Μ. Μπεκρής από το Αμβούργο: Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο! Λιμάνια των λαών και όχι βάσεις των ιμπεριαλιστών!

Στα πλαίσια της εντατικής προετοιμασίας των λιμενεργατών και των συνδικάτων τους μπροστά στη Διεθνή Απεργία στις 30 Οκτώβρη, ο πρόεδρος της ΕΝΕΔΕΠ, Μάρκος Μπεκρής, βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα στο Αμβούργο.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, στις 21 Οκτώβρη πραγματοποιήθηκε μεγάλη σύσκεψη με λιμενεργάτες, συνδικαλιστές και εργαζόμενους στην πόλη του Αμβούργου στα γραφεία της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργαζομένων (DGB), η οποία έλαβε χώρα έπειτα από πρόσκληση του κλαδικού σωματείου των εργαζομένων στις αερομεταφορές και τη ναυτιλία του Ver.di στο Αμβούργο.

Ο Μ. Μπεκρής τόνισε την ιδιαίτερη σημασία της συνάντησης, η οποία βρίσκεται στα κοινά συμφέροντα των λιμενεργατών ανεξάρτητα από την χώρα που ζουν και εργάζονται, καθώς και στην δύναμη που έχουν αφού με την εργασία τους κρατούν σε λειτουργία έναν από τους πιο κρίσιμους κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς όπως είπε «χωρίς τη δική μας εργασία, τα πλοία δεν φορτώνουν, τα εμπορεύματα δεν μετακινούνται, οι εφοδιαστικές αλυσίδες σταματούν. Κι όμως, παρότι η εργασία μας είναι απαραίτητη για τη λειτουργία της οικονομίας, οι αποφάσεις για το μέλλον των λιμανιών, για τη χρήση των υποδομών λαμβάνονται κατά κανόνα χωρίς να έχουμε εμείς τον αποφασιστικό λόγο, από τις κυβερνήσεις και την αστική τάξη κάθε χώρας και των συμμάχων της».

Στη βάση αυτή έθεσε στη συζήτηση μία σειρά ουσιαστικά ερωτήματα:

«Ποιος αποφασίζει για το λιμάνι; Ποιος καθορίζει τι θα εξυπηρετεί; Ποιος καρπώνεται τον πλούτο που παράγεται από τη δουλειά μας; Και, τελικά, ποιος αποφασίζει αν οι υποδομές που εμείς λειτουργούμε θα υπηρετούν τις ανάγκες των λαών ή τους οικονομικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς;

Αυτά δεν είναι αφηρημένα ερωτήματα. Είναι ζητήματα που αφορούν άμεσα την καθημερινή ζωή των εργαζομένων, το μέλλον των οικογενειών μας, την ασφάλεια στην εργασία και τις προοπτικές των παιδιών μας.»

Απαντώντας στον προβληματισμό που υπάρχει στους λιμενεργάτες του Αμβούργου σχετικά με το μέλλον του λιμανιού και την ιδιωτικοποίησή του και για τις εγγυήσεις που δίνονται σχετικά με τις θέσεις εργασίας και τα δικαιώματα των εργαζομένων, τους μισθούς που δεν φτάνουν λόγω της ακρίβειας που έχει χτυπήσει και τη γερμανική λαϊκή οικογένεια λόγω των πολέμων, κάλεσε τους εργαζόμενους να αναρωτηθούν αν «είναι αρκετό να αλλάξει ο ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης, χωρίς να αλλάξει ο σκοπός για τον οποίο λειτουργεί, να περάσει μια εταιρεία από έναν ιδιώτη στο κράτος, αν εξακολουθεί να λειτουργεί με κριτήριο την ανταγωνιστικότητα, την κερδοφορία και τις ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας;» Όπως τόνισε, «ασφαλώς, δεν είναι το ίδιο η ιδιωτικοποίηση μιας στρατηγικής υποδομής με τη δημόσια ιδιοκτησία της, όμως δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι μας εξασφαλίζει πως οι ανάγκες των εργαζομένων θα βρίσκονται στο επίκεντρο».

«Εκτός από το ποιος κατέχει το λιμάνι, το θέμα είναι και ποιος αποφασίζει, ποιος κερδίζει από τη λειτουργία του και ποιος πληρώνει το τίμημα»

Ειδικότερα μετέφερε πείρα από την Ελλάδα, όπου «το λιμάνι του Πειραιά, με την παρουσία της COSCO και το καθεστώς εκμετάλλευσης που έχει διαμορφωθεί, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας να αυξάνεται η κερδοφορία μέσα από την εντατικοποίηση της εργασίας, την πίεση στους εργαζόμενους και τη συνεχή αναζήτηση νέων πλεονεκτημάτων στον ανταγωνισμό, όμως την ίδια στιγμή σε μια σειρά χώρους όπου υπάρχει ο δημόσιος χαρακτήρας η εκμετάλλευση είναι παρόμοια, ενώ η αξιοποίηση εργολάβων, η μείωση του μισθολογικού κόστους και η ακύρωση των ΣΣΕ δείχνει το σκληρό πρόσωπο και του αστικού κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή».

Όπως τόνισε, «ένα κράτος, που υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου μπορεί να είναι ιδιοκτήτης, ρυθμιστής και εργοδότης, και ταυτόχρονα να απαιτεί από τους εργαζόμενους θυσίες στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της εθνικής οικονομίας. Ειδικά σε περιπτώσεις πολεμικής προετοιμασίας αυτό είναι πολύ σημαντικό και το ζούμε με το παράδειγμα του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, όπου το ελληνικό κράτος διατήρησε την ιδιοκτησία του προκειμένου να συνεχίζεται απρόσκοπτα η μεταφορά στρατευμάτων και πολεμικού εξοπλισμού των Αμερικανών. Δεν αρκεί να ρωτάμε ποιος κατέχει το λιμάνι. Πρέπει να ρωτάμε και ποιος αποφασίζει για το λιμάνι, ποιος κερδίζει από τη λειτουργία του και ποιος πληρώνει το τίμημα».

Στη συνέχεια ανέδειξε την μεγάλη σημασία που αποκτούν αυτά τα ερωτήματα σε μια περίοδο όξυνσης των διεθνών ανταγωνισμών και της πολεμικής προετοιμασίας, η οποία «δεν αφορά μόνο τα εργοστάσια όπλων ή τις στρατιωτικές βιομηχανίες. Αφορά την ενέργεια, τις μεταφορές, τους σιδηροδρόμους, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, την τεχνολογία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Αφορά, δηλαδή, άμεσα τη δική μας εργασία. Οι εργαζόμενοι καλούνται να πληρώσουν το κόστος της ανταγωνιστικότητας και των πολεμικών σχεδιασμών, ενώ τα επιχειρηματικά συμφέροντα διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από την αγορά και τον διεθνή ανταγωνισμό. Τα λιμάνια είναι κρίσιμες υποδομές για τη μεταφορά εμπορευμάτων, πρώτων υλών και ενέργειας. Είναι, όμως, και υποδομές που μπορούν να αξιοποιηθούν για στρατιωτικές μεταφορές και για την υποστήριξη πολεμικών σχεδιασμών. Επομένως, οι λιμενεργάτες δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας σαν να μην έχουν σχέση με τη δουλειά μας. Όταν μας λένε ότι πρέπει όλοι να κάνουμε θυσίες για την οικονομία, πρέπει να ρωτήσουμε ποιος αποφασίζει για αυτές τις θυσίες και ποιος αποκομίζει τα οφέλη. Οι εργαζόμενοι καλούνται να πληρώσουν το κόστος της ανταγωνιστικότητας και των πολεμικών σχεδιασμών, ενώ τα επιχειρηματικά συμφέροντα διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από την αγορά και τον διεθνή ανταγωνισμό.

Και μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, η εργατική τάξη καλείται να επιλέξει στρατόπεδο. Να θεωρήσει ότι έχει τα ίδια συμφέροντα με τον επιχειρηματία της χώρας της, με τον εφοπλιστή, με τον όμιλο που εκμεταλλεύεται το λιμάνι, με εκείνους που κερδίζουν από την πολεμική βιομηχανία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες παγίδες που πρέπει να αποφύγουμε. Ο εργαζόμενος στο Αμβούργο δεν έχει τα ίδια συμφέροντα με τον επιχειρηματικό όμιλο που εκμεταλλεύεται το λιμάνι του Αμβούργου μόνο και μόνο επειδή ζουν στην ίδια χώρα. Ο λιμενεργάτης στον Πειραιά δεν έχει τα ίδια συμφέροντα με την COSCO επειδή εργάζεται σε μια επιχείρηση που αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Οι εργαζόμενοι δεν έχουμε κανένα συμφέρον να θυσιάζουμε τη ζωή μας και τις ανάγκες μας για τους ανταγωνισμούς των επιχειρηματικών ομίλων και των κρατών τους και των αστικών τους τάξεων. Έχουμε, αντίθετα, κοινό συμφέρον να διεκδικούμε μια ζωή με δικαιώματα, ασφάλεια, αξιοπρέπεια και ειρήνη».

Δεν είμαστε ουδέτεροι απέναντι στην εκμετάλλευση και την πολεμική προετοιμασία – Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο!

Στην συνέχεια παρουσίασε τον ρόλο που πρέπει να παίξει το εργατικό κίνημα μέσα σε αυτή την πραγματικότητα κλιμάκωσης των πολεμικών συγκρούσεων. Ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι «δεν είναι έξω από τον ρόλο μας να συζητάμε για τον πόλεμο. Είναι μέσα στον πυρήνα της ευθύνης μας, όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να πληρώσουν το κόστος του και όταν η εργασία τους αξιοποιείται για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή του ή πόσο μάλλον όταν και εμείς οι ίδιοι γινόμαστε στόχοι αντιποίνων.

