«Το χάσμα αμοιβών ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες στην Ελλάδα, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα στατιστικών, ούτε μπορεί να παρουσιάζεται ως θέμα εταιρικής ευαισθησίας», αλλά «αφορά την πραγματική ζωή των γυναικών που το πορτοφόλι τους αδειάζει πριν τελειώσει ο μήνας, τη ζωή της εργαζόμενης μάνας που τρέχει από βάρδια σε βάρδια έχοντας τη φροντίδα της οικογένειας, της νέας γυναίκας που της παρουσιάζονται ως ευκαιρία, η ανασφάλεια της συνταξιούχου που είναι αναγκασμένη να χρυσοπληρώσει τα φάρμακά της και τις υπηρεσίες Υγείας», επισήμανε μιλώντας για το θέμα, στην Ειδική Επιτροπή Ισότητας της Βουλής, η βουλευτής του ΚΚΕ Σεμίνα Διγενή.
Σημείωσε πως η κυβέρνηση παρουσιάζει την ισότητα ως πολιτική βιτρίνα και η ΕΕ «μιλάει για μισθολογική διαφάνεια, για στόχους, δείκτες και ελέγχους» όταν «το 30% των εργαζόμενων γυναικών δουλεύει με μερική απασχόληση, μία στις τέσσερις είναι χαμηλόμισθη και πληρώνεται κάτω από 5 ευρώ την ώρα, 63% των άνεργων πτυχιούχων στην Ελλάδα είναι γυναίκες». Τόνισε πως στόχος είναι να κερδίζει η εργοδοσία και να χάνει ο κόσμος της δουλειάς αφού «ο νόμος της εκμετάλλευσης είναι αυτός που διαιωνίζει το χάσμα των αμοιβών. Γιατί γεννιέται ακριβώς από την πολιτική που σπρώχνει τις γυναίκες στις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις χωρίς δικαιώματα. Στις πιο κακοπληρωμένες δουλειές».
Υπογράμμιζε πως «όταν οι μισθοί πιέζονται προς τα κάτω για όλους, η γυναίκα εργαζόμενη πληρώνει διπλά» και σαν μισθωτή και σαν φροντίστρια αφού το κράτος της φορτώνει τη φροντίδα της οικογένειας ως ατομική ευθύνη και έκανε σαφές ότι «το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κυβερνήσεών της δεν αφορά την απελευθέρωση της γυναίκας από τα δεσμά της εκμετάλλευσης. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να εντείνουν την εκμετάλλευση της γυναικείας εργατικής δύναμης, να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων. Γι’ αυτό προωθούν την ευελιξία ως δήθεν ισορροπία επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής. Γι’ αυτό μιλούν για επενδύσεις στη φροντίδα, με όρους αγοράς όμως, για υπηρεσίες κομμένες και ραμμένες στα ωράρια της επιχείρησης, όχι στις ανάγκες της οικογένειας. Θέλουν την εργαζόμενη διαθέσιμη, προσαρμόσιμη και φθηνή».
Ξεκαθάρισε ότι «οι ίδιοι οι κανόνες τους κατοχυρώνουν τη διαφοροποίηση των αμοιβών με βάση την παραγωγικότητα όπως την ορίζει η εργοδοσία. Για να διαιρούν τους εργαζόμενους, να σπάνε τη συλλογικότητα, να επιβραβεύουν την υποταγή» και πως στη χώρα μας «το χάσμα εμφανίζεται συχνά μικρότερο σε ορισμένες μετρήσεις» που «δεν είναι νίκη της ισότητας, είναι αποτέλεσμα της ισοπέδωσης προς τα κάτω μισθών και δικαιωμάτων, ανδρών και γυναικών».
Επισήμανε ακόμα ότι η συζήτηση για το χάσμα των αμοιβών «δεν μπορεί να αποκοπεί από το συνολικό ζήτημα μισθών, δικαιωμάτων, συμβάσεων, προστασίας της μητρότητας, φροντίδας από δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες και δομές. Η απάντηση δεν είναι να περιμένουμε σωτήρες ούτε να εναποθέσουμε ελπίδες σε Οδηγίες και καλές πρακτικές που γράφονται στα γραφεία των Βρυξελλών» και πως «η απάντηση είναι ο συλλογικός αγώνας, η ανασύνταξη του συνδικαλιστικού κινήματος, η σύγκρουση με την πολιτική που εμπορευματοποιεί τις ανάγκες της γυναίκας και της οικογένειάς της και καθιστά την εργατική της δύναμη φθηνότερη. Είναι η διεκδίκηση συλλογικών συμβάσεων, με ουσιαστικές αυξήσεις, κατοχύρωση δικαιωμάτων, πραγματική αναγνώριση προϋπηρεσίας, μέτρα υγείας και ασφάλειας και προστασίας της μητρότητας χωρίς ποινή στον μισθό και την εξέλιξη και είναι ταυτόχρονα μάχη για δημόσιες και δωρεάν δομές».
Καταλήγοντας, η Σ. Διγενή είπε πως «το χάσμα των αμοιβών είναι ο καθρέφτης της ταξικής κοινωνίας γι’ αυτό η πραγματική ισότητα δεν είναι υπόσχεση διαχείρισης, είναι υπόθεση ανατροπής. Με διεκδικητικούς αγώνες που ενώνουν άντρες και γυναίκες για να απαιτήσουν ό,τι είναι αναγκαίο και σύγχρονο για τη ζωή τους. Ας μετρήσουμε λοιπόν πολλά τέτοια βήματα μέσα στο 2026».



