Με το νέο πειθαρχικό δίκαιο η κυβέρνηση προσπαθεί να επιβάλλει σιγή νεκροταφείου στους χώρους δουλειάς

Εκδήλωση με θέμα «”Το Πειθαρχικό Δίκαι των Δημοσίων Υπαλλήλων” και η προσπάθεια θεσμικής και συνταγματικής θωράκισης της αυθαιρεσίας και των διώξεων» πραγματοποίησε η ΑΔΕΔΥ.

Εκ μέρους της ΔΑΣ, ο Γιάννης Κουρμούλης, μέλος της ΕΕ της ΑΔΕΔΥ επεσήμανε πως «στο νέο πειθαρχικό δίκαιο που ψηφίστηκε το καλοκαίρι, εν μέσω σοβαρών και επικίνδυνων εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο, εν μέσω πολεμικών αναμετρήσεων που η χώρα μας συμμετέχει ως σημαιοφόρος, βλέπουμε την προσπάθεια ακόμα μεγαλύτερης διασφάλισης ενός αντιδραστικού και εχθρικού κράτους για τις ανάγκες και τις εργασιακές συνθήκες των εργαζομένων, ώστε να είναι πιο “αποτελεσματικό”, για να προωθεί τις στρατηγικές επιλογές των κυβερνήσεων και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ακόμα πιο ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας και εργασίας των Δημοσίων Υπαλλήλων. Προσπαθεί να επιβάλλει σιγή νεκροταφείου στους χώρους δουλειάς για να μπουν “τα κεφάλια των εργαζομένων μέσα” για να μη διαταραχθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου και η προσαρμογή των επιλογών του στην πολεμική οικονομία».

Τόνισε ότι «δεν πρόκειται για μια απλή αυστηροποίηση των πειθαρχικών ποινών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά για ένα απαράδεκτο, αντεργατικό σχέδιο, που στόχο έχει να ενισχύσει το κλίμα φόβου και τρομοκρατίας μέσα στους χώρους δουλειάς, να ποινικοποιήσει τη συνδικαλιστική και πολιτική δράση, με στόχο να προχωράει η αντιλαϊκή πολιτική “άνευ αντιρρήσεως”. Γι αυτό βαφτίζει πειθαρχικά παραπτώματα ενέργειες και δράσεις που συνδέονται με την κοινωνική, πολιτική και συνδικαλιστική δράση των δημοσίων υπαλλήλων, βάζοντας στο ίδιο καζάνι των πειθαρχικών παραπτωμάτων και των πειθαρχικών ποινών, τα αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου».

Ο Γ. Κουρμούλης επεσήμανε ότι «είναι ψεύτικος ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι με το νέο πειθαρχικό δίκαιο εκσυγχρονίζει και επιταχύνει την πειθαρχική δικαιοσύνη για τους δημοσίους υπαλλήλους για να επέλθει η κάθαρση από τα γνωστά φαινόμενα διαφθοράς, να “τιμωρηθούν οι επίορκοι”, κλπ., εξηγώντας: 

Καταρχάς, σε κάθε μεγάλο κύκλωμα που αποκαλύπτεται, από πίσω κρύβονται οι συνήθεις ύποπτοι, ανώτατα διευθυντικά και αλλά στελέχη που συνδέονται είτε με αυτή, είτε με προηγούμενες κυβερνήσεις. Επιπλέον, και με το προ-υπάρχον θεσμικό πλαίσιο τιμωρούνται αυστηρά τα πραγματικά σοβαρά αδικήματα – πλαστογραφίες, διαφθορά, εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας κ.ά., αυτά τιμωρούνται και με απόλυση. Δεν χρειαζόταν νέος νόμος γι’ αυτά!

Τι έγκλημα προσπάθησε να πατάξει όταν διώχθηκε εργαζόμενος στο Μουσείο Αλεξανδρούπολης, επειδή εξέφρασε την αντίθεσή του στην παρουσία ΝΑΤΟϊκών δολοφόνων στον χώρο του μουσείου και μάλιστα με την κατηγορία της “παραβίασης υποχρέωσης εχεμύθειας”;

Όταν εκπαιδευτικοί διώχθηκαν με την κατηγορία της ”κακόβουλης άσκησης κριτικής προς την προϊσταμένη αρχή”, επειδή ανέδειξαν μια σειρά από ελλείψεις στα σχολεία ή με την κατηγορία της “αναξιοπρεπούς και ανάρμοστης συμπεριφοράς” για τη συμμετοχή σε κινητοποιήσεις για την προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, καθώς των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών τους; Για αυτό σημειώνουμε ότι το νέο πειθαρχικό δίκαιο βέβαια, δεν ήρθε από παρθενογένεση».

