Σε μια περίοδο που ξεγυμνώνεται πλήρως το αφήγημα των κομμάτων του ΝΑΤΟικού τόξου ότι οι ιμπεριαλιστικές λυκοσυμμαχίες μπορούν να προστατεύσουν την ασφάλεια της χώρας, ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης για ακόμη μια φορά έκανε κήρυγμα πολεμικής εμπλοκής.
Επικαλούμενος τους «ταραγμένους καιρούς», δήλωσε στο Υπουργικό Συμβούλιο πως «δεν αρκεί μόνον η ισχύς των αξιών μας», αλλά «χρειάζεται και η αξία της ισχύος μας». Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε ότι «είναι κρίσιμη η ενδυνάμωση της πατρίδας σε άμυνα, διπλωματία, οικονομία και κοινωνία».
Έσπευσε να χαρακτηρίσει «θετικό» ότι «η πρόσφατη ένταση στις ευρωατλαντικές σχέσεις δείχνει να αποκλιμακώνεται», προσθέτοντας όμως πως «κανείς δεν γνωρίζει τι θα ακολουθήσει καθώς η ιστορία σπάνια αποκωδικοποιείται τη στιγμή που γράφεται». Προκλητικά ανέφερε πως «είναι κρίσιμο μια χώρα να διαβάζει τις εξελίξεις με βάση το εθνικό της συμφέρον και αυτό κάνει η Ελλάδα με πίστη στο Διεθνές Δίκαιο», το οποίο βέβαια πήγε περίπατο στην πρόσφατη ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, καθώς …«δεν ήταν της ώρας» να σχολιάσει τη νομιμότητα της επίθεσης.
Ο Κυρ. Μητσοτάκης ανέφερε ακόμη πως «σε αχαρτογράφητα νερά η πολιτική σταθερότητα είναι εθνική αναγκαιότητα και στρατηγικό πλεονέκτημα σε διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο πολύ περισσότερο όταν σε πολλές άλλες χώρες υπάρχουν φαινόμενα διάλυσης κομματικών σχηματισμών».
Με στόχο να επεκταθεί η διάτρητη διαδικασία της επιστολικής ψήφου, ανακοίνωσε πως η κυβέρνηση θα προτείνει τη δημιουργία Ειδικής Τριεδρικής Περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού. Με βάση αυτή την πρόταση, όπως είπε, οι έδρες Επικρατείας θα επανέλθουν στις 12, ενώ το όριο εισόδου θα παραμείνει στο 3%. Ο ίδιος δήλωσε πως θεωρεί «αυτονόητο» ότι «θα βρούμε τους 200 βουλευτές που επιτάσσει το Σύνταγμα προκειμένου να ψηφιστεί η σχετική διάταξη».
Αναφέρθηκε ακόμη σε ένα νομοσχέδιο που ψηφιοποιεί υπηρεσίες του κράτους, λέγοντας πως «η αναμέτρηση με το “βαθύ κράτος”, τη γραφειοκρατία και τις παθογένειες συνεχίζεται». Μόνο που καθημερινά οι εργαζόμενοι και ο λαός έρχονται αντιμέτωποι με αυτό το «βαθύ» αστικό κράτος που είτε ψηφιοποιημένο είτε όχι λογαριάζει καθημερινά τη ζωή τους σαν κόστος.



