Τις πρώτες μέρες του νέου έτους, δόθηκαν στη δημοσιότητα στοιχεία από τις καταγραφές της ΕΛ.ΑΣ, τα οποία δείχνουν ότι υπάρχει αυξητική τάση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα.
Το 2018 σημειώθηκαν 1.372 τραυματισμοί λόγω της βίας που ασκήθηκε μέσα στις οικογένειες. Οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί ενδοοικογενειακής βίας ήταν 4.702 για το ίδιο έτος, όσον αφορά τα τετελεσμένα αδικήματα, ενώ είχαμε και 20 απόπειρες. Αναφορικά με τους δράστες καταγράφηκαν 4230 άνδρες και 826 γυναίκες. Τα περισσότερα θύματα (4.263) ήταν ελληνικής καταγωγής και 827 αλλοδαποί.
Αντίστοιχα το 2017 είχαμε πάνω από 4.216 δράστες, από τους οποίους συνελήφθησαν 1.611. Από αυτούς οι 3.497 είναι άνδρες και οι 671 γυναίκες. Για το ίδιο έτος οι περισσότεροι δράστες ήταν Έλληνες (3.523), ενώ οι υπόλοιποι ήταν αλλοδαποί. Όσον αφορά στα θύματα, τα περισσότερα ήταν γυναίκες (3.196) και 1.025 ήταν άνδρες. Το 2016 είχαμε 3.829 περιστατικά που καταγγέλθηκαν και αφορούσαν τις παραβάσεις της νομοθεσίας περί ενδοοικογενειακής βίας, με τους περισσότερους δράστες (2.858) να είναι άνδρες. Επιπρόσθετα, 2.696 γυναίκες ήταν τα περισσότερα θύματα για τον ίδιο χρόνο.
Οι καταδικαστέες και απαράδεκτες συμπεριφορές απέναντι στις γυναίκες, που φτάνουν μέχρι την ενδοοικογενειακή βία, είναι το αποτέλεσμα- και όχι η αιτία- της ανισότιμης θέσης της γυναίκας στη σύγχρονη εκμεταλλευτική κοινωνία. Αφορά στο σύνολο των κραυγαλέων κοινωνικών ανισοτιμιών σε κάθε τομέα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής ζωής των γυναικών, περιλαμβάνοντας παλιές, αλλά και νέες μορφές. Έτσι, η σωματική, λεκτική, ψυχολογική ή όποια άλλη μορφή βίας υφίστανται οι γυναίκες, δεν προκύπτει σε κοινωνικό «κενό αέρος».Οι γυναίκες σήμερα βιώνουν τη βία των αντιλαϊκών πολιτικών που ασκούν τόσο η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ, όσο και η προηγούμενη του ΣΥΡΙΖΑ, η ΕΕ. Βιώνουν την εργοδοτική βία και την κρατική καταστολή όταν αγωνίζονται για τα σύγχρονα δικαιώματά τους στην εργασία, στη μόρφωση, στην κοινωνική προστασία της μητρότητας, στην κοινωνική ασφάλιση- σύνταξη. Ζουν τον εφιάλτη της ανεργίας και των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων. Εργάζονται χωρίς συλλογικές συμβάσεις και δικαιώματα, πολλές χωρίς να δικαιούνται άδεια μητρότητας και επιδόματα. Άλλες βιώνουν τη βία της απόλυσης λόγω εγκυμοσύνης.
Σε αυτή την εργασιακή ζούγκλα καταγράφονται περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και στο χώρο εργασίας. Πλέον, με το νέο Ποινικό Κώδικα που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και διατηρήθηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ, απαλείφθηκε ακόμα και η κατώτατη ποινή για τη σεξουαλική παρενόχληση εργαζόμενων γυναικών από εργοδότη, δηλαδή από άτομο “που εξαρτάται εργασιακά από αυτόν ή εκμεταλλευόμενος την ανάγκη ενός προσώπου να εργαστεί”, ρίχνοντας “στα μαλακά” τους ενόχους(άρθρο 337).
Κάτω από αυτές τις οικονομικές, κοινωνικές συνθήκες οι γυναίκες δυσκολεύονται περισσότερο να σταθούν ανεξάρτητες οικονομικά και να μην εγκλωβίζονται, παρά τη θέλησή τους, σε διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, παθογόνες και προβληματικές, επικίνδυνες για τις ίδιες και τα παιδιά τους. Αυτό δε σημαίνει παραγνώριση της ατομικής ευθύνης των ενόχων, που πρέπει να αποδοθεί από τη δικαιοσύνη.
Σε αυτό το έδαφος αυξάνονται όχι μόνο τα ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας, αλλά και το ποσοστό των γυναικών που εκπορνεύονται. Όμως, και σε αυτές τις περιπτώσεις οι γυναίκες μένουν χωρίς έστω στοιχειώδη νομική προστασία, αφού με το νέο Ποινικό Κώδικα οι μαστροποί διώκονται μόνο βάση του άρθρου 323Α για την “εμπορία ανθρώπων”, εφόσον δηλαδή αποδειχθεί ότι υπάρχει κακοποίηση. Οπότε αν θεωρηθεί ότι υπάρχει “συναίνεση” της γυναίκας δεν υπάρχει καν δίωξη.
Ουσιαστικά μέτρα κρατικής προστασίας των κακοποιημένων γυναικών και όχι προγράμματα με ημερομηνία λήξης
Η βία σε βάρος των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται ριζικά μόνο με την αναγκαία ενημέρωση και αποφασιστική καταδίκη των περιστατικών που παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών, αλλά χρειάζεται να συνοδεύεται με μέτρα κρατικής ευθύνης για την ολόπλευρη στήριξη των θυμάτων (νομική, οικονομική, κοινωνική). Παραβλέποντας όλα αυτά, κυβέρνηση και ΕΕ αντιμετωπίζουν το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών, με κριτήριο το “κόστος” για το κράτος, για την εργοδοσία.
Η ουσιαστική κοινωνική προστασία κάθε γυναίκας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί όσο οι κυβερνήσεις διαχρονικά, όπως και η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ, επαφίενται στα ευρωπαϊκά κονδύλια για τις ελάχιστες και υποστελεχομένες δομές πρόληψης και στήριξης των κακοποιημένων γυναικών. Στην Ελλάδα, υπάρχουν μόλις 63 δομές (συμβουλευτικά κέντρα, ξενώνες) και η γραμμή SOS 15900 για τη στήριξη των κακοποιημένων γυναικών, οι οποίες λειτουργούν με χρηματοδότηση από τα προγράμματα της ΕΕ και με εργαζόμενες και εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Δηλαδή, λειτουργούν με χρηματοδότηση και προσωπικό με “ημερομηνία λήξης”. Μόνο το 2018 σε αυτές τις δομές απευθύνθηκαν 5.195 γυναίκες, εκ των οποίων οι 286 φιλοξενήθηκαν στους ξενώνες.
Σήμερα, κάθε γυναίκα χρειάζεται να δυναμώσει τον αγώνα για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, διεκδικώντας από το κράτος μέτρα πρόληψης και στήριξης των κακοποιημένων γυναικών και των παιδιών τους.
Με πληροφορίες από: Lifo, Ελεύθερος Τύπος, enikos



