«Η κατάσταση της γερμανικής βιομηχανίας είναι κρίσιμη» και «αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις είναι πλέον κρίσιμες», τόνιζαν για άλλη μια φορά οι επικεφαλής του Συνδέσμου Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) τον περασμένο Ιούνη, κατά την Ημέρα της Γερμανικής Βιομηχανίας, απευθυνόμενοι στον καγκελάριο και σε άλλα στελέχη της κυβέρνησης.
Ιδιαίτερα από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, αλλά και πιο πριν, από τα χρόνια της πανδημίας, το γερμανικό κεφάλαιο είναι αντιμέτωπο με έναν οικονομικό και γεωπολιτικό «σεισμό» που συντελείται σε όλη την Ευρώπη και στον κόσμο. Μέσα σε συνθήκες ύφεσης της οικονομίας, προσπαθεί να ανακάμψει και να διεκδικήσει ακόμα και με τα όπλα τη θέση του στον ανταγωνισμό μεταξύ των ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Η άνοδος του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), η ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό, η φθορά της συγκυβέρνησης Χριστιανικής Ενωσης (CDU/CSU) – Σοσιαλδημοκρατών (SPD) πριν καλά καλά προλάβει να αναλάβει την εξουσία, η δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και ισχυρών ομίλων, είναι όλα συμπτώματα αυτών των «τεκτονικών» αλλαγών στην καπιταλιστική οικονομία της Γερμανίας, όπως και της Ευρώπης.
Η εκλογή του Φρίντριχ Μερτς στη θέση του καγκελάριου είχε παρουσιαστεί ως «η τελευταία ευκαιρία» για τα «παραδοσιακά» κόμματα να επιλύσουν τα προβλήματα της γερμανικής καπιταλιστικής οικονομίας και να ανακόψουν την AfD.
Αυτή είναι η «αλλαγή εποχής» (Zeitwende) που ανακήρυξε το 2022 ο τότε καγκελάριος, ο σοσιαλδημοκράτης Ολαφ Σολτς: Η Γερμανία προετοιμάζεται να γίνει από οικονομική στρατιωτική «ατμομηχανή της Ευρώπης», διεκδικώντας οικονομική και γεωπολιτική κυριαρχία. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιθέσεις μέσα στο γερμανικό κεφάλαιο οξύνονται, επιφέροντας «αλλαγή εποχής» και στο πολιτικό σκηνικό.
Ξανά ο «μεγάλος ασθενής»;
Το 1999 το περιοδικό «The Economist» είχε χαρακτηρίσει τη Γερμανία τον «μεγάλο ασθενή της ζώνης του ευρώ». Σήμερα η Γερμανία μοιάζει να είναι ο «μεγάλος ασθενής όλης της ΕΕ», λόγω της οικονομικής στασιμότητας, αναφέρουν συχνά δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο.
Τότε μια σκληρή αντιλαϊκή πολιτική που μείωσε κατακόρυφα την τιμή της εργατικής δύναμης με νόμους της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, οι «ευκαιρίες» που ανοίχτηκαν για το γερμανικό κεφάλαιο στην ανατολική Γερμανία, η εξαγωγική οικονομία κυρίως στην ανερχόμενη αγορά της Κίνας, η φτηνή Ενέργεια από τη Ρωσία κ.ά. συνέβαλαν στο να γίνει η Γερμανία η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία της ΕΕ.
Οι τρεις πυλώνες που στήριξαν τη γερμανική καπιταλιστική οικονομία από το 2000 και μετά έχουν καταρρεύσει: Η προμήθεια ρωσικού φυσικού αερίου σε χαμηλές τιμές διακόπηκε λόγω της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης με τη Ρωσία στην Ουκρανία. Η βεβαιότητα της αμερικανικής «ομπρέλας ασφάλειας» εξαφανίστηκε, λόγω αντιθέσεων με τις ΗΠΑ. Οι εμπορικές ροές με την Κίνα, την κύρια αγορά εξαγωγών και επενδύσεων της γερμανικής βιομηχανίας και τη χώρα στην οποία είχαν μεταφερθεί ολόκληρα τμήματα παραγωγής για να επωφεληθούν από το χαμηλότερο κόστος, έχουν αντιστραφεί. Τα τελευταία χρόνια η Γερμανία έχει εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, δηλαδή εισάγει περισσότερα εμπορεύματα απ’ όσα εξάγει εκεί.
