Το νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού «Κύρωση του Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας, αφενός και του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αφετέρου», συζήτησε και υπερψήφισε η ολομέλεια της Βουλής. Το σχέδιο νόμου προβλέπει χρηματοδότηση, με ένα εκατομμύριο ευρώ κατ’ έτος για δέκα χρόνια, της συντήρησης του μνημειακού και αρχειακού πλούτου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Το ΚΚΕ τοποθετήθηκε με «παρών», με τη βουλευτή του Αφροδίτη Κτενά να σκιαγραφεί στην ομιλία της τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα μέσα στην οποία η συμφωνία θα πρέπει να εφαρμοστεί, κόντρα στην προσπάθεια της κυβέρνησης να «σερβίρει» το ν/σ σαν καθαρά πολιτιστικού περιεχομένου.
Οπως σημείωσε, η συζήτησή του δεν μπορεί να αποκοπεί «από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή, στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και φυσικά, τις σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ», ένα κράτος που το ΠΑΣΟΚ, η τωρινή κυβέρνηση της ΝΔ, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ «έχουν αναγορεύσει σε στρατηγικό σύμμαχο και στηρίζουν αυτήν τη συμμαχία με κάθε τρόπο. Μιλάμε για το κράτος που απειλεί τους πολιτιστικούς θησαυρούς που θέλετε να προστατεύσετε σύμφωνα με το παρόν νομοσχέδιο».
Κατήγγειλε ότι και η παρούσα κυβέρνηση όπως και οι προηγούμενες αρνούνται να αναγνωρίσουν παλαιστινιακό κράτος στα όρια του 1967 με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ, τα κατεχόμενα εδάφη της περιοχής, όταν σε αυτήν ακριβώς την περιοχή βρίσκεται και το μεγαλύτερο μέρος της εκκλησιαστικής ακίνητης περιουσίας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων που υπογράφει αυτό το Μνημόνιο. Ακριβώς εκεί δηλαδή όπου σημειώνονται καταπατήσεις με τη στήριξη του ισραηλινού στρατού και αρπαγή εδαφών από ισραηλινούς εποίκους, εκεί όπου πωλούνται παλαιστινιακά εδάφη σε ισραηλινά συμφέροντα.
«Με αυτό το κράτος-δολοφόνο αναπτύσσει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συμφωνίες η Κυβέρνηση της ΝΔ, βαθαίνοντας τη στρατηγική σχέση που ξεκίνησε επί ΠΑΣΟΚ και συνεχίστηκε επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως πιο πρόσφατα η αποκαλούμενη ”Ασπίδα του Αχιλλέα”, καθώς και άλλα προγράμματα δισεκατομμυρίων ευρώ που θα ελέγχονται από τον ισραηλινό στρατό, όπως ξεκάθαρα αποκαλύφθηκε από τις πρόσφατες δηλώσεις αξιωματούχου, ο οποίος παραδέχτηκε ότι, όχι, ο πηγαίος κώδικας που ελέγχει τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου δεν περιλαμβάνεται στην άδεια χρήσης της Συμφωνίας, άσχετα με τις δηλώσεις που ακολούθησαν μετά προσπαθώντας να μετριάσουν τις εντυπώσεις», πρόσθεσε.
Επί του περιεχομένου του μνημείου η Αφροδίτη Κτενά έθεσε ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα όπως ποια είναι η νομική βάση του νομοσχεδίου καθώς δεν πρόκειται για διεθνή σύμβαση ενώ η κυβέρνηση επικαλείται την παράγραφο 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το κράτος εντός επικρατείας. «Ισχύει και για τα εκτός επικρατείας; Δεν ανοίγει επικίνδυνους δρόμους μια τέτοια προσέγγιση; Γιατί επελέγη αυτή η λύση έναντι άλλων; Για παράδειγμα, ήταν άλλο το σχήμα με το οποίο δόθηκαν χρήματα και στηρίχθηκαν οι εργασίες αναστήλωσης του Παναγίου Τάφου» επισήμανε.
Επιπλέον, αναρωτήθηκε αν υπάρχει καταγραφή των μνημείων και τι θα συμβεί σε περίπτωση αμφισβήτησης δικαιωμάτων επί κάποιου μνημείου και τι δικαιώματα αποκτά το ελληνικό κράτος επί των μνημείων που θα συντηρηθούν στο πλαίσιο του Μνημονίου.
Τέλος, ρώτησε γιατί οι κανόνες χρηματοδότησης, εκτέλεσης, παρακολούθησης και παραλαβής των έργων δεν προσδιορίζονται και παραμένουν ασαφείς. «Είναι σύνηθες να είστε εξαιρετικά σαφείς ως προς το ποιες ακριβώς νομοθετικές διατάξεις προωθούν την αντιλαϊκή πολιτική σας, αλλά και εξαιρετικά δημιουργικά ασαφείς, παραπέμποντας γενικότερα σε νομοθεσία εθνική ή σε Οδηγίες της ΕΕ, αν είναι να προωθήσετε συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα ή γεωπολιτικές επιδιώξεις συγκεκριμένων ομίλων» επισήμανε, προσθέτοντας πως «δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση είναι την επομένη της τριμερούς στην Αίγυπτο, που ακολουθήθηκε από διμερή συνάντηση με τον Αιγύπτιο Πρωθυπουργό, όπου μεταξύ άλλων συζητήθηκε και το θέμα της Μονής Σινά. Ποια είναι, αλήθεια, τα αποτελέσματα του νόμου που ψηφίστηκε πέρυσι για την προστασία της Μονής Σινά;».
Εξηγώντας πως το ΚΚΕ δεν αμφισβητεί την πολιτιστική αξία των θησαυρών του Πατριαρχείου και την ανάγκη προστασίας τους, κατέληξε υπογραμμίζοντας πως «στην παρούσα συγκυρία, ο τρόπος με τον οποίο προσπαθείτε να το πετύχετε αυτό προκαλεί πολλά ερωτηματικά και το ποιοι θα ωφεληθούν από το 1 εκατομμύριο τον χρόνο, πραγματικά, είναι το μικρότερο. Δεν συζητάμε, λοιπόν, την ανάγκη προστασίας, διαφύλαξης, ανάδειξης, μελέτης αυτών των θησαυρών. Αυτό που αμφισβητούμε είναι αν ο τρόπος που έχετε επιλέξει είναι ο κατάλληλος και κατά πόσο ο στόχος συνδέεται με τις γενικότερες εξελίξεις στην περιοχή.
Με δεδομένη, λοιπόν, τη στάση της κυβέρνησης και των νατοϊκών κομμάτων απέναντι στο Ισραήλ, αμφισβητούμε ότι μπορείτε πραγματικά να προστατεύσετε τα μνημεία. Ισχυρίζεστε και είναι υποκριτικό ότι η επιθυμία σας είναι να τα προστατεύσετε ακριβώς από την ισραηλινή επιθετικότητα, τη στιγμή που με το κράτος του Ισραήλ είστε στρατηγικοί σύμμαχοι».



