Αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ: Έκφραση βαθύτερης διαμάχης και ευρύτερης σύγκρουσης συμφερόντων

«Η ένταση ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ είναι προσωρινή ή μήπως αποτελεί σύγκρουση σημαντικών συμφερόντων;», αναρωτιόταν στις 19 Ιούλη 2026 ανάλυση του «Κέντρου Μελετών “Αλ Τζαζίρα”», τοποθετώντας το ερώτημα σε ακόμα ευρύτερο πλαίσιο: «Πρόκειται για άλλη μία ρητορική σύγκρουση που θα ξεθωριάσει όπως πριν, ή μια πραγματική εχθρική μετατόπιση που οδηγούν βαθιές περιφερειακές διαμάχες και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός ισχύος στην περιοχή του Λεβάντε;» (σ.σ. η περιοχή στα ανατολικά της Ανατολικής Μεσογείου).

Οι τόνοι ανάμεσα στις δύο πλευρές υψώθηκαν κι άλλο το τελευταίο διάστημα. Επιβεβαιώθηκε ότι πέρα από την επόμενη μέρα στο Παλαιστινιακό, οι μεταπολεμικές εξελίξεις και η «ανοικοδόμηση» της Συρίας επίσης αποτελούν σοβαρό ζήτημα για τη γεωπολιτική αναβάθμιση των μονοπωλίων που κάθε πλευρά εκπροσωπεί.

Όπως στο Παλαιστινιακό η Άγκυρα δηλώνει εδώ και χρόνια …«υπερασπιστής» των μουσουλμάνων για να προωθήσει συμφέροντα που η κατοχική δράση του Ισραήλ αμφισβητεί, αντίστοιχα το Τελ Αβίβ λανσάρεται ως «υπερασπιστής» μειονοτήτων (π.χ. Δρούζων, Αλαουιτών), για να παζαρέψει με τη Δαμασκό τον δικό του πρωταγωνιστικό ρόλο στην επαναδιαπραγμάτευση συνόρων στην περιοχή.

Ο νέος πόλεμος στον Περσικό Κόλπο πρόσθεσε κι άλλη «καύσιμη ύλη» στις κόντρες για την κυριαρχία στους φυσικούς πόρους και τους εμπορικούς διαύλους της περιοχής: «Από την άποψη της Άγκυρας, οι ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στο Ιράκ και το Ιράν, καθώς και οι εταιρικές σχέσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, έχουν άμεσες συνέπειες για την τουρκική ασφάλεια και τα οικονομικά συμφέροντα. Το Ισραήλ, στο μεταξύ, αντιλαμβάνεται την επέκταση της περιφερειακής επιρροής και τις στρατιωτικές εταιρικές σχέσεις της Τουρκίας ως αναδυόμενη στρατηγική απειλή», παρατηρούσε το Κέντρο.

Δεν είναι άλλωστε άγνωστες οι ενστάσεις της Άγκυρας στις ενεργειακές συνεργασίες που το Ισραήλ σταθερά διευρύνει τα τελευταία χρόνια με την Ελλάδα και την Κύπρο, όπως γνωστή είναι και η δυσαρέσκεια που εξέφρασε από την πρώτη στιγμή (φθινόπωρο του 2023) που ανακοινώθηκαν τα σχέδια για τον Indian Middle East Corridor (IMEC), από τον οποίο η ίδια εξαιρούταν, όχι όμως το Τελ Αβίβ και άλλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.

«Παρακολουθήστε τη Λευκωσία, όχι τη Δαμασκό»

Ταυτόχρονα, η ισραηλινή πλευρά θεωρεί ότι σχέδια όπως ο «Δρόμος Ανάπτυξης» («Development Road Project» – DRP, στον οποίο πρωταγωνιστούν Τουρκία και Ιράκ για τη χερσαία σύνδεση Περσικού – Ευρώπης) απειλούν να μειώσουν τον δικό της αναβαθμισμένο ρόλο στη σύνδεση Ανατολής και Δύσης, στον οποίο επένδυσε και με την αξιοποίηση των μεγάλων κοιτασμάτων αερίου «Ταμάρ» και «Λεβιάθαν».

