«Καλές» χαρακτήρισε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε χτες με τον Αμερικανό υπουργό Εμπορίου, Χάουαρντ Λούτνικ και τον Αμερικανό εμπορικό αντιπρόσωπο, Τζέιμισον Γκριρ, δηλώνοντας κατά τα άλλα γενικόλογα ότι «η Κομισιόν παραμένει πλήρως προσηλωμένη στις εποικοδομητικές προσπάθειες με ρυθμό προς μια συμφωνία ΕΕ – ΗΠΑ» και ότι «συνεχίζουμε να παραμένουμε σε συνεχή επαφή».
Τη Δευτέρα, η εκπρόσωπος της Κομισιόν, Πάουλα Πίνιο, είχε υποστηρίξει ότι «υπάρχει πλέον νέα δυναμική στις διαπραγματεύσεις» ΕΕ – ΗΠΑ, μια μέρα αφού δόθηκε νέα προσωρινή αναβολή σε υψηλούς δασμούς που η Ουάσιγκτον την Παρασκευή είχε αναγγείλει ότι θα θέσει σε ισχύ από 1η Ιούνη. «Συμφώνησαν και οι δύο να επισπεύσουν τις εμπορικές διαπραγματεύσεις και να διατηρήσουν στενή επαφή», είχε πει εξίσου αόριστα – βέβαια – και η Πίνιο.
Σε νέα του ανάρτηση, πάντως, ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, εξέφρασε την ελπίδα ότι οι Ευρωπαίοι «θα είναι ανοιχτοί, τελικά, όπως αυτό είναι και το αίτημά μου προς την Κίνα, τα ευρωπαϊκά έθνη για το εμπόριο με τις ΗΠΑ», προσθέτοντας ως ρητή υπενθύμιση ωστόσο ότι «έχω την εξουσία να “καθορίσω μια συμφωνία για το Εμπόριο” στις ΗΠΑ, εάν δεν μπορούμε να κάνουμε μια συμφωνία ή εάν μας αντιμετωπίζουν άδικα».
Συνηθίσαμε τις «προκλήσεις» Τραμπ, λέει η Λαγκάρντ
Την ίδια στιγμή, σε διαφορετικό τόνο η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, εξέφρασε ανοιχτά τη δυσαρέσκεια που προκάλεσαν στην ευρωπαϊκή πλευρά του Ατλαντικού τα νέα σχόλια Τραμπ περί «ζημιάς» που η ΕΕ συνιστά στις ΗΠΑ. Η Λαγκάρντ δήλωσε στο γερμανικό δίκτυο ARD ότι οι ΗΠΑ είχαν ενθαρρύνει την ίδρυση της ΕΕ και πρόσθεσε πως το να λέγεται ότι η Ευρωένωση «δημιουργήθηκε στην πραγματικότητα με σκοπό να καταφέρει πλήγμα στις ΗΠΑ» είναι κάτι «αντίθετο στην κοινή λογική» και «ενάντιο στην ιστορία», καθώς – συνέχισε – «ασφαλώς δεν είναι αυτός ο σκοπός» της Γηραιάς Ηπείρου.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ ανέφερε ακόμα ότι τα σχόλια αυτά του Αμερικανού Προέδρου είναι μέρος της «πρόκλησης» που του αρέσει να χρησιμοποιεί και «εμείς έχουμε συνηθίσει, δυστυχώς». Κατέληξε δε ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν «απλά να κάθονται με τα χέρια σταυρωμένα», αλλά «πρέπει να εμπλακούμε σε διάλογο, να συνεργαστούμε με την ομάδα του, να ακούσουμε τι προτείνει (…) να κάνουμε δικές μας προτάσεις και να διαπραγματευτούμε».
Από τη μεριά της, η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε δικό της σχόλιο περιέγραψε «καλή» τη συνομιλία της με τον Τραμπ και πρόσθεσε ότι «η ΕΕ και οι ΗΠΑ μοιράζονται τη σημαντικότερη και στενότερη εμπορική σχέση στον κόσμο. Η Ευρώπη είναι έτοιμη να προωθήσει τις συνομιλίες γρήγορα και αποφασιστικά».
Ολα αυτά ενώ η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, σε παρέμβασή της στη συνέλευση της Ιταλικής Ενωσης Βιομηχάνων, είπε ότι «η Ευρώπη πρέπει να βρει το θάρρος να απαλείψει τους εσωτερικούς δασμούς της, τους οποίους επέβαλε στον εαυτό της τα τελευταία χρόνια. Η νέα ώθηση στην κοινή εσωτερική αγορά αποτελεί προτεραιότητα, η οποία μπορεί να μας προστατέψει από επιλογές άλλων χωρών, που προτιμούν τον προστατευτισμό». Μιλώντας δε για τη σχέση ΕΕ – ΗΠΑ, είπε ότι «είναι βασικής σημασίας για να διατηρηθεί η ισχύς της Δύσης, το μέλλον μας συνδέεται στενά» και επανέλαβε ότι η Ιταλία θα συνεχίσει να διευκολύνει τη διμερή επαφή που «πρέπει να προαχθεί -κατά την άποψή μου – με μια προσέγγιση περισσότερο πολιτική απ’ ό,τι γραφειοκρατική».
