Σίνδος: Να διερευνηθούν τα αίτια της πυρκαγιάς στο εργοστάσιο ανακύκλωσης

Συνεχίζουν να επιχειρούν οι πυροσβεστικές δυνάμεις και τα μηχανήματα έργου για την κατάσβεση της φωτιάς που ξέσπασε τα ξημερώματα στον αύλειο χώρο εργοστασίου ανακύκλωσης στη ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου, στη Θεσσαλονίκη. Στο σημείο βρίσκονται 25 πυροσβέστες με 10 οχήματα.

«Τα πυκνά σύννεφα καπνού και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε σήμερα στη Σίνδο, από την πυρκαγιά που ξέσπασε σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στην ΒΙΠΕ. έφερε ξανά στη μνήμη των εργαζομένων και των κατοίκων της περιοχής τον τρόμο από παρόμοιες πυρκαγιές σε εργοστάσια σε όλη τη χώρα. Την ίδια εικόνα αντίκρισαν πρόσφατα οι εργαζόμενοι και οι κάτοικοι στην Κόρινθο, τον Ασπρόπυργο, το Καλοχώρι και δεκάδες ακόμα περιοχές τα τελευταία χρόνια» αναφέρει σε ανακοίνωσή της για το θέμα η ΤΟ Βιομηχανίας Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ.

Υπογραμμίζει ότι «μεγαλώνει η ανησυχία εργαζόμενων και κατοίκων για την επιλεκτική ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού να αντιμετωπίσει άμεσα και ολοκληρωμένα τέτοια περιστατικά, συνολικά στην επικράτεια της χώρας, με φωτιές να καίνε ανεξέλεγκτα σε βιομηχανικές περιοχές, να καταστρέφουν δάση, λαϊκές περιουσίες και σπίτια» και τονίζει πως «έχουν σοβαρές ευθύνες οι κυβερνήσεις, το κράτος και οι περιφέρειες που χωροθετούν και δίνουν άδεια λειτουργίας σε βιομηχανίες δίπλα σε κατοικημένες περιοχές. Χαρακτηριστικά στη Δυτική Θεσσαλονίκη, η μεγαλύτερη ΒΙΠΕ στη Βόρεια Ελλάδα όπου εργάζονται χιλιάδες εργαζόμενοι, συνορεύει με οικισμούς (Σίνδο, Ιωνία, Καλοχώρι, Αγχίαλο) με συνολικά περισσότερους από 25.000 κατοίκους, ενώ σε απόσταση αναπνοή βρίσκεται και ο δήμος Κορδελιού – Ευόσμου με περισσότερους από 100.000 κατοίκους. Δεν ξέρουμε πραγματικά τι θα συμβεί αν μια αντίστοιχη πυρκαγιά ξεσπούσε σε εργάσιμες ώρες και επεκτεινόταν σε παρακείμενες επιχειρήσεις σε μια περιοχή με άναρχη τοποθέτηση βιομηχανιών, με χιλιάδες εργαζόμενους να δουλεύουν στην περιοχή, με το οδικό δίκτυο να είναι σε άσχημη κατάσταση, ενώ μέσα στις ζώνες επικινδυνότητας βρίσκονται οικισμοί, παιδικοί σταθμοί, σχολεία, νηπιαγωγεία, πλήθος άλλων επιχειρήσεων με εκατοντάδες εργαζόμενους, Εθνικές οδοί και άλλες οδοί μεταφοράς».

Ξεκαθαρίζει ακόμα πως η προσπάθεια της κυβέρνησης και των βιομηχάνων να πείσουν ότι τα βιομηχανικά ατυχήματα είναι φυσικά φαινόμενα με τα οποία δεν μπορούμε παρά να συμβιβαστούμε πρέπει να πέσει στο κενό καθώς «το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η λειτουργία επιχειρήσεων και βιομηχανιών, ακόμα και εκείνων που αφορούν την επεξεργασία επικίνδυνων και εύφλεκτων υλικών. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η συνολική λειτουργία τους εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που να παίρνει υπόψη του όλες τις παραμέτρους και τους κινδύνους για την περιοχή, για την υγεία των εργαζομένων και των κατοίκων, για το αποτύπωμα στο περιβάλλον, ειδικά σε επιχειρήσεις που ακόμα και η “φυσιολογική” λειτουργία τους έχει ήδη αποδειχτεί ιδιαίτερα επιβαρυντική με σοβαρότατα ζητήματα όπως δυσοσμία και βιομηχανική ρύπανση. Κυρίως όμως είναι κρίσιμο αν προβλέπονται τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης, περιορισμού και αντιμετώπισης των κινδύνων σε πραγματικές συνθήκες.