Σημειωτέον ότι προ ημερών το «Modern Diplomacy» συνιστούσε την Κύπρο και όχι τη Συρία, ως το μέρος όπου πρέπει να εστιάσουν όσοι μελετούν την αναμέτρηση Τουρκίας – Ισραήλ. «Παρακολουθήστε την Κύπρο, όχι τη Δαμασκό για το επόμενο “σημάδι”», ανέφερε, περιγράφοντας ως «κρίσιμο στοιχείο» που πρέπει να παρακολουθείται το «κατά πόσο οι προγραμματισμένες στρατιωτικές δραστηριότητες Κύπρου – Ελλάδας – Ισραήλ και οι ενισχυμένες τουρκικές αναπτύξεις στα κατεχόμενα (κυπριακά εδάφη) αρχίσουν να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα στον ίδιο ή σε γειτονικό επιχειρησιακό χώρο». Κατέληγε, δε, ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον η Κύπρος θα μπορούσε να μετατραπεί από παρατηρητή της αντιπαράθεσης Τουρκίας – Ισραήλ σε ένα από τα σημεία όπου οι δύο πλευρές κινδυνεύουν να βρεθούν στρατιωτικά αντιμέτωπες.

Σοβαρό πεδίο στο οποίο εδραιώνονται οι αντιθέσεις Τουρκίας – Ισραήλ είναι όμως και η κατάσταση στο Κέρας της Αφρικής, την ανατολική «μύτη» της κεντρικής Αφρικής, που η Ερυθρά και η Αραβική Θάλασσα «ενώνουν» με την Αραβική Χερσόνησο. Μια περιοχή που, μετά τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, αναδεικνύει τον Κόλπο του Αντεν ως το μοναδικό θαλάσσιο πέρασμα που (ίσως) συνδέει πλέον Ασία και Ευρώπη μέσω Μεσογείου.

Ισραηλινή «σφήνα» μέσω Σομαλιλάνδης

Η Τουρκία, που εδώ και χρόνια επιταχύνει τη διείσδυσή της σε ολόκληρη την Αφρική, έχει ιεραρχήσει τη συνεργασία της με τη Σομαλία (την οποία «βρέχει» ο Κόλπος του Αντεν): Εκεί δημιούργησε ακόμα και στρατιωτική βάση, κυριάρχησε στην ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών (στις οποίες προσβλέπουν πολλά μονοπώλια για το άνοιγμά τους στη «μαύρη ήπειρο»), μέχρι και «διαστημικού κέντρου» και πεδίου εκτόξευσης πυραύλων, «έκλεισε» μια σειρά συμβόλαια για επενδύσεις και στην Ενέργεια: Μάλιστα η περιοχή είναι η πρώτη όπου στάλθηκε τουρκικό πλωτό γεωτρύπανο, για να επιχειρήσει εκτός τουρκικών χωρικών υδάτων.

Σε αυτά τα σχέδια «σφήνα» αποτελεί η παρέμβαση του Ισραήλ, που τον περασμένο Δεκέμβρη έγινε η πρώτη χώρα διεθνώς που αναγνώρισε τη Σομαλιλάνδη (τμήμα της ανατολικής Σομαλίας που αποσχίστηκε μονομερώς 30 χρόνια πριν). Φαίνεται μάλιστα πως το Τελ Αβίβ έστρωνε τον δρόμο για στρατιωτική βάση στην περιοχή ένα ολόκληρο εξάμηνο πριν ακόμα το αναγνωρίσει ως «κράτος»…

Τον χειμώνα, αφού το Ισραήλ αναγνώρισε τη Σομαλιλάνδη και ενώ στη σομαλική πρωτεύουσα Μογκαντίσου γίνονταν μαζικές πορείες εναντίον του, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρ. Τ. Ερντογάν, υποδεχόμενος τον Σομαλό ομόλογό του στην Κωνσταντινούπολη, εξαπέλυε μύδρους κατά της κυβέρνησης Νετανιάχου, με το επιχείρημα ότι αφού σκότωσε δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους (σ.σ. που όπως και οι Σομαλοί στην πλειοψηφία τους είναι μουσουλμάνοι), «επιχειρεί τώρα να αποσταθεροποιήσει το Κέρας της Αφρικής».

