Περίπου 5.400.000 στρέμματα κάηκαν στην ΕΕ από τα μέσα Ιουνίου, σε 1.000 και πλέον πυρκαγιές, σύμφωνα με δορυφορικά δεδομένα του ευρωπαϊκού συστήματος Effis.
Περισσότερο από το 80% των περίπου 6.470.000 στρεμμάτων που κάηκαν στην ΕΕ από την αρχή της χρονιάς καταστράφηκαν από πυρκαγιές που ξέσπασαν από τις 18 Ιουνίου έως τις 2 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα ενημέρωσης για τις δασικές πυρκαγιές (Effis). Μια έκταση που είναι περίπου εννέα φορές το μέγεθος της ισπανικής πρωτεύουσας, της Μαδρίτης, ή 5.400 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Το σύνολο των εκτάσεων που κάηκαν αυτή τη θερινή περίοδο είναι γενικά μεγαλύτερο από τον μέσο όρο των 20 προηγούμενων ετών. Παραμένει ωστόσο κάτω από το ρεκόρ του 2025, όταν οι πυρκαγιές έκαψαν περισσότερα από 8.000.000 στρέμματα, και αυτό του καλοκαιριού του 2007 με μερικές εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα επιπλέον, σύμφωνα με ανάλυση από το Γαλλικό Πρακτορείο των δεδομένων του Effis, που φθάνει έως το 2006.
Οι πυρκαγιές, που ξέσπασαν κατά την περίοδο 16 με 22 Ιουλίου, κατέστρεψαν περίπου 1.900.000 στρέμματα δάσους, δηλαδή έκταση ρεκόρ τουλάχιστον από το 2006 για αυτή την εβδομάδα στα μέσα Ιουλίου, σύμφωνα με εναρμονισμένα εβδομαδιαία στοιχεία του Effis. Αυτό αντιπροσωπεύει επίσης περίπου το 30% των συνολικών καμένων εκτάσεων από τις αρχές της χρονιάς.
Κατά την ίδια περίοδο, εκδηλώθηκαν διαδοχικά τρεις πυρκαγιές, δύο στην Ισπανία και μία στη Γαλλία.
Στην ισπανική επαρχία Άβιλα, κοντά στη Μαδρίτη, η πυρκαγιά στις 22 Ιουλίου έκαψε περισσότερα από 420.000 στρέμματα. Την ίδια ημέρα, πυρκαγιά κοντά στο Μπορντό στη Ζιρόντ κατέστρεψε 370.000 στρέμματα δάσους. Τον Αύγουστο, και πάλι στην Ισπανία, στην επαρχία Χουέλβα, 440.000 στρέμματα κάηκαν.
Συνολικά, τέσσερις από τις δεκαπέντε μεγαλύτερες πυρκαγιές των δέκα τελευταίων ετών σημειώθηκαν φέτος το καλοκαίρι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Effis.
Η Ελλάδα, η Πορτογαλία, ή ακόμα και η Ιταλία, επλήγησαν επίσης, από πυρκαγιές όπως συμβαίνει κάθε καλοκαίρι στη νότια Ευρώπη.
Πυρκαγιές ξέσπασαν επίσης στον βορρά, όπως μια φωτιά ιστορικής έκτασης που κατέστρεψε δεκάδες εκατομμύρια στρέμματα στο ανατολικό Βέλγιο, καταρρίπτοντας το ρεκόρ της χώρας για καμένη έκταση σε μια ολόκληρη χρονιά από το 2006.

Δικαιολογία η “κλιματική αλλαγή” και στο βάθος η πολιτική κόστους – οφέλους
Οι επίσημες τοποθετήσεις των αστικών κυβερνήσεων για τα αίτια των πυρκαγιών είναι η ακραία ξηρασία και η ακραία ζέστη, που “εντείνονται από την κλιματική αλλαγή”, ωστόσο η πραγματικότητα είναι διαφορετική:
Η λογική του «κόστους – οφέλους» που κυριαρχεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και υιοθετείται από τις κυβερνήσεις όλων των «αποχρώσεων» αποδεικνύεται καταστροφική και στην περίπτωση της διαχείρισης των πυρκαγιών.
Κάθε χρόνο όλο και μεγαλύτερες και πιο καταστροφικές πυρκαγιές πλήττουν τα πιο αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη, αποκαλύπτοντας πως το «φαινόμενο» δεν αφορά μεμονωμένα την «κακή διαχείριση» μιας κυβέρνησης, αλλά όλες τις κυβερνήσεις, από τις ακροδεξιές μέχρι τις σοσιαλδημοκρατικές.
Μάλιστα, με αφορμή τις τεράστιες πυρκαγιές φέτος στην Ευρώπη, έχουν ξεφυτρώσει πολλές αναλύσεις για το «οικονομικό κόστος» των πυρκαγιών και τις επιπτώσεις στο ΑΕΠ, δηλαδή στο ποσοστό και τον ρυθμό ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας – πάντα σε σύγκριση και με ανταγωνιστικές καπιταλιστικές οικονομίες.
Η απάντηση που δίνουν αυτές οι αναλύσεις κυβερνήσεων, οργανώσεων, επιστημονικών ιδρυμάτων είναι η εξής: Οσο το κόστος της κατάσβεσης των πυρκαγιών και της αποκατάστασης των πληγεισών περιοχών δεν υπερβαίνει αυτό της πρόληψης και δεν μειώνει το ΑΕΠ σε βαθμό «μη διαχειρίσιμο», τότε δεν θα «σπαταλώνται» λεφτά του κράτους για ουσιαστικά μέτρα πρόληψης, προσλήψεις, υποδομές, υπηρεσίες, κ.λπ.
Εξάλλου στον καπιταλισμό η οικονομία δεν σχεδιάζεται μακροπρόθεσμα με βάση τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά επικρατεί ο νόμος του άμεσου, ευκαιριακού μέγιστου κέρδους για τους επιχειρηματίες. Σε αυτό το πλαίσιο μια πυρκαγιά δημιουργεί ακόμη και …ευκαιρίες ανάπτυξης.
Θέλοντας και μη, αυτά τα στοιχεία «κόστους – οφέλους» φέρνουν στην επιφάνεια την καρδιά του προβλήματος δηλαδή το τι θεωρείται «ανάπτυξη» στον καπιταλισμό: Κινητήριος δύναμη της οικονομίας δεν είναι η προστασία των ανθρώπων και του περιβάλλοντος, αλλά το επιχειρηματικό κέρδος. Αυτός ο νόμος εφαρμόζεται και στην προστασία του περιβάλλοντος από την κλιματική αλλαγή, στην πρόληψη, την αξιοποίηση της τεχνολογίας και της επιστήμης. Θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ολόκληροι τομείς με μόνιμο επιστημονικό και άλλο προσωπικό, όμως από την «εξίσωση» θα απουσίαζε το καπιταλιστικό κέρδος…