Αντίθετα, ο απαράβατος νόμος των βιομηχάνων για μέγιστο κέρδος και η λογική του κόστους-οφέλους οδηγεί σε εκπτώσεις στα μέτρα ασφαλείας που αφορούν τη λειτουργία μιας σειράς επιχειρήσεων, οδηγεί στην απουσία ή στον ελλιπή σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων πρόληψης και προστασίας ατυχημάτων, στην μηδενική ή μη επαρκή εκπαίδευση των εργαζομένων και κατοίκων στο ενδεχόμενο ατυχήματος, στην ελλιπή συντήρηση του εξοπλισμού, την πρόσληψη φτηνών- ανειδίκευτων εργαζομένων σε κρίσιμα πόστα, την εντατικοποίηση της εργασίας που οδηγεί σε πιο συχνά ατυχήματα κλπ».

«Παράλληλα, το κράτος διαχρονικά θωρακίζει την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου με την απουσία ουσιαστικού ελέγχου για την εφαρμογή της νομοθεσίας, αλλά και με τη διατήρηση κενών ώστε να μην εφαρμόζεται αυτή αποτελεσματικά. Είναι τόσο μικρός ο αριθμός των επιθεωρητών Υγείας και Ασφάλειας της Εργασίας και των επιθεωρητών Περιβάλλοντος, που για να γίνει έστω και μια απλή επίσκεψη για έλεγχο σε όλους τους χώρους απαιτούνται ολόκληρες δεκαετίες μέχρι να ολοκληρωθεί!» σημειώνει η Τομεακή Οργάνωση και πρσθέτει πως «το ζήτημα των επικίνδυνων συνθηκών ζωής της πόλης, η γύμνια των σχετικών υποδομών του κρατικού μηχανισμού, οι απαράδεκτες ελλείψεις στη νομοθεσία, στην εκπαίδευση και την ενημέρωση των κατοίκων, μπορούν και πρέπει να έρθουν στο προσκήνιο μέσα από τις αγωνιστικές πρωτοβουλίες του εργατικού – λαϊκού κινήματος».

Καταλήγοντας απαιτεί εδώ και τώρα «να διερευνηθούν τα αίτια της πυρκαγιάς, να παρθούν άμεσα όλα τα αναγκαία μέτρα πρόληψης και προστασίας, να καταρτιστεί ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης ενός βιομηχανικού ατυχήματος μεγάλης κλίμακας απαραίτητο σε μία περιοχή με εργοστάσια εύφλεκτων υλικών, να ενισχυθούν άμεσα υπηρεσίες της πολιτικής προστασίας και ελεγκτικοί μηχανισμοί που διαχρονικά υποβαθμίζονται» αλλά και «να παρθούν όλα τα αναγκαία μέτρα, με ευθύνη του κράτους για την διασφάλιση του εισοδήματος των εργαζομένων της συγκεκριμένης επιχείρησης για όσο καιρό παραμένουν εκτός εργασίας είτε μέχρι να λειτουργήσει εκ νέου η επιχείρηση ή στην περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό να παρθούν μέτρα στήριξης στην εύρεση εργασίας».

Eξάλλου, με ανακοίνωσή του το ΚΚΕ ζητάει «να διερευνηθούν τα αίτια της πυρκαγιάς, να παρθούν άμεσα όλα τα αναγκαία μέτρα πρόληψης και προστασίας, να καταρτιστεί ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης ενός βιομηχανικού ατυχήματος μεγάλης κλίμακας απαραίτητο σε μία περιοχή με εργοστάσια εύφλεκτων υλικών, να ενισχυθούν άμεσα υπηρεσίες της πολιτικής προστασίας και ελεγκτικοί μηχανισμοί που διαχρονικά υποβαθμίζονται».

Σε ανακοίνωση της Κ.Ο. Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ υπογραμμίζεται ακόμη η ανάγκη «να παρθούν όλα τα αναγκαία μέτρα, με ευθύνη του κράτους για την διασφάλιση του εισοδήματος των εργαζομένων της συγκεκριμένης επιχείρησης για όσο καιρό παραμένουν εκτός εργασίας είτε μέχρι να λειτουργήσει εκ νέου η επιχείρηση ή στην περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό να παρθούν μέτρα στήριξης στην εύρεση εργασίας». 

Δείτε ακόμα...