Σημειωτέον, η Αγκυρα έστειλε στη Σομαλία και F-16, διακηρύσσοντας την ετοιμότητά της να συμβάλλει στη σταθερότητα της περιοχής. Τότε, πρωτοκλασάτα στελέχη της ισραηλινής ηγεσίας αρθρογραφούσαν ότι τα μαχητικά αυτά «συμβόλιζαν για δεκαετίες τον δυτικό έλεγχο και την αμερικανική τεχνολογία υπό συμμαχική πειθαρχία», κάτι που «αυτήν τη βδομάδα κατέρρευσε σε έναν αεροδιάδρομο στο Μογκαντίσου», όταν «πέταξαν αμερικανικής κατασκευής αεροσκάφη F-16 υπό την ετικέτα της αντιτρομοκρατίας», διαπιστώνοντας ακόμα ότι η ισραηλινή αναγνώριση της Σομαλιλάνδης «διατάραξε μια ισορροπία που η Τουρκία έχτιζε επί μία δεκαετίαστο Κέρας της Αφρικής»…

…και τουρκικό μπάσιμο με τη «Συμφωνία της Μέκκας»

Σε όλα τα παραπάνω, στις 7 Αυγούστου 2026 προστέθηκε ένα νέο δεδομένο, αφού Τουρκία, Πακιστάν και Σαουδική Αραβία συγκρότησαν τη «Συμφωνία της Μέκκας».

Προβληματισμούς προκάλεσε φυσικά η ίδια η απόφαση των συγκεκριμένων χωρών να συνεργαστούν για την άμυνά τους: Της Τουρκίας, δηλαδή της δεύτερης μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης του ΝΑΤΟ και της Μέσης Ανατολής, του Πακιστάν, δηλαδή του μοναδικού μουσουλμανικού κράτους που σήμερα διαθέτει πυρηνικά όπλα και της Σαουδικής Αραβίας, του μεγαλύτερου εξαγωγέα πετρελαίου διεθνώς.

Εξίσου ανησυχητική όμως γίνεται για πολλούς και η οικονομική διάσταση που ήδη γράφεται ότι μπορεί να αποκτήσει η «Συμφωνία της Μέκκας», πόσο μάλλον με δεδομένα τα σχέδια για την επέκτασή της και σε άλλες μουσουλμανικές χώρες όπως η Αίγυπτος, αλλά και το Μπαγκλαντές.

Ελάχιστες μέρες μετά την υπογραφή της «Συμφωνίας», η τουρκική εφημερίδα «Σαμπάχ» φιλοξενούσε αναλύσεις με βάση τις οποίες αυτή «θα έχει πολύ σημαντικά οικονομικά οφέλη για το μέλλον (…) ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία είναι ισχυρές χώρες στην περιοχή και έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα». Παρατηρώντας ανάμεσα σε άλλα ότι «δεδομένης της τρέχουσας συμφόρησης στα Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο, άλλες χώρες του Κόλπου ενδέχεται να προσχωρήσουν σε αυτήν την τριμερή συμφωνία στο μέλλον», ώστε να διοχετευτούν στις διεθνείς αγορές πετρελαϊκά και φυσικά άλλα προϊόντα, οι αναλύσεις εντόπιζαν διεργασίες γύρω από την εμφάνιση νέων διακρατικών σχημάτων που ίσως «αγκαλιάσουν» όλο τον Περσικό Κόλπο, εκτιμώντας ότι αυτό θα προσφέρει ευρύ πεδίο δράσης (και) στις γοργά αναπτυσσόμενες τουρκικές εταιρείες της πολεμικής βιομηχανίας.

Αξίζει ακόμα να καταγραφούν και εκτιμήσεις που εξετάζουν τη δημιουργία της «Συμφωνίας της Μέκκας» ως «πρώτη σε μια σειρά ανακατατάξεων ασφαλείας, καθώς ο πόλεμος ΗΠΑ/Ισραήλ – Ιράν αναδιαμορφώνει το στρατηγικό τοπίο της περιοχής», όπως στις 14 Αυγούστου συμπέραινε το International Institute for Strategic Studies (IISS – Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών).

