Συγκοινωνούντα δοχεία: Ταμείο Ανάκαμψης και πολεμική οικονομία στην ΕΕ

Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν
  • Του Κώστα Γουλιάμου*

Και ενώ η διεθνής προσοχή παραμένει στραμμένη στη Μέση Ανατολή, η Γερμανία μετατοπίζει το στρατιωτικό της ενδιαφέρον προς το Κίεβο. Στο Βερολίνο ο Μερτς και ο Ζελένσκι υπέγραψαν μια σειρά αλληλένδετων συμφωνιών στρατιωτικής, οικονομικής και ενεργειακής φύσης, άμεσα συνδεδεμένων με τη λειτουργία της οικονομίας πολέμου. Μάλιστα ο Μερτς υποστήριξε ότι η Ουκρανία διαθέτει πλέον τη δυνατότητα να καλύψει μακροπρόθεσμα τις αμυντικές της ανάγκες μέσω ευρωπαϊκού δανείου ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Είναι φανερό πως η κατεύθυνση της ΕΕ και των κρατών – μελών προς πολεμική οικονομία, με την πολιτική κάλυψη αστικών κομμάτων, βαθαίνει το αδιέξοδο. Η αύξηση στρατιωτικών δαπανών ενισχύει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, τροφοδοτώντας νέους κύκλους ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η καπιταλιστική ανάκαμψη και ο πολεμικός σχεδιασμός συνενώνονται σε ενιαίο σχέδιο ταξικής και γεωπολιτικής θωράκισης. Αλλωστε ο ίδιος ο Ντράγκι, συντάκτης της ομώνυμης έκθεσης για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ, επισημαίνει ότι «τα όρια μεταξύ οικονομίας και ασφάλειας καθίστανται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα».1

Αναμφίβολα πρόκειται για μια οργανική σύγκλιση αντιδραστικής στρατηγικής, με στόχο τη θωράκιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας μέσα από μια δομικά εκτεταμένη μιλιταριστική αναδιάρθρωση. Οι δε σχετικές κατευθυντήριες πολιτικές, διαπερνώντας κοινωνικές δομές και θεσμούς, διαμορφώνουν μια κουλτούρα πολέμου και, συνακόλουθα, τρόπους μιλιταριστικής σκέψης, στάσης και αντίληψης. Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης ή/και έντασης των ανταγωνισμών, η κουλτούρα πολέμου δεν αποτελεί παρέκκλιση ή υπέρβαση ορίων του καπιταλισμού αλλά κανονικότητα, ενσωματωμένη στις λειτουργίες του. Η οικονομία, η πολιτική και ο μιλιταρισμός συμπλέκονται σ’ ένα ενιαίο πλέγμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η «οικονομική ανάκαμψη» ή «ανταγωνιστικότητα» και η «στρατιωτικοποίηση» αναδεικνύονται ως αδιαχώριστες όψεις του ίδιου νομίσματος. Συνολικά, η πολιτική επιλογή της ΕΕ και των κυβερνήσεων στην οικονομία πολέμου – από το Ταμείο Ανάκαμψης μέχρι τα «ReArm Europe Plan» / «Readiness 2030» και SAFE – συνθέτει ένα ζοφερό σκηνικό, καθώς η λαϊκή ευημερία θυσιάζεται στον βωμό των εξοπλισμών. Το ίδιο σκηνικό αποτυπώνεται και στην έκθεση Ντράγκι, όπου προκλητικά ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τονίζει ότι επειδή η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε τρίτους για την ασφάλειά της, χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωση. Η εισήγηση Ντράγκι ταυτίζεται στην πράξη με τη στροφή προς την οικονομία πολέμου.

Σε κάθε περίπτωση, στο ευρωενωσιακό καπιταλιστικό πλαίσιο ανταγωνιστικότητα και στρατιωτικοποίηση συγκροτούν αδιάσπαστη ενότητα: Η ανάκαμψη μετατρέπεται σε επένδυση κεφαλαιοκρατικής ισχύος και ο μιλιταρισμός σε βασικό μηχανισμό ιμπεριαλιστικής αναπαραγωγής. Ανάπτυξη και εξοπλισμοί δεν αποτελούν διακριτές πολιτικές, αλλά αλληλένδετες όψεις μιας στρατηγικής που μετακυλίει το κόστος στην εργατική τάξη, στους εργαζόμενους και στα λαϊκά στρώματα. Ετσι, το αφήγημα της οικονομικής ανασυγκρότησης ενσωματώνεται στην οικονομία πολέμου, ενώ εργαλεία όπως το Ταμείο Ανάκαμψης, ύψους άνω των 700 δισ. ευρώ, και τα εξοπλιστικά σχέδια «ReArm Europe» και SAFE, που ανέρχονται σε 950 δισ., συνιστούν πυλώνες ενιαίας πολιτικής.

