«Μεγάλα οφέλη για την οικονομία», «Χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα» είναι το δίπολο της αντιπαράθεσης που στήνεται τις τελευταίες μέρες από ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ και κόμμα Τσίπρα για το υπερμνημόνιο του Ταμείου Ανάκαμψης, που τελειώνει στις 31 Αυγούστου.
Ο καβγάς δεν αφορά μόνο το «αποτύπωμα» στην ελληνική καπιταλιστική οικονομία, αλλά και το πώς θα συνεχιστεί η ροή φτηνού χρήματος στα μονοπώλια, στη φάση που η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή οικονομία ασθμαίνουν και προτεραιότητα αποκτά η χρηματοδότηση της πολεμικής βιομηχανίας.
Η αντιπαράθεση αντανακλά και αντιθέσεις της αστικής τάξης, που επιδρούν στην αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, με τη σοσιαλδημοκρατία να υπόσχεται «δικαιότερη» κατανομή της κρατικής στήριξης στο μέλλον, κλείνοντας το μάτι σε κλάδους και ομίλους που δηλώνουν «ριγμένοι» από τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Για τον λαό ο καβγάς τους είναι σκέτη πρόκληση, αφού θα συνεχίσει να πληρώνει μέχρι δεκάρας τα 36 δισ. ευρώ σε δάνεια και επιδοτήσεις για τη στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Τα χρήματα αυτά δεν έπεσαν από τον ουρανό. Προέρχονται από δανεισμό της ΕΕ, με «εγγύηση» το γδάρσιμο του λαού απ’ όλες τις κυβερνήσεις, με ένταση της εκμετάλλευσης και της φοροληστείας.
Το Ταμείο Ανάκαμψης είναι το 4ο μνημόνιο. Η εκταμίευση κάθε δόσης προϋποθέτει την εκπλήρωση μιας σειράς αντιλαϊκών «ορόσημων» και προαπαιτούμενων από την κυβέρνηση στα Εργασιακά, στο Ασφαλιστικό, στη θωράκιση του κράτους, σε συνέχεια των τριών προηγούμενων μνημονίων.
Πάνω από 600 προαπαιτούμενα θα έχουν ψηφιστεί στο τέλος του δρόμου, για να εκταμιευθούν οι δόσεις στους επιχειρηματικούς ομίλους. Εκατοντάδες από αυτά έχουν ψηφίσει και τα άλλα κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ με Τσίπρα), που δεσμεύονται στα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Το Ταμείο Ανάκαμψης χρηματοδότησε κυρίως επενδύσεις στην «πράσινη» Ενέργεια, στον «ψηφιακό μετασχηματισμό» των επιχειρήσεων και του κράτους και στον Τουρισμό. Ενα απειροελάχιστο μέρος δαπανήθηκε για αυτό που η κυβέρνηση ξεδιάντροπα διαφημίζει ως «κοινωνική πολιτική» ή σε έργα για τις λαϊκές ανάγκες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Υγεία, όπου μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια πήγαν για τις ανακαινίσεις ορισμένων μόνο νοσοκομείων ή κλινικών, για να καμουφλάρεται η αντιλαϊκή πολιτική της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης που καλπάζει. Προληπτικές ιατρικές εξετάσεις που αποσπασματικά χρηματοδότησε το Ταμείο είναι στον «αέρα» ή παύουν οριστικά με την ολοκλήρωσή του.
Στους τομείς που «έπεσε» το περισσότερο χρήμα, τα κέρδη για το κεφάλαιο και οι συνέπειες για τον λαό φαίνονται με γυμνό μάτι: Οι ΑΠΕ εκτοξεύτηκαν, αλλά τα νοικοκυριά πληρώνουν πανάκριβα το ρεύμα. Οι νέες υποδομές και τα δίκτυα αναβαθμίζουν την Ελλάδα στον ενεργειακό χάρτη και ταυτόχρονα μπλέκουν τον λαό πιο βαθιά στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Το ψηφιακό κράτος γίνεται πιο αποτελεσματικό στην παρακολούθηση και καταστολή του εχθρού λαού, παραμένει όμως επιλεκτικά ανίκανο στην προστασία της περιουσίας και της ζωής του από φυσικές καταστροφές. Στον Τουρισμό μεγάλωσε το χάσμα ανάμεσα στην κερδοφορία των ομίλων και στα εργασιακά δικαιώματα, ή στη δυνατότητα που έχουν τα νοικοκυριά να κάνουν διακοπές.
Αν κάτι επιβεβαιώνει επομένως και το Ταμείο Ανάκαμψης, είναι ότι τα κέρδη του κεφαλαίου δεν συναντιούνται πουθενά με τις ανάγκες των εργαζομένων και του λαού. Κι ότι όλα τα αστικά κόμματα, δεξιά, κεντρώα, σοσιαλδημοκρατικά, ακροδεξιά, συναντιούνται στην υπεράσπιση του δρόμου της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που συνθλίβει τις λαϊκές ανάγκες για τα κέρδη του κεφαλαίου.
Αυτό καθορίζει το πρόγραμμά τους, που είναι κοινό και δεδομένο όποιος κι αν είναι στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση. Γι’ αυτό η αντιπαράθεση για την επόμενη μέρα γίνεται για το ποιος μηχανισμός θα αντικαταστήσει το Ταμείο, ποιες νέες θυσίες θα επιβάλουν στον λαό και ποιος μπορεί καλύτερα να διαχειριστεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια από τη συνέχεια και κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής.
Το καπιταλιστικό κέρδος, που για το κεφάλαιο και το κράτος του είναι οξυγόνο, για τον λαό είναι δηλητήριο και το πιο μεγάλο εμπόδιο στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν σήμερα για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών. Ο λαός δεν έχει ανάγκη από νέα εργαλεία χρηματοδότησης κερδοφόρων επενδύσεων. Ούτε έχει να περιμένει κάτι από το «μεγάλωμα της πίτας», όπως λένε όλα τα κόμματα του συστήματος.
Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός, μια ποιοτικά ανώτερη οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας, ο σοσιαλισμός – κομμουνισμός, προβάλλει ως αναγκαιότητα από τα αδιέξοδα που ανακυκλώνει ο καπιταλισμός που σάπισε. Εκεί δίνει όλες τις δυνάμεις του το ΚΚΕ, πρωτοστατώντας παντού στη σύγκρουση με τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου και των κομμάτων του, δείχνοντας τη διέξοδο στον δρόμο της ανατροπής.
Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τη στήλη «Η Αποψή μας», του «Ριζοσπάστη», Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026