«Ερευνα» για τις επενδύσεις στις ΗΠΑ κάνει η ΕΕ
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το Ρόιτερς μετέδωσε χτες ότι η Κομισιόν έχει ζητήσει από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους διευθύνοντες συμβούλους τους να καταθέσουν αναλυτικές πληροφορίες για επενδυτικά σχέδια που έχουν για τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του αμερικανικού πρακτορείου, μέλη της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Επιχειρήσεων έλαβαν επιστολή ώστε να καταθέσουν πληροφορίες για τις επερχόμενες αμερικανικές επενδύσεις, με τη σύσταση να απαντήσουν το συντομότερο δυνατό. Αντίστοιχο σημείωμα εστάλη και στην Ευρωπαϊκή Στρογγυλή Τράπεζα Βιομηχανίας (για τα επενδυτικά σχέδια της επόμενης 5ετίας).
Η ανησυχία των Βρυξελλών αφορά και τη ροή κεφαλαίων στην ευρωπαϊκή αγορά, όπως και τις ισορροπίες σε αυτή, που επηρεάζονται φυσικά από την διείσδυση κινεζικών ομίλων που συνεχίζεται ορμητικά.
Σύμφωνα με στοιχεία που έκανε χτες γνωστά η Ενωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA), οι πωλήσεις της αμερικανικής εταιρείας «Tesla» στην ΕΕ μειώθηκαν στο μισό τον Απρίλιο, ενώ οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες αύξησαν τις πωλήσεις τους. Για την «Tesla», οι ταξινομήσεις οχημάτων της μειώθηκαν κατά 52,6% στην Ευρωπαϊκή Ενωση τον Απρίλιο και κατά 46,1% συνολικά από την αρχή του χρόνου. Τους τέσσερις πρώτους μήνες του 2025 πούλησε 41.677 οχήματα στην ευρωπαϊκή επικράτεια από 77.314 που είχε πουλήσει την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Τις πωλήσεις της «Tesla» – που έως το 2024 ήταν πρώτη στις πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων στην ΕΕ – ξεπέρασαν τον Απρίλη συνολικά δέκα ανταγωνιστές της, ανάμεσά τους οι «Volkswagen» (η οποία κάλυψε έτσι την καθυστέρησή της στα ηλεκτρικά οχήματα), BMW, Renault, αλλά και η κινεζική BYD.
Ο ΟΟΣΑ κατηγορεί το Πεκίνο για «στρεβλές» επιδοτήσεις
Στο μεταξύ, σε έκθεσή του ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ασφάλειας (ΟΟΣΑ) αναφέρει ότι οι επιδοτήσεις που χορηγεί η Κίνα στην εγχώρια χαλυβουργία «στρεβλώνουν»την παγκόσμια αγορά και φρενάρουν τις επενδύσεις για την απαλλαγή της χαλυβουργίας από τον άνθρακα. Η παγκόσμια αγορά χάλυβα «στρεβλώνεται από μη αγοραίες δυνάμεις, καθώς οι παραγωγοί που δεν λαμβάνουν επιδοτήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν σε ισότιμη βάση τον ανταγωνισμό», παρατηρεί ο Οργανισμός.
Συμπληρώνει ότι οι επιδοτήσεις που ο εγχώριος τομέας λαμβάνει στην Κίνα (σε ποσοστό επί των εισπράξεων των επιχειρήσεων) είναι «πέντε φορές ανώτερες από τον μέσο όρο αυτών των άλλων οικονομιών», ενώ οι εξαγωγές χάλυβα της Κίνας «έχουν υπερδιπλασιασθεί από το 2020», φτάνοντας το επίπεδο ρεκόρ των 118 εκατομμυρίων τόνων (Mt) το 2024, αλλά και ενώ οι εισαγωγές χάλυβα στην Κίνα μειώθηκαν κατά σχεδόν 80%, στους 8,7 Mt…
Οι αλλαγές αυτές «αποτελούν μεγάλη πρόκληση» για τις άλλες χώρες, επειδή οι δικές τους εξαγωγές «έχουν μειωθεί», ενώ οι εισαγωγές τους «αυξάνονται κάθετα», παρατηρεί ο ΟΟΣΑ. Ενδεικτικά, από το 2020, οι εισαγωγές χάλυβα αυξήθηκαν κατά σχεδόν 13% στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά 18% στην Ιαπωνία και την Κορέα, κατά 40% στη Βόρεια Αμερική, κατά 52% στην Τουρκία, κατά 60% στη Νότια Αμερική και έως 77% στην Ωκεανία.