Στον πυρήνα αυτής της ενιαίας πολιτικής βρίσκεται η ευρωενωσιακή στρατηγική της «διπλής χρήσης», που ουσιαστικά λειτουργεί ως εργαλείο ενοποίησης οικονομίας και πολέμου. Μέσω μηχανισμών όπως το Ταμείο Ανάκαμψης, τα προγράμματα «ReArm Europe» και SAFE, αλλά και πρωτοβουλιών τύπου European Sky Shield Initiative ή «Air Shield», η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας προωθείται ως «επένδυση» και «καινοτομία». Στην πραγματικότητα πρόκειται για διοχέτευση κοινωνικού πλούτου προς το στρατιωτικό – βιομηχανικό σύμπλεγμα, εξασφαλίζοντας νέα πεδία κερδοφορίας για μονοπωλιακούς ομίλους, όπως είναι οι «Dassault», «Rheinmetall», «Thales», «Leonardo», MBDA κ.ο.κ.

Η «διπλή χρήση» συγκαλύπτει αυτήν τη διαδικασία, μεταμφιέζοντας τις πολεμικές δαπάνες σε «καινοτομία», «ασφάλεια» και «ανάπτυξη». Για παράδειγμα, το EU Defence Innovation Scheme (EUDIS), κεντρικός βραχίονας του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αμυνας (EDF) για ανάπτυξη προϊόντων «διπλής χρήσης», φανερώνει τη βαθιά σύμπλευση της ΕΕ με τις στρατηγικές του ΝΑΤΟ. Οπως και η «Air Shield», που συνιστά κρίκο στην αλυσίδα του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού για τον έλεγχο αγορών, ενεργειακών δρόμων και γεωπολιτικών ζωνών επιρροής.

Στην Ελλάδα, η ενσωμάτωση ναυπηγείων και πολεμικής βιομηχανίας στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές δομές επιβεβαιώνει τον ρόλο της χώρας ως προκεχωρημένου φυλακίου αυτών των ευρωατλαντικών σχεδιασμών. Η δε συμμετοχή στην «Air Shield» και στο SAFE σηματοδοτεί μέσω «διπλής χρήσης» τη μετατροπή της επικράτειας και των υποδομών σε κόμβους στρατιωτικής κινητικότητας του ΝΑΤΟ. Πραγματολογικά, πρόκειται για άμεση επιδότηση του στρατιωτικού – βιομηχανικού συμπλέγματος. Οι πόροι που αφαιρούνται από την Υγεία, την αγροτική πολιτική και την Εκπαίδευση δεσμεύονται για δεκαετίες με συμβάσεις Συμπράξεων Δημοσίου – Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), εξασφαλίζοντας ότι η μεν εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά νοικοκυριά θα αποπληρώνουν την υποδομή του ίδιου του ολέθρου, το δε κεφάλαιο θα θωρακίζεται πίσω από τις κρατικές εγγυήσεις.

Αναμφίβολα οι πολιτικές «διπλής χρήσης» δεν υπηρετούν «εθνικές ανάγκες». Το αντίθετο, ενισχύουν τις επιδιώξεις της αστικής τάξης στο πλαίσιο του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Συνολικά η πολιτική αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχήμα «πολεμικού κεϊνσιανισμού», όπου το αστικό κράτος παρεμβαίνει ενεργά για να στηρίξει τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσω στρατιωτικών δαπανών, ενώ την ίδια στιγμή οι κοινωνικές ανάγκες απαξιώνονται ή/και υποβιβάζονται. Η περίπτωση της Πολωνίας2, με την ανακατανομή κονδυλίων ανάκαμψης προς την «ασφάλεια» και τη δημιουργία ειδικού ταμείου για τεχνολογίες «διπλής χρήσης», επιβεβαιώνει τη γενικευμένη κατεύθυνση της ΕΕ.

Είναι φανερό πως το κεφάλαιο, αντιμέτωπο με τις εγγενείς αντιφάσεις της υπερσυσσώρευσης και την πίεση στην κερδοφορία, στρέφεται στην αναζήτηση νέων πεδίων διεύρυνσης, με την πολεμική οικονομία να αναδεικνύεται σε κατεξοχήν προνομιακό χώρο συσσώρευσης. Σε αυτήν τη διαδικασία καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι ιδιωτικοποιήσεις και οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα. Στην Ελλάδα, ενδεικτικά, το Υπερταμείο λειτουργεί ως μηχανισμός εκποίησης δημόσιου πλούτου, επιταχύνοντας την παράδοση κρίσιμων υποδομών – όπως λιμάνια και δίκτυα – σε μονοπωλιακά συμφέροντα.

Οι υποδομές αυτές εντάσσονται στον σχεδιασμό της στρατιωτικής κινητικότητας, επιβεβαιώνοντας ότι η διάκριση μεταξύ οικονομικής και στρατιωτικής πολιτικής είναι προσχηματική. Πρόδηλα η «διπλή χρήση» δεν αποτελεί απλώς τεχνική κατηγορία, αλλά έκφραση μιας βαθύτερης τάσης του καπιταλισμού να ενοποιεί πεδία προς όφελος της συσσώρευσης. Στα «Grundrisse» ο Μαρξ3 αναλύει την τάση του κεφαλαίου να υπερβαίνει χωρικά και θεσμικά όρια, αναζητώντας νέα πεδία αξιοποίησης και νέες μορφές κρατικής στήριξης. Σε αυτό το φόντο, ο πόλεμος και η προετοιμασία του μετατρέπονται σε οργανικά στοιχεία της οικονομικής δραστηριότητας του κεφαλαίου.

Η πολιτική «διπλής χρήσης» αποκαλύπτει, τελικά, ότι η λεηλασία των λαϊκών αναγκών δεν είναι παρεκτροπή αλλά δομικό στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι κοινωνικοί πόροι μεταλλάσσονται σε καύσιμο για την κερδοφορία και τους ανταγωνισμούς του κεφαλαίου, ενώ για την εργατική τάξη, τους εργαζόμενους και τα λαϊκά νοικοκυριά το κόστος επιστρέφει με τη μορφή λιτότητας, ενεργειακής φτώχειας, ανασφάλειας και πολεμικής εμπλοκής. Ειδικότερα οι κοινωνικές ανάγκες υποτάσσονται στις απαιτήσεις της ανταγωνιστικότητας, ενώ η στρατιωτικοποίηση αποκτά χαρακτήρα κανονικοποίησης.

Γι’ αυτό και το αφήγημα που καλλιεργούν κυβέρνηση και αστικά – συστημικά κόμματα περί «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ δεν συνιστά παρά την άλλη όψη της επιθετικότητας του κεφαλαίου απέναντι στους λαούς, καθώς επιδιώκει να διασφαλίσει την κυριαρχία του μέσα από τις καταστροφικές συνέπειες των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι τις ευρωενωσιακές πολιτικές της πολεμικής οικονομίας και τους ΝΑΤΟικούς εξοπλισμούς στηρίζουν και ψηφίζουν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Βελόπουλος, «Νίκη», «Σπαρτιάτες» κ.ά. Ολα αυτά τα κόμματα αποτελούν μέρος του ίδιου συστήματος, που είναι ιστορικά ξεπερασμένο και που συνεχώς κλιμακώνει αντιλαϊκές – αντεργατικές πολιτικές και ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Το ΚΚΕ βρίσκεται στον αντίποδα των παραπάνω. Με την καθημερινή του πάλη δυναμώνει τα τελευταία χρόνια το ρεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, των κυβερνήσεων και των κομμάτων που την υπηρετούν. Η συμπόρευση με το ΚΚΕ είναι ο μόνος δρόμος της ρήξης για να δυναμώσει ο αγώνας για την οριστική ανατροπή του καπιταλισμού.

Παραπομπές:

1. Jorge Liboreiro (2024): «Η νέα εποχή της οπλοποίησης αποκαλύπτει τις εγγενείς αδυναμίες της Ευρώπης», «Euronews» 25/09/2025, https://gr.euronews.com/my-europe/2025/09/25/nea-epoxh-oplopoihsh-apokaluptei-eggeneis-adunamies-eurwph

2. Ministry of Development Funds and Regional Policy Republic of Poland (2025): «The government has passed a bill on implementation of the Security and Defence Fund», 28/10/2025, https://www.gov.pl/web/funds-regional-policy/the-government-has-passed-a-bill-on-implementation-of-the-security-and-defence-fund

3. Karl Marx (1971): «The Grundrisse», Hardcover. «Harper & Row».

* Ο Κώστας Γουλιάμος είναι τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, πρώην πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου

Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...