«Τα σκάνδαλα δεν αναπτύσσονται σε “κενό αέρος”», τόνισε ο Νίκος Καραθανασόπουλος, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, μιλώντας σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής στο πλαίσιο της συζήτησης για το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης σχετικά με τη δημιουργία ενιαίου ψηφιακού μητρώου παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς.
Όπως είπε, πιο συγκεκριμένα, κανένα κόμμα του συστήματος δεν αναφέρεται στη βασική αιτία της διαφθοράς και των σκανδάλων, η οποία είναι το ίδιο το καπιταλιστικό κέρδος, προσθέτοντας πως τα σκάνδαλα καλλιεργούνται στο έδαφος του αστικού κράτους που περιφρουρεί τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων με «λίπασμα» την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μονοπωλίων. Στηλίτευσε και το γεγονός ότι όλα τα κόμματα, πλην ΚΚΕ, αναγάγουν τον «αρχιδιαφθορέα», δηλαδή την ΕΕ, «ως εγγυητή του κράτους δικαίου και της δικαιοσύνης», όταν τα λόμπι, εκπροσωπώντας τα συμφέροντα των ομίλων, είναι αυτά που καθορίζουν την ευρωενωσιακή πολιτική.
Στη συνέχεια, κάνοντας ειδική αναφορά σε μια σειρά σκάνδαλα που έχουν αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια, όπως αυτά που σχετίζονται με το έγκλημα στα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις υποκλοπές. Σχετικά με το έγκλημα στα Τέμπη, επισήμανε ότι ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής της ΕΕ για απελευθέρωση των σιδηροδρόμων, η οποία οδήγησε σε διάσπαση του μεταφορικού από το σιδηροδρομικό έργο, με το πρώτο να ιδιωτικοποιείται και το δεύτερο και πιο κοστοβόρο να το αναλαμβάνει το κράτος.
Στάθηκε και στη λογική «κόστους-οφέλους», με την οποία αντιμετωπίζονται και οι σιδηροδρομικές μεταφορές. Εξήγησε ότι τίθεται σε προτεραιότητα η μεταφορά εμπορευμάτων στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της ΕΕ με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, ενώ η στελέχωση με το απαραίτητο προσωπικό, τα συστήματα ασφαλείας και η αντικατάσταση παλιών τρένων με νέων σε δεύτερη μοίρα, ακριβώς γιατί κοστίζουν.
Μιλώντας για την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της σύμβασης 717, σημείωσε ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού ανάμεσα σε εταιρείες για το ποιά θα αναλάβει την εγκατάσταση των συστημάτων ασφαλείας, με αποτέλεσμα, όμως, να μοιράζεται το έργο και να εγκαθίστανται συστήματα ασύμβατα μεταξύ τους και ως εκ τούτου μη λειτουργικά.
Υπενθύμισε το θολό τοπίο που υπάρχει γύρω από τις αιτίες και τους υπευθύνους της έκρηξης, αναδεικνύοντας, ωστόσο, τις τεράστιες ευθύνες της κυβέρνησης για το μπάζωμα του τόπου του εγκλήματος και την προσπάθεια συγκάλυψης των πολιτικών και ποινικών ευθυνών υπουργών της, αλλά και για το γεγονός ότι από κοινού με τη «βολική» αντιπολίτευση συγκάλυψε τις ευθύνες και της «αμαρτωλής πολιτικής» της ΕΕ και των επιχειρηματικών συμφερόντων.
Σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Ν. Καραθανασόπουλος σημείωσε πως αυτό το σκάνδαλο αναπτύχθηκε στο έδαφος της σύμφυσης αρμόδιου υπουργείου-αγροτικών συνεταιρισμών που συμμετείχαν στο «φαγοπότι»-εταιρειών τεχνικών συμβούλων-Αγροτικής Τράπεζας-ΚΥΔ. Συμπλήρωσε ότι και αυτό καλλιεργήθηκε στο έδαφος ΕΕ, της καταστροφικής για τους βιοπαλαιστές Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της και της αποσύνδεσης επιδοτήσεων-παραγωγής, μετατρέποντας τον ΟΠΕΚΕΠΕ «σε μηχανισμό εξαγοράς συνειδήσεων και συγκρότησης κομματικών στρατών» σε βάρος των βιοπαλαιστών αγροτοκτηνοτόφων. Στη συνέχεια, υπενθύμισε το χρονικό άλλης μίας προσπάθειας της κυβέρνησης να συγκαλύψει τις ευθύνες υπουργών της και για αυτό το σκάνδαλο, αναδεικνύοντας, παράλληλα, την πρόταση του ΚΚΕ για συνέχεια της λειτουργίας της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής που συστάθηκε για να το διερευνήσει, αλλά και για κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, δηλαδή του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ώστε να δικάζονται οι τελευταίοι όπως όλοι οι απλοί πολίτες, την οποία, όμως, στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση απέρριψαν ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ.
Για το σκάνδαλο των υποκλοπών, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ κατέδειξε τις διαχρονικές ευθύνες κυβερνήσεων και κομμάτων του συστήματος για το γεγονός ότι έχουν ψηφίσει το νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ για «προληπτική παρακολούθηση όλων», ενώ υπενθύμισε ότι η ΕΕ έχει νομιμοποιήσει και την κυκλοφορία και το εμπόριο λογισμικών παρακολούθησης. Υπογράμμισε ότι πραγματικός στόχος αυτής της «προληπτικής παρακολούθησης», της βίαιης καταστολής, του περιορισμού της συνδικαλιστικής δράσης και της αστυνομοκρατίας, ιδιαίτερα σε καιρούς πολεμικής προετοιμασίας, είναι ο «εχθρός λαός», τον οποίο «διαχρονικά το αστικό κράτος τον εχθρευόταν».
Τέλος, έκανε ειδική αναφορά στους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή, διευκρινίζοντας ότι αυτοί «ήταν πραγματικοί συνδικαλιστές. Όχι τα λαμόγια στυλ Παναγόπουλου και των υπολοίπων», προσθέτοντας: «Γιατί στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα για τα συμφέροντα και την πάλη για την εργατική τάξη και το δίκαιο αγώνα της. Για ποιον αγώνα δηλαδή; Για την ιστορική της αποστολή.Να ανθρωπέψει ο κόσμος, να φτιάξουμε ένα κόσμο στον πόλη των ονείρων και των ανθρώπων. Και βεβαίως βάδισαν περήφανοι στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και αυτό σας στοιχειώνει, γιατί δεν υπέγραψαν δήλωση για να γλιτώσουν τη ζωή τους».