Αν και βιαστικά διαπιστώνεται ότι «η Συμφωνία της Μέκκας είναι άλλο ένα καρφί στο φέρετρο της προσπάθειας της Ουάσιγκτον να οικοδομήσει μια αρχιτεκτονική περιφερειακής ασφάλειας που θα επικεντρώνεται στην ενσωμάτωση του Ισραήλ στην περιοχή», το Ινστιτούτο εντοπίζει την αυξανόμενη κινητικότητα των περιφερειακών δυνάμεων «να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια». Παρατηρεί δε ότι η κατάσταση, όπως διαμορφώνεται μετά και από τον πόλεμο στο Ιράν, παρέχει «στους περιφερειακούς παράγοντες επιλογές πέρα από αυτές που προσφέρουν τα “αμερικανοκεντρικά” πλαίσια (συνεργασίας)…».

«Μεγαλύτερος χώρος για την Κίνα;»

Βεβαίως, τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μελετά προσεκτικά και η Κίνα.

Στις 11 Αυγούστου 2026, το κινεζικό Ινστιτούτο Ερευνών Group Belt and Road (που δανείστηκε το όνομά του από το κινεζικό σχέδιο για τους νέους «Δρόμους του Μεταξιού» One Belt – One Road), περιέγραφε τη «Συμφωνία της Μέκκας» ως «Στρατηγικό Αξονα στην Ασφάλεια της Μέσης Ανατολής».

Υποστηρίζοντας ότι η «Συμφωνία» παρέχει «μεγαλύτερο χώρο στην Κίνα ως εναλλακτικό εταίρο στην Ενέργεια, τις υποδομές BRI (σ.σ. για τους «Δρόμους του Μεταξιού»), τη διπλωματία και ενδεχομένως τη συμπαραγωγή όπλων, (παρέχει) στρατηγικό βάθος και τα οικονομικά του Πακιστάν που μπορούν να διοχετεύουν την κινεζική τεχνολογία και επιρροή στον Κόλπο. Βελτιωμένη προστασία των ενεργειακών διαδρομών και των κινεζικών επενδύσεων εν μέσω διαφοροποιημένης περιφερειακής αποτροπής. Μείωση της πίεσης στο Πεκίνο, επιτρέποντας στις “μεσαίες δυνάμεις” να απορροφήσουν ορισμένα βάρη για την ασφάλεια. Ευθυγράμμιση με την πολυπολική αφήγηση της Κίνας μέσω πραγματιστικών ρυθμίσεων (…)

Συνολικά, το Πεκίνο βλέπει τη συμφωνία ως μια διαχειρίσιμη περιφερειακή απάντηση στις εντάσεις και τις πολυπολικές τάσεις ΗΠΑ – Ιράν και όχι ως μια αντι-κινεζική εξέλιξη. Η Κίνα αναμένεται να παρακολουθήσει στενά την εφαρμογή (σ.σ. της «Συμφωνίας της Μέκκας»), να εμβαθύνει τους οικονομικούς και διπλωματικούς δεσμούς με τα τρία μέρη (…) Το ισοζύγιο θα μπορούσε να κλίνει αρνητικά, μόνο εάν η συμφωνία εξελιχθεί σε ένα μπλοκ που αποκλείει άλλους ή παραγκωνίσει τα κινεζικά συστήματα μέσω της βαθύτερης δυτικής τεχνολογικής ολοκλήρωσης…».

Αλλωστε, εδώ και χρόνια το Πεκίνο διευρύνει στοχευμένα τις συνεργασίες του με τις δυνάμεις της περιοχής, γνωρίζοντας ότι πλειοψηφούν εκεί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον. Βεβαίως, η κόντρα για την πρωτοκαθεδρία στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα επιδρά πολύμορφα σε μια σειρά συμμαχίες αλλά και αντιπαλότητες…

Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη» – 28/8/2026

Ετικέτες: ,

Δείτε ακόμα...