Οι πρόεδροι των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, είχαν σήμερα στην Ουάσιγκτον την τρίτη συνάντησή τους σε διάστημα σχεδόν ενός χρόνου. Παρά το εγκάρδιο κλίμα, την ανταλλαγή φιλοφρονήσεων και τις παραινέσεις για «συνεννόηση και ειρήνη», η νέα αυτή συνάντηση των δύο ηγετών δεν μπόρεσε να κρύψει τη σφοδρή και πολύπλευρη αντιπαράθεση για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, η οποία κλιμακώνεται σε όλα τα πεδία. Η Κίνα, όπου έχουν κυριαρχήσει οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αμφισβητεί ανοιχτά τις ισχυρότερες μέχρι τώρα ΗΠΑ, ενώ δυναμώνει και η στρατιωτική της ισχύς σε βάσεις πλέον και σε άλλες χώρες.
Ο Τραμπ εμφάνισε μια εικόνα συνεργασίας, λέγοντας ότι «με τον πρόεδρο Σι αφήσαμε πίσω όσα χώριζαν ΗΠΑ και Κίνα και συνάπτουμε συμφωνίες για ειρήνη και ευημερία σε όλο τον κόσμο. Συζητούμε για πιεστικά ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια, την τεχνολογία και την υπερνοημοσύνη». Από την πλευρά του ο Σι στάθηκε στη «στρατηγική σχέση που έχουν θεσπίσει το τελευταίο διάστημα οι δύο χώρες, κάτι που δεν συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια», λέγοντας ότι «με τον Πρόεδρο Τραμπ έχουμε αναπτύξει μια σχέση εμπιστοσύνης».
Όμως όλα αυτά τα πεδία περιγράφουν ακριβώς το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται και κλιμακώνεται ο σφοδρός ανταγωνισμός, που δεν καταλαγιάζεται με «συμφωνίες κυρίων», καθώς είναι προϊόν της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της κυριαρχίας της εξουσίας του κεφαλαίου, που για τα κέρδη του δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, και όταν πια οι εύθραυστοι συμβιβασμοί σπάνε, οι διαφορές λύνονται με τα όπλα. Αυτό βλέπουμε να συμβαίνει τώρα στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, στα μέτωπα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όπου το ευρωατλαντικό στρατόπεδο συγκρούεται με το υπό διαμόρφωση ευρασιατικό με επικεφαλής την Κίνα και τη Ρωσία.
Προσωρινή «εμπορική εκεχειρία»
Ο Τραμπ χαρακτήρισε «άκρως επιτυχημένη» την εμπορική συμφωνία που υπέγραψαν κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Πεκίνο, ενώ από τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έγινε γνωστό ότι οι δύο κυβερνήσεις αποφάσισαν να δώσουν «παράταση στην οικονομική αποκλιμάκωση ανάμεσα στις δύο χώρες μας, που επρόκειτο να λάβει τέλος στις 10 Νοέμβρη (…) ώστε να έχουμε περισσότερο χρόνο για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε στο οικονομικό επίπεδο». Πρόκειται για τον σφοδρό εμπορικό πόλεμο με τους δασμούς που έχουν επιβάλει και οι δύο πλευρές.
Ο Σι συνέχισε τις προτροπές για συνεργασία: «Αντιμετωπίζοντας τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο, ΗΠΑ και Κίνα έχουν χρέος έναντι της ανάπτυξης και της προόδου της ανθρωπότητας». Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι «οι φιλοδοξίες της Κίνας και το MAGA (σ.σ. το σύνθημα του Τραμπ, “κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά”) μπορούν να προχωρήσουν χέρι – χέρι».
Επιπλέον ο Κινέζος ηγέτης κάλεσε τις ΗΠΑ και το Ιράν να επιλύσουν τις διαφορές τους «το συντομότερο δυνατόν» μέσω διαπραγματεύσεων, με στόχο τον τερματισμό του πολέμου και το άνοιγμα των στρατηγικής σημασίας Στενών του Ορμούζ. Προέτρεψε δε τον Τραμπ να επιδείξει «σύνεση» σε ό,τι αφορά την Ταϊβάν, υπογραμμίζοντας πως ευελπιστεί ότι «η Ουάσιγκτον θα παραμείνει αντίθετη στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν».
Από την πλευρά του ο Τραμπ δήλωσε ότι είχε μια «εξαιρετική συνάντηση» με τον ομόλογό του.
Βασικό πεδίο αντιπαράθεσης η Τεχνητή Νοημοσύνη
Το ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης αποτέλεσε σημαντικό θέμα στη συζήτηση των δύο ηγετών, με τον Σι να εκφράζει την ελπίδα «οι κινεζικές εταιρείες να λαμβάνουν δίκαιη αντιμετώπιση στις ΗΠΑ», ενώ υποσχέθηκε «ανοιχτή πόρτα» της Κίνας στις αμερικανικές εταιρείες, τονίζοντας ότι πρέπει «να διατηρήσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη υπό ανθρώπινο έλεγχο». Το ζήτημα των ρυθμιστικών πλαισίων σε αυτό το νέο παραγωγικό μέσο, που δίνει τεράστιες δυνατότητες στην παραγωγική διαδικασία (και το οποίο βέβαια ελέγχεται από μονοπωλιακούς ομίλους για τα δικά τους συμφέροντα), διχάζει επιστήμονες και ειδικούς του χώρου. Ο δε Τραμπ έχει ταχθεί κατά του όποιου ελέγχου, έχει ονομάσει την ΤΝ «υπερνοημοσύνη» και επιμένει να μην μπουν φραγμοί στην ανάπτυξή της, με δεδομένο ότι αυτό θα ευνοήσει την Κίνα, που κάνει γοργά βήματα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο δείπνο στον Λευκό Οίκο είχαν προσκληθεί και διευθυντικά στελέχη μεγάλων εταιρειών του κλάδου της Τεχνητής Νοημοσύνης.