Υπογράμμισε ότι «αποτελεί τη φυσική συνέχεια του πογκρόμ πειθαρχικών διώξεων κατά αγωνιστών συναδέλφων, καθώς και των εκφρασμένων κυβερνητικών προθέσεων για κατάργηση της μονιμότητας στο Δημόσιο.

Με την εφαρμογή του, ενίσχυσε και θωράκισε τον αντιδραστικό Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα που διατήρησαν σε ισχύ όλες οι κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ μέχρι σήμερα. Παρά τις διαφορές που έχουν αυτά τα κόμματα, η στρατηγική τους σύμπλευση δεν κρύβεται.

Ποιος δεν θυμάται ότι η συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ το 2012 είχε προχωρήσει στην κατάργηση των εκπροσώπων των εργαζομένων στα πειθαρχικά συμβούλια;

Σε ποιον προξένησε έκπληξη η στάση του ΣΥΡΙΖΑ που ψήφισε 30 άρθρα του νομοσχεδίου για το πειθαρχικό δίκαιο, όταν ήρθε στην ολομέλεια της Βουλής και σε άλλα 48 ψήφισε “παρών”; Κι αν η δικαιολογία είναι ότι το νομοσχέδιο περιείχε κι άλλα άρθρα που δεν σχετίζονταν με το πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, να θυμίσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε ακόμα και το εμβληματικό άρθρο 7, με το οποίο οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο θα θεωρούνται εκ προοιμίου ένοχοι, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, καταργώντας ουσιαστικά “το τεκμήριο της αθωότητας”.

Για τον ίδιο λόγο επίσης, οι παρατάξεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού κάνουν κριτική σε επιμέρους ζητήματα του νόμου, αποφεύγοντας να τοποθετηθούν στο επίδικο. Θυμίζουμε ότι η ΑΔΕΔΥ δεν έβγαλε καμία ολοκληρωμένη ανακοίνωση για το ζήτημα, ούτε καν κατά τις ημέρες των σχετικών κινητοποιήσεων, αφού στην πρόταση που καταθέσαμε και που αποκάλυπτε τον πυρήνα του νομοσχεδίου, δεν απάντησαν καν. Δεν θα μπορούσαν άλλωστε να κρατήσουν διαφορετική στάση, αφού η κριτική που κάνουν αφορά μόνο κάποιες πλευρές και όχι την ουσία».

Ο Γ. Κουρμούλης κάλεσε τους εργαζόμενους να μην φοβηθούν και είπε ότι «και άλλοι προσπάθησαν να βάλουν φίμωτρο στους εργαζόμενους και να καταστείλουν τους αγώνες και τη συνδικαλιστική τους δράση, με ιδιώνυμα, απειλές, διώξεις και ποινές αλλά απέτυχαν παταγωδώς.

Θωρακίζουν το κράτος, μπροστά στις επικίνδυνες πολεμικές εξελίξεις και τον κίνδυνο γενικευμένης ανάφλεξης γιατί αυτοί φοβούνται τη λαϊκή κινητοποίηση. Φοβούνται, γιατί ξέρουν πως ένα μεγάλο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχει συμβιβαστεί και επιλέγει να σταθεί απέναντι στις επιλογές τους, να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του, να σταθεί δίπλα στους εργαζόμενους, στον λαό. Φοβούνται, γιατί βλέπουν ότι αναπτύσσεται ένα ρεύμα αγώνα και αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής και μέσα στο Δημόσιο. Φοβούνται τον αγώνα των εκπαιδευτικών που δίνουν ένα δίκαιο αγώνα ενάντια στην αντιεκπαιδευτική “αξιολόγηση”. Φοβούνται τον αγώνα των υγειονομικών που αναδεικνύουν τις εγκληματικές ελλείψεις στα δημόσια Νοσοκομεία στο πλαίσιο της πολιτικής που αναγορεύει την υγεία σε εμπόρευμα. Φοβούνται το μαχητικό κίνημα των συναδέλφων στους Δήμους και Περιφέρειες που διεκδικούν μέτρα υγείας και ασφάλειας για να σταματήσει η ανθρωποθυσία των αλλεπάλληλων εργατικών ατυχημάτων». 

Αναφέρθηκε εκτενώς στις προτάσεις της κυβέρνησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, σημειώνοντας: «Προσπαθούν να κατοχυρώσουν συνταγματικά μια σειρά αντιδραστικές τομές, που ήδη υλοποιούνται σε χώρες της ΕΕ από όλες τις κυβερνήσεις, θέτοντας ως στόχο την απόλυτη ευθυγράμμιση με το ευρωενωσιακό δίκαιο, που έτσι κι αλλιώς υπερισχύει του Συντάγματος, αποκαλύπτοντας το πραγματικό αντιλαϊκό πρόσωπο του “κράτους δικαίου της ΕΕ” που έχουν κάνει σημαία τους τα κόμματα του κεφαλαίου.

Με τις προτάσεις της, η κυβέρνηση ουσιαστικά ομολογεί την κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής με τη συνταγματική βούλα σε βάρος των αναγκών και των δικαιωμάτων του λαού και των παιδιών του, μέσα από την αναθεώρηση του άρθρου 16 για να γίνει συνολικά η ανώτατη εκπαίδευση ακόμα πιο ακριβή και απρόσιτη για τη λαϊκή οικογένεια, τον συνταγματικό “κόφτη” στις κοινωνικές δαπάνες. Οι δίκαιες λαϊκές διεκδικήσεις όπως για την αύξηση της χρηματοδότησης στην υγεία, στην πρόνοια και στην παιδεία, για μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους, καθώς και άλλες, θα είναι εκτός συνταγματικού πλαισίου γιατί δεν θα είναι “δημοσιονομικά βιώσιμες”.

Ο πρωθυπουργός μεταξύ άλλων εξήγγειλε την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων που οδηγεί σε απολύσεις.

Οι επιδιώξεις της κυβέρνησης με τη συνταγματική αναθεώρηση συγκαλύπτουν το πραγματικό πρόβλημα ότι οι υπηρεσίες του Δημοσίου δεν υπονομεύονται από τους εργαζόμενους του, τη μονιμότητα και τα όποια δικαιώματα αλλά από τη διαχρονική πολιτική της υποχρηματοδότησης, της υποστελέχωσης και της εμπορευματοποίησης. Η άρση της μονιμότητας θα βαθύνει και θα γενικεύσει αυτή την εικόνα.

Φταίει η μονιμότητα για το γεγονός ότι στην Ξάνθη, στην Κομοτηνή, στη Ρόδο και σε όλα τα Επτάνησα δεν υπάρχει ούτε ένας ελεγκτής στην επιθεώρηση εργασίας για τους ελέγχους ασφάλειας και υγείας στις επιχειρήσεις; Φταίει η μονιμότητα όταν μια νοσηλεύτρια καλείται να μείνει μόνη της στη βάρδια σε ένα νοσοκομείο, φροντίζοντας τριάντα ασθενείς ή όταν δάσκαλοι και καθηγητές κρίνονται μέσα σε τάξεις όπου οι μαθητές είναι στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες;

Στην πραγματικότητα, η άρση της μονιμότητας αποτελεί παραπέρα χτύπημα στο δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή δουλειά και εργαλείο ενίσχυσης του κομματικού ελέγχου, ώστε να αλωνίζουν ανεμπόδιστοι οι διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι και οι εργολάβοι, οι οποίοι έχουν καθεστώς ”μονιμότητας” στο δημόσιο.

Ευθύνη έχουν κι όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν και στηρίζουν αυτή την πολιτική. Δεν είναι τυχαίο, ότι το 2019 είχαν απορρίψει την πρόταση 153 συνδικαλιστικών οργανώσεων – ομοσπονδιών, νομαρχιακών τμημάτων και πρωτοβάθμιων σωματείων του δημοσίου – για να αναθεωρηθεί το άρθρο 103 του Συντάγματος και να αρθεί η απαγόρευση της μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Είναι τα κόμματα που επί κυβερνητικής τους θητείας, το ποσοστό των ελαστικά εργαζόμενων στο δημόσιο επί του συνόλου των υπαλλήλων, αυξήθηκε δραματικά, που ενίσχυσαν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Διατήρησαν σε ισχύ τον αντιδραστικό Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα, τον οποίο ενίσχυσε η κυβέρνηση της ΝΔ ψηφίζοντας το κατάπτυστο νέο πειθαρχικό δίκαιο.

Γι’ αυτό λέμε, ο ένας κόβει, κι ο άλλος ράβει, η μια κυβέρνηση νομοθετεί κι άλλη προσθέτει στο αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο της προηγούμενης».

Κάλεσε όλους τους εργαζόμενους, τα σωματεία και τις Ομοσπονδίες του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, να απορρίψουν τις επιδιώξεις αυτές. «Συσπειρωμένοι στα Σωματεία μας να υπερασπιστούμε μαζικά τα εργασιακά μας δικαιώματα. Να διεκδικήσουμε μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους τους εργαζόμενους, μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων, μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Γενναία αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, ιδιαίτερα στην υγεία – πρόνοια, στην ασφάλιση και στην παιδεία για να υπάρχουν παροχές υψηλού επιπέδου, για να μην αναγκάζεται κανείς να βάζει το χέρι στην τσέπη για να έχει πρόσβαση σε αυτές. Η απάντηση των εργαζομένων θα δοθεί στο δρόμο, στην οργάνωση του αγώνα για ζωή και δουλειά με δικαιώματα» τόνισε.

Δείτε ακόμα...