Για όλα αυτά διεξάγεται διαπάλη – καθώς τα συμφέροντα δεν είναι ενιαία – σχετικά με το πώς πρέπει να κινηθεί το Βερολίνο.
Μέσα στο καλοκαίρι είχε δημοσιευτεί για λογαριασμό της πανευρωπαϊκής δεξαμενής σκέψης «European Council on Foreign Relations» (ECFR) μια ανάλυση σύμφωνα με την οποία «η δύναμη της AfD είναι ένα σύμπτωμα, όχι η αιτία», καθώς η παραδοσιακή γερμανική πολιτική τάξη «παραμένει ανίκανη να αναλάβει τολμηρές κινήσεις, με αποτέλεσμα αυτό να επηρεάζει την τύχη όχι μόνο του Βερολίνου αλλά και της ΕΕ συνολικά».
«Τα τελευταία χρόνια οι Γερμανοί ηγέτες έχουν κάνει περισσότερες ανακοινώσεις για μεταρρυθμίσεις παρά πραγματικές μεταρρυθμίσεις», προστίθεται.
Μια «νέα αρχή»…
Το 2026 πρέπει να είναι μια χρονιά «νέας αρχής». «Χρειαζόμαστε ταχύτερες αδειοδοτήσεις, λιγότερη γραφειοκρατία, καλύτερες επενδυτικές συνθήκες, οικονομικά προσιτή Ενέργεια και μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή ενιαία αγορά», υπογράμμισε ο BDI στην Ημέρα της Γερμανικής Βιομηχανίας, προειδοποιώντας ότι «δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι προϋποθέσεις για ανάπτυξη».
Οι γερμανικές βιομηχανίες «από το 2019 βιώνουμε μια αναστάτωση στη βιομηχανική δυναμική. Μερικοί από τους λόγους βρίσκονται εκτός Γερμανίας: Γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικός πόλεμος, ασθενής ζήτηση και σκληρότερος ανταγωνισμός, ιδίως από την Κίνα. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι συχνά είμαστε ακριβότεροι χωρίς να είμαστε καλύτεροι. Οι υψηλές τιμές της Ενέργειας, οι υψηλοί φόροι, το υψηλό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος και η αχαλίνωτη γραφειοκρατία ασκούν πίεση στην επενδυτική τοποθεσία της Γερμανίας».
Οι συνθήκες για την κερδοφορία της γερμανικής βιομηχανίας έχουν επιδεινωθεί σημαντικά ξανά τους τελευταίους μήνες, κυρίως λόγω του πολέμου στο Ιράν. Μάλιστα «οι συνέπειές του στις τιμές της Ενέργειας και στις αλυσίδες εφοδιασμού θα συνεχίσουν να γίνονται αισθητές». Ο BDI δεν αναμένει πλέον ούτε τη μικρή ανάκαμψη του 1% φέτος, αλλά μάλλον συνέχιση της στασιμότητας.
Πέρα από τις τιμές της Ενέργειας, που έχουν αυξηθεί σημαντικά, υπάρχουν καθυστερήσεις στην παράδοση σημαντικών πρώτων υλών, λόγω της κατάστασης στα Στενά του Ορμούζ.
«Ο στρατηγικός σχεδιασμός γίνεται όλο και πιο δύσκολος. Αντίθετα, οι εταιρείες λειτουργούν σε βραχυπρόθεσμη βάση», δήλωσε πριν μερικές βδομάδες ο διευθύνων σύμβουλος της Γερμανικής Ενωσης Χημικής Βιομηχανίας (VCI).
Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως παρότι η AfD έχει – ή εμφανίζεται να έχει – κάποια «ευθυγράμμιση» με το «κίνημα» MAGA του Ντ. Τραμπ, η ηγεσία της κρατά αποστάσεις κατά το δοκούν, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις πολύπλευρες οικονομικές επιπτώσεις που έχουν για το γερμανικό κεφάλαιο ο πόλεμος των ΗΠΑ – Ισραήλ ενάντια στο Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ.
Μετά τις επιθέσεις στο Ιράν, ο συμπρόεδρος της AfD Τίνο Χρουπάλα κατηγόρησε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ ότι ενδεχομένως να πυροδότησε έναν «Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο», ενώ η έτερη συμπρόεδρος, Αλις Βάιντελ, χαρακτήρισε την αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επέμβαση «άνευ νοήματος και απερίσκεπτη».
Τα μέτρα και τα αδιέξοδα στην οικονομία
Τα δύο «Ειδικά Ταμεία για την Αμυνα και τις Υποδομές», από 500 δισ. ευρώ το καθένα, που ανακοίνωσε η προηγούμενη γερμανική συγκυβέρνηση το 2024, δεν φαίνεται να έχουν φέρει θεαματικά αποτελέσματα στην ενίσχυση των επενδύσεων, με εξαίρεση την πολεμική βιομηχανία.
Τα πράγματα υποτίθεται ότι θα άρχιζαν να βελτιώνονται ξανά το 2026 για τη γερμανική καπιταλιστική οικονομία, ωστόσο η προσδοκώμενη «επενδυτική ώθηση» δεν έχει φανεί, ανατροφοδοτώντας αδιέξοδα και την ενδοαστική διαπάλη.
«Η πίεση στη βιομηχανία συνεχίζεται – και αυξάνεται», σημείωσε πρόσφατα ο πρόεδρος των Γερμανών βιομηχάνων, αναφερόμενος όχι μόνο στις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν: «Η αιτία βρίσκεται σε εμάς. Υπάρχουν σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, πάνω απ’ όλα το υψηλό κόστος στην τοποθεσία της Γερμανίας. Οι υψηλοί φόροι και τα γραφειοκρατικά εμπόδια επίσης επιβαρύνουν».
Οι γερμανικές επιχειρήσεις χρειάζονται πλέον μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο δαπάνες, τονίζουν όλες οι επιχειρηματικές ενώσεις της χώρας, υπογραμμίζοντας ξανά και ξανά την αργή αδειοδότηση, το υψηλό ενεργειακό κόστος, την έλλειψη εργατικού δυναμικού, τις γερασμένες υποδομές. Μόνο που όλα αυτά αποκτούν πλέον πιο εμφανείς γεωπολιτικές διαστάσεις, με δεδομένες τις δαπάνες που απαιτεί η πολεμική προετοιμασία αλλά και την επίδραση που έχει στο κόστος της Ενέργειας η σύγκρουση με τη Ρωσία.
Το εγκαταλελειμμένο σχέδιο της «Intel» για μονάδα ημιαγωγών στη Σαξονία – Ανχαλτ έγινε σύμβολο της υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας της Γερμανίας σε σχέση με άλλες αγορές. Ο αμερικανικός κατασκευαστής τσιπ επρόκειτο να επενδύσει 30 δισ. ευρώ σε ένα συγκρότημα παραγωγής, με περίπου 10 δισ. ευρώ ομοσπονδιακής επιδότησης και υπόσχεση για 3.000 άμεσες θέσεις εργασίας. Η «Intel» ακύρωσε το έργο τον Ιούλη του 2025.
Ο όμιλος της «Volkswagen» έγινε επίσης σύμβολο «αποκαθήλωσης» της γερμανικής βιομηχανίας. Υλοποιώντας τη μεγαλύτερη «αναδιάρθρωση» στην 89χρονη Ιστορία της, πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε το «Future Plan 2030», το οποίο προσθέτει άλλες 50.000 περικοπές θέσεων εργασίας στις 50.000 που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Τέσσερα γερμανικά εργοστάσια, στο Εμντεν, στο Τσβικάου, στο Ανόβερο και στο Νέκαρσουλμ, αναμένεται να κλείσουν.
Το εργοστάσιο στο Οσναμπρικ, στο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, θα πωληθεί στο ισραηλινό fund «Aurelius Capital» και από το 2027, σε συνεργασία με τη «Rafael Advanced Defense Systems», ισραηλινή εταιρεία εξειδικευμένη στον τομέα της «άμυνας», θα κατασκευάζει συστήματα και εξαρτήματα αεράμυνας στην Ευρώπη.
Το 2025 μπήκε λουκέτο σε τουλάχιστον 22.000 μικρές, μεσαίες και μεγάλες εταιρείες σε όλη τη Γερμανία και πάνω από 280.000 άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους σε όλους τους κλάδους που ηγούνται της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Γερμανία – αυτοκινητοβιομηχανίες, μηχανολογικές και χαλυβουργικές βιομηχανίες.
Η γερμανική βιομηχανία μεταναστεύει στην Ουγγαρία
Ομως ούτε το γερμανικό κεφάλαιο εμφανίζεται πρόθυμο να επενδύσει …στη «χώρα» του αν δεν έχει μέγιστη δυνατή κερδοφορία. Σε έρευνα της συμβουλευτικής εταιρείας «Χόρβατ» ανάμεσα σε 1.000 κορυφαία στελέχη επιχειρήσεων με έδρα σε γερμανικό έδαφος, το 60% δήλωσε ότι μέχρι το 2030 σκοπεύει να μεταφέρει μέρος της παραγωγής κάπου «φτηνότερα».
Στη Γερμανία τα εργοστάσια μετατρέπονται σε γραμμές παραγωγής όπλων και οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίας «μεταναστεύουν» σε πιο φτηνές και συμφέρουσες αγορές, κυνηγώντας σε όλες τις περιπτώσεις το μέγιστο κέρδος. Η μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής της «Mercedes Benz» βρίσκεται πλέον στο Κέτσκεμετ της Ουγγαρίας. Εκεί θα παράγεται στο μέλλον η καθαρά ηλεκτρική εκδοχή της C-Class, ενώ αναμένεται να ακολουθήσουν κι άλλα μοντέλα.
«Το κόστος παραγωγής εδώ θέτει πρότυπα για όλη την Ευρώπη!», δηλώνει ενθουσιασμένος ο διευθύνων σύμβουλος της «Mercedes», Ολα Κελένιους. Η εταιρεία εκτιμά ότι μπορεί να παράγει στην Ουγγαρία με 70% λιγότερα έξοδα απ’ ό,τι σε ένα γερμανικό εργοστάσιο. Κατά μέσο όρο το κόστος εργασίας – μισθολογικό και μη μισθολογικό – ανά ώρα στον μεταποιητικό τομέα στην Ουγγαρία έχει υπολογιστεί σε 15,60 ευρώ. Στη Γερμανία, αντίθετα, είναι 49,50 ευρώ. Το ουγγρικό κράτος προσφέρει επίσης εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για ξένες εταιρείες και στον τομέα της φορολόγησης.
Μονάδες παραγωγής έχουν μεταφέρει όλα τα γνωστά ονόματα του χώρου, όπως η ΒΜW και η «Audi», η εταιρεία κατασκευής ελαστικών «Continental» και η κορυφαία προμηθεύτρια με τσιμούχες KACO, η οποία κάθε τόσο μεταφέρει κάποια μηχανή παραγωγής της από το εργοστάσιο στο κρατίδιο της Βάδης – Βυρτεμβέργης σε ουγγρικό έδαφος.
Αναδημοσίευση από το Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 12-13/09