Δεν είμαστε ουδέτεροι απέναντι στην εκμετάλλευση. Δεν μπορούμε να είμαστε ουδέτεροι απέναντι στην πολεμική προετοιμασία. Για αυτό είναι τόσο επίκαιρο το σύνθημα: “Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο”».

Συγκεκριμένα τονίστηκε ότι αυτή είναι η ουσία της διεθνούς πρωτοβουλίας των λιμενεργατών που αναπτύσσεται και διευρύνεται ενόψει της 30ής Οκτωβρίου. «Αυτή η διεύρυνση έχει μεγάλη σημασία. Όχι μόνο εξαιτίας του αριθμού των λιμανιών, αλλά κυρίως επειδή δείχνει ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένας κοινός τόπος δράσης για εργαζόμενους που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες και αντιμετωπίζουν διαφορετικές συνθήκες.

Το σύνθημά μας είναι σαφές: “Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο! Λιμάνια των λαών και όχι βάσεις των ιμπεριαλιστών!”

Αυτό δεν είναι μια γενική ευχή για την ειρήνη. Δεν είναι μια αφηρημένη διακήρυξη καλών προθέσεων. Είναι μια θέση που μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα στους χώρους εργασίας, στις συλλογικές διαδικασίες και στις αποφάσεις των συνδικάτων».

Ο Μ. Μπεκρής στη συνέχεια κάλεσε τους λιμενεργάτες του Αμβούργου να ισχυροποιήσουν την κοινή τους δράση με τους συναδέλφους τους από τον Πειραιά, να δυναμώσουν οι δεσμοί ανάμεσα στα συνδικάτα με ανταλλαγή πείρας και κοινές πρωτοβουλίες.

Όπως σημείωσε «ο λιμενεργάτης του Αμβούργου δεν είναι αντίπαλος του λιμενεργάτη του Πειραιά, της Γένοβας ή της Μασσαλίας. Ο εργαζόμενος στη Γερμανία δεν έχει να κερδίσει από την εξαθλίωση του εργαζομένου στην Ελλάδα. Κανένας εργαζόμενος δεν γίνεται πιο ασφαλής όταν ένας άλλος λαός βυθίζεται στον πόλεμο.

Αντίθετα, όταν δυναμώνουν οι ανταγωνισμοί και οι πολεμικές προετοιμασίες, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών βρίσκονται αντιμέτωποι με νέους κινδύνους.

Γι’ αυτό η διεθνιστική αλληλεγγύη δεν είναι μια ηθική προσθήκη στη συνδικαλιστική δράση μας. Είναι προϋπόθεση για να μπορέσουμε να υπερασπιστούμε αποτελεσματικότερα τα κοινά μας συμφέροντα»

Κλείνοντας την ομιλία του κάλεσε τους παρευρισκόμενους να στείλουν μαζί ένα καθαρό μήνυμα ενόψει της Διεθνούς Απεργίας στις 30 Οκτωβρίου, στην οποία και το κλαδικό σωματείο των εργαζομένων στις αερομεταφορές και τη ναυτιλία του Ver.di στο Αμβούργο έχει πάρει απόφαση να συμμετέχει με αγωνιστική κινητοποίηση.

Όπως είπε, «πάνω από 100 λιμάνια, σε περισσότερες από 15 χώρες, μπορούν να γίνουν η αφετηρία για κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια κοινή ημέρα δράσης.

Μπορούν να δείξουν ότι η εργατική τάξη έχει τη δύναμη να ξεπερνά σύνορα, εθνικισμούς και διαχωρισμούς, να μετατρέπει την αλληλεγγύη σε οργανωμένη δράση και να διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή της.

Γιατί τα λιμάνια δεν ανήκουν στους πολέμους. Δεν υπάρχουν για να γίνονται εργαλεία των ανταγωνισμών και της κερδοφορίας.

Υπάρχουν χάρη στην εργασία χιλιάδων ανθρώπων και μπορούν να υπηρετούν τις ανάγκες των λαών.

Οι λιμενεργάτες δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο!

Λιμάνια των λαών και όχι βάσεις των ιμπεριαλιστών!

Εργάτες όλων των χωρών, ενωμένοι στον αγώνα για τα δικαιώματά μας, για την ειρήνη και για ένα μέλλον χωρίς εκμετάλλευση!»

Την εισήγηση ακολούθησε πλούσια συζήτηση γύρω από την στάση των συνδικάτων απέναντι στον πόλεμο και την ανάγκη για διεθνή συντονισμό, ενώ ήρθε πλούσια πείρα από δράσεις και κινητοποιήσεις των λιμενεργατών στο λιμάνι του Αμβούργου αλλά και από εργαζόμενους κι από άλλους χώρους των μεταφορών, όπως το αεροδρόμιο και οι αστικές συγκοινωνίες της πόλης.

Την επόμενη μέρα, 22 Οκτώβρη, ο Μάρκος Μπεκρής πραγματοποίησε επίσκεψη στις προβλήτες του λιμανιού του Αμβούργο, ενισχύοντας την προσπάθεια για την επιτυχία της επερχόμενης κινητοποίησης στις 30 Οκτώβρη.

Δείτε ακόμα...