του εγκλήματος ήταν σε επίπεδο 1960» ο σιδηρόδρομος.
Σοβαρά προβλήματα από τη διάσπαση του ΟΣΕ
Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Επιτροπής και της εξέτασης των μαρτύρων έγινε σαφές πως η διάσπαση του ΟΣΕ σε θυγατρικές εταιρείες και η ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις των εταιριών.
Ως «κοινοτική υποχρέωση» να υπάρξει διαχωρισμός μεταξύ μεταφορικού έργου και υποδομών χαρακτήρισε τη διάσπαση του ΟΣΕ ο πρώην υπουργός Μεταφορών και Υποδομών, Κωστής Χατζηδάκης και συνέχισε πως «έτσι γίνεται σε όλη την Ευρώπη».
Μάλιστα ο Χρόνης Ακριτίδης, πρώην πρόεδρος της ΕΡΓΟΣΕ την περίοδο 2019 – 2020 θεώρησε πως ήταν «λογικό» δύο υπηρεσίες του δημοσίου στην αρχή να έχουν ένα ανταγωνισμό, ότι υπήρχαν προβλήματα συνεργασίας αλλά και «μερικές αγκυλώσεις» ενώ παρατηρήθηκαν και καθυστερήσεις σε έργα λόγω της έλλειψης συνεννόησης και συνεργασίας σε κάποια θέματα.
Υποστελέχωση, υποχρηματοδότηση και ελλιπή συντήρηση
Μόλις 150 υπάλληλοι έχουν επιφορτιστεί με τη συντήρηση όλου του δικτύου ως εργάτες γραμμής σύμφωνα με τον Σπύρο Πατέρα, πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΟΣΕ από το 2021 έως και την επομένη του δυστυχήματος, ο οποίος είπε ότι η συντήρηση γίνεται με αυτεπιστασία και συμβάσεις με ιδιωτικούς φορείς (κυρίως στα συστήματα).
Ο πρώην υπουργός, Χρήστος Σπίρτζης, ανέφερε ότι «το 2009 στον όμιλο ΟΣΕ υπήρχαν 5.012 εργαζόμενοι και το 2015 μειώθηκαν σε 1.492», ενώ σήμερα το προσωπικό υπολογίζεται περίπου στο μισό, δείχνοντας ότι όλες οι κυβερνήσεις υπηρέτησαν αυτή την πολιτική.
Επιπλέον ο Παναγιώτης Παρασκευόπουλος, τέως πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρόμων και Μέσων Σταθερής Τροχιάς (ΠΟΣ-ΜΣΤ) είπε πως η υποστελέχωση δημιούργησε σοβαρά προβλήματα τόσο σε ότι αφορά τις ειδικότητες όσο και την ασφάλεια. Και αυτό καθώς το 2021 από τις 3 οκτάωρες βάρδιες που έπρεπε να υπάρχουν, έφτασαν στο σημείο να στελεχώνονται δύο 10ωρες και να μπαίνει τετράωρο «λουκέτο» σε σταθμούς λόγω έλλειψης προσωπικού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που έφερε πως στο Σταθμό της Λάρισας υπήρχαν 14 βάρδιες με 11 άτομα προσωπικό, γεγονός που αποδεικνύει την υπερεργασία των υπαλλήλων.
Σύμφωνα με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΟΣΕ, Παναγιώτη Τερεζάκη, η συντήρηση του δικτύου χρειαζόταν 15-20 εκατ. το χρόνο ετησίως, τα οποία έλειπαν και δεν καλύπτονταν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι, η επισκευή και συντήρηση του δικτύου γινόταν πρόχειρα και μη ολοκληρωμένα. Ο πρώην υπουργός, Δ. Ρέππας, ανέφερε ότι η κρατική ενίσχυση του ΟΣΕ το 2010 ήταν 104 εκατ. τον χρόνο και το 2016 έπεσε στα 45 εκατ. ευρώ.
Απουσία ουσιαστικών ελέγχων
Μέσα σε αυτό το τραγικό σκηνικό, προστέθηκε και το γεγονός πως τους ελέγχους στο υλικό τους, έκαναν οι ίδιες οι εταιρείες.
Η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων δεν μπορεί να πιστοποιήσει καν την ασφάλεια δικτύου και αποδέχεται την όποια πιστοποίηση δίνει ο ΟΣΕ. είπε η πρόεδρος της ΡΑΣ, Ι. Τσιαπαρίκου και πρόσθεσε πως δεν υπάρχει Αρχή που πηγαίνει και ελέγχει τεχνικά αν το δίκτυο είναι σε καλή κατάσταση. «Αν το πληροφορηθούμε, είτε από συμβάν, είτε από τον Τύπο, αμέσως ειδοποιούμε τον ΟΣΕ ότι εκεί υπάρχει πρόβλημα και ρωτάμε ποια τα μέτρα που θα πάρεις», είπε χαρακτηριστικά.
