Τεράστια αύξηση στις στρατιωτικές δαπάνες, τη μεγαλύτερη από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία αναπόφευκτα θα χρηματοδοτηθεί από το «μαχαίρι» που θα μπει βαθιά -ακόμη και σε αυτές τις στοιχειώδεις- κοινωνικές δαπάνες ζητά ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έδωσε στις 3 Απρίλη στη δημοσιότητα την πρότασή του για τα βασικά χαρακτηριστικά του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2027.
Ο Τραμπ ζητά 1,5 τρισ. δολάρια για πολεμικές δαπάνες – αύξηση άνω του 40% σε σχέση με το τρέχον έτος – ενώ ταυτόχρονα επιβάλλει δραστικές περικοπές 10% στα «μη αμυντικά κονδύλια», συνολικού ύψους περίπου 73 δισ. δολαρίων.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος αυτής της τεράστιας αύξησης, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ινστιτούτου SIPRI για τις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες οι ΗΠΑ κατατάσσονταν μακράν πρώτες το 2024, με 997 δισ. δολάρια – ποσό που αντιστοιχούσε στο 37% των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών και στο 66% των δαπανών των χωρών – μελών του NATO. Στη 2η θέση ακολουθούσε η Κίνα, η οποία επίσης αυξάνει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της κατά 314 δισ. δολάρια.
Πρόκειται για μια κίνηση που αποτυπώνει με πολύ εμφατικό τρόπο την προετοιμασία των ΗΠΑ για παραπέρα κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών πολεμικών συγκρούσεων, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η σφοδρή αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.
«Ονειρικός στρατός» φτιαγμένος από το αίμα του λαού
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει εδώ και αρκετούς μήνες προαναγγείλει την προωθούμενη τεράστια αύξηση στις αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες, λέγοντας ότι αυτή είναι αναγκαία ώστε να εξασφαλιστεί η κυριαρχία των ΗΠΑ «σε επικίνδυνους καιρούς».
Όπως ανέφερε σε ανάρτησή του από τον περασμένο Γενάρη, η αύξηση αυτή θα γίνει «για το καλό της χώρας μας, ειδικά σε αυτούς τους πολύ ταραγμένους και επικίνδυνους καιρούς», για «να οικοδομήσουμε τον “ονειρικό στρατό” (…) που θα μας κρατήσει ασφαλείς και προστατευμένους, ανεξάρτητα από τον εχθρό».
Πίσω από την «πατριωτική» ρητορική κρύβεται η στρατηγική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να ενισχύσει την πολεμική μηχανή του ενάντια σε Κίνα, Ρωσία και άλλους ανταγωνιστές, ενώ ταυτόχρονα μετακυλίει το κόστος στις πλάτες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.
Ενδοαστικές αντιδράσεις
Την ίδια ώρα, οι περικοπές που προτείνει η κυβέρνηση Τραμπ μεταξύ άλλων, προβλέπουν: Κατάργηση 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε επιχορηγήσεις για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και 4 δισεκατομμυρίων για υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, μείωση στη χρηματοδότηση της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας, κατάργηση πρωτοβουλιών «δίκαιης στέγασης», μηδενισμό της χρηματοδότησης για επιχειρήσεις μειονοτήτων.
Οι περικοπές αυτές, ειδικά στις ΑΠΕ, προκαλούν και ενδοαστικές αντιδράσεις, καθώς πλήττουν συμφέροντα τμημάτων του κεφαλαίου που έχουν στενά συμφέροντα από την λεγόμενη «πράσινη» ανάπτυξη.
Επιπλέον, υπάρχουν ενστάσεις ακόμα και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, για την εκτίναξη του δημόσιου χρέους (ήδη πάνω από 120% του ΑΕΠ). Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, ετοιμάζονται να χρησιμοποιήσουν τις περικοπές ως όπλο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου 2026.
Προκειμένου να αποφύγει τον σκόπελο της κοινοβουλευτικής έγκρισης του προϋπολογισμού, οΤραμπ επιδιώκει να περάσει μεγάλο μέρος της αύξησης (περίπου 350 δισ. δολάρια) μέσω της κομματικής διαδικασίας της «δημοσιονομικής συμφιλίωσης», ένα ειδικό «εργαλείο» του Αμερικανικού Κογκρέσου που επιτρέπει την ταχεία έγκριση νομοσχεδίων, μειώνοντας το όριο που απαιτείται για την ψήφιση νομοσχεδίων από 60 σε 51 ψήφους στη Γερουσία.
Με φόντο άλλωστε τις ενδοαστικές αντιθέσεις γύρω από την ευρύτερη πολεμική προπαρασκευή, αλλά και τις δυσκολίες που συναντούν οι αμερικανικές δυνάμεις στην ιμπεριαλιστική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, στις 3 Απρίλη ανακοινώθηκε και η απόφαση του Αμερικανού υπουργού Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ να αποπέμψει από το στράτευμα ή να στείλει σε πρόωρη συνταξιοδότηση τους στρατηγούς Ράντι Τζορτζ (που ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού των ΗΠΑ), Γουίλιαμ Γκριν και Ντέιβιντ Χοντ.