Άλλο ένα βασικό πρόβλημα που αναδείχθηκε από τις καταθέσεις στην Εξεταστική ήταν ότι κανείς δεν μπορούσε να κάνει ελέγχους στο φορτίο των εμπορικών τρένων της Hellenic Train, ειδικά σε «σφραγισμένα» φορτία, γεγονός που έχει ξεχωριστή βαρύτητα λόγω της έκρηξης και των αναπάντητων ερωτημάτων για το φορτίο που μετέφερε η εμπορική αμαξοστοιχία.
Τα αναπάντητα ερωτήματα
Μέσα από τις καταθέσεις των 37 μαρτύρων, αναπάντητα παρέμειναν δύο μεγάλα ερωτήματα. Αυτό της έκρηξης και της πυρκαγιάς αμέσως μετά τη σύγκρουση των δύο τρένων, αλλά και το ποιος έδωσε την εντολή για το «μπάζωμα» του χώρου.
Και αυτό όταν σύμφωνα με τον ειδικό πραγματογνώμονα σε θέματα πυρκαγιών και ορισθέντα ως Τεχνικού Συμβούλου του Συλλόγου Οικογενειών Θυμάτων του δυστυχήματος των Τεμπών, Βασίλειο Κοκοτσάκη, από τους 57 νεκρούς οι 28 έφεραν σοβαρά εγκαύματα έως απανθράκωση από την εκδηλωθείσα φωτιά.
Οι Εμπειρογνώμονες του πορίσματος Γεραπετρίτη κατέθεσαν πως δεν επισκέφθηκαν το χώρο «θεωρώντας ότι δεν είμαστε ειδικοί» και δεν ζήτησαν να διερευνηθεί η έκρηξη και η πυρκαγιά. Άλλωστε είπαν ότι όταν ορίστηκαν ως μέλη της Επιτροπής τα συντρίμμια είχαν ήδη μεταφερθεί αλλού.
Από την άλλη, ο βασικός μάρτυρας για το «μπάζωμα» του χώρου, Κ. Αγοραστός τέως Περιφερειάρχης Θεσσαλίας, αρνήθηκε να καταθέσει στην Επιτροπή χρησιμοποιώντας το «δικαίωμα της σιωπής». Στο υπόμνημα που κατέθεσε ο Κ. Αγοραστός, «έδειξε» την κυβέρνηση λέγοντας πως «η Περιφέρεια Θεσσαλίας παρείχε αποκλειστικά και μόνο υποστηρικτική βοήθεια που συνίστατο στη διάθεση μηχανημάτων όπως αποφασίστηκε από το Συντονιστικό Όργανο Πολιτικής Προστασίας. Ενήργησε δηλαδή ως όφειλε να πράξει χωρίς να έχει πρωτοβουλία ενεργειών».
Το …βολικό «ανθρώπινο λάθος» προέταξε η κυβερνητική πλειοψηφία
Για την κυβερνητική πλειοψηφία η βασική αιτία για το έγκλημα στα Τέμπη ήταν το «ανθρώπινο λάθος». Σε αυτό το αφήγημα, από τις πρώτες μάλιστα μέρες της λειτουργίας της Επιτροπής, εστίασαν οι ερωτήσεις της και γι αυτό έσπευσαν να ζητήσουν την ολοκλήρωσή της, πριν εξεταστούν σημαντικότατοι μάρτυρες που θα έριχναν φως στα αναπάντητα ερωτήματα.
Αυτή την προσπάθεια κατήγγειλαν και συγγενείς των θυμάτων λέγοντας -σε ανακοίνωσή τους- πως «όταν, εν έτει 2023, δύο τρένα κινούνται επί 12 λεπτά αντίθετα στην ίδια γραμμή, στον κεντρικό άξονα της χώρας και δεν λειτουργεί κανένα από τα συστήματα για να αποτραπεί η μετωπική σύγκρουση, τότε κάθε προσπάθεια μεταφοράς των ευθυνών στο ανθρώπινο λάθος είναι εγκληματική».
Από κοντά οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Αριστεράς που προσπάθησαν να συκοφαντήσουν την πρωτοβουλία του ΚΚΕ για τη συγκρότηση της Εξεταστικής, που έσπευσαν να απαλλάξουν τους υπουργούς και τα στελέχη των κυβερνήσεών τους. Δεν έλειψαν βέβαια οι συχνές, οξυμένες και άγονες αντιπαραθέσεις με την κυβερνητική πλειοψηφία, που ήταν ένα βολικό άλλοθι για την από κοινού συγκάλυψη των αιτιών και την καλλιέργεια πρόσκαιρων εντυπώσεων.
Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση αγωνιούσε να τεκμηριώσει ότι το έγκλημα στα Τέμπη οφείλεται στο «ανθρώπινο λάθος», το ίδιο αφήγημα συντηρούσαν από την ανάποδη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ κ.α. εστιάζοντας στο «ρουσφέτι» της κυβέρνησης, δηλαδή τον σταθμάρχη. Κοινός στόχος να θαφτεί ο μεγάλος πολιτικός ένοχος: Η πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων που υπηρέτησαν αυτά τα κόμματα ως κυβερνήσεις.
Το ΚΚΕ ανέδειξε τις αιτίες και τους ενόχους
Η πρόταση του ΚΚΕ για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για το έγκλημα των Τεμπών, ήταν στην ίδια κατεύθυνση με τη μήνυση των οικογενειών των θυμάτων που ανέφεραν ότι θέλουν τη διερεύνηση τουλάχιστον για τα τελευταία 15 χρόνια, αλλά και στην ίδια κατεύθυνση με τα αιτήματα που έθεσαν εκατομμύρια άνθρωποι με τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις τους «το έγκλημα αυτό να μην συγκαλυφθεί».
Με τις ερωτήσεις και τις τοποθετήσεις των δύο βουλευτών του που συμμετείχαν στην Επιτροπή, Νίκου Καραθανασόπουλου και Μαρίας Κομνηνάκα, το ΚΚΕ ανέδειξε τις αιτίες για αυτό το έγκλημα. Άλλωστε, η Εξεταστική, παρά την προσπάθεια συγκάλυψης, διευκόλυνε το έργο της προανακριτικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Υπενθυμίζεται πως στη συνταγματική αναθεώρηση επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ είχε καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση να καταργηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και να αντιμετωπίζονται όλοι οι υπουργοί κανονικά, όπως και οι υπόλοιποι, αλλά ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αρνήθηκαν να καταργηθεί η ντροπιαστική συνταγματική διάταξη.
Μετά την «άρον – άρον» ολοκλήρωση των εργασιών της Επιτροπής με απόλυτη ευθύνη της κυβερνητικής πλειοψηφίας, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ κατήγγειλε αυτή «την απαράδεκτη απόφαση της κυβερνητικής πλειοψηφίας της ΝΔ να προχωρήσει στο εσπευσμένο κλείσιμο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, ενώ από τη μέχρι τώρα εξέταση των μαρτύρων είχε γίνει φανερό ότι αυτή πρέπει να συνεχιστεί και να εξεταστούν περισσότεροι μάρτυρες! Με την στάση της η κυβέρνηση φοβάται τα όσα μέχρι τώρα έχουν αναδειχθεί, κατά τη διάρκεια των μέχρι σήμερα εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, δηλαδή τις τεράστιες ευθύνες της, όχι μόνο για το προδιαγεγραμμένο έγκλημα στα Τέμπη, αλλά και για την προσπάθεια συγκάλυψής του στη συνέχεια, με την απαράδεκτη επέμβαση Υπουργείου και Περιφέρειας στον τόπο του εγκλήματος και την εξαφάνιση των στοιχείων. Έγινε, επίσης, φανερό ότι δεν θέλει να εξεταστεί συγκεκριμένα και το ζήτημα της έκρηξης και της πυρκαγιάς που ξέσπασε στα τρένα. Είναι γελασμένη αν νομίζει ότι θα ξεμπερδέψει εύκολα. Ένα χρόνο μετά το τραγικό έγκλημα στα Τέμπη, είναι υπόλογη απέναντι στο λαό, τις οικογένειες των θυμάτων!». Και υπογράμμισε ότι «η μεγάλη απεργία στις 28 Φλεβάρη θα είναι η καλύτερη απάντηση απέναντι στην προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας!».
Επίσης, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του Κόμματος ξεκαθάρισε πως «το ΚΚΕ με το πόρισμά του θα αποκαλύψει στον λαό τις βαρύτατες πολιτικές και ποινικές ευθύνες της κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά και όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων για τον τεμαχισμό του σιδηρόδρομου και την ιδιωτικοποίηση του, με τις ευλογίες της ΕΕ, την απουσία συστημάτων ασφαλείας, που σε συνδυασμό με την υποστελέχωση του ΟΣΕ, όχι μόνο προετοίμασαν το έγκλημα στα Τέμπη, αλλά στρώνουν το έδαφος και για επόμενα